ΙΣΤΟΡΙΑ

Η δικτατορία του ρουσφετιού

Για όποιον έχει έστω και μιαν αμυδρή εικόνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το ερώτημα προβάλλει καταλυτικό: «Πώς μπόρεσαν οι Γερμανοί να επιτρέψουν τέτοια πρωτοφανή μαζικά εγκλήματα, ιδιαίτερα την εξολόθρευση των εβραίων της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου;». Ο γερμανός ιστορικός και δημοσιογράφος Γκετζ Αλι (Χαϊδελβέργη 1947) εξηγεί πώς το ΝSDΑΡτο Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα του Χίτλερ- κατασκεύασε μια συναινετική δικτατορία μέσα από τη λαϊκίστικη υπόσχεση κοινωνικής …

Για όποιον έχει έστω και μιαν αμυδρή εικόνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το ερώτημα προβάλλει καταλυτικό: «Πώς μπόρεσαν οι Γερμανοί να επιτρέψουν τέτοια πρωτοφανή μαζικά εγκλήματα, ιδιαίτερα την εξολόθρευση των εβραίων της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου;». Ο γερμανός ιστορικός και δημοσιογράφος Γκετζ Αλι (Χαϊδελβέργη 1947) εξηγεί πώς το ΝSDΑΡτο Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα του Χίτλερ- κατασκεύασε μια συναινετική δικτατορία μέσα από τη λαϊκίστικη υπόσχεση κοινωνικής ισότητας για εκατομμύρια φτωχών Γερμανών που βασίστηκε στη λειτουργία ενός ληστρικού ναζιστικού μηχανισμού με διττή βάση: αφενός την κατάσχεση των εβραϊκών περιουσιών προς όφελος του Ράιχ, αλλά και τη συστηματική λεηλασία των πόρων των κατακτημένων χωρών (με αποτέλεσμα την τόνωση της εγχώριας οικονομίας και τη διατήρηση ενός εύρωστου μάρκου)· αφετέρου την ανάπτυξη μιας φιλολαϊκής πολιτικής κοινωνικών παροχών (γενναία επιδόματα για τις οικογένειες των στρατιωτών, δίκαιη διανομή τροφίμων κτλ.) για την επίτευξη ευρύτατης πολιτικής αποδοχής. Αλλωστε, για την πλειοψηφία των νεαρών Γερμανών που το αίμα τους «έβραζε» και είχαν γαλουχηθεί με τις αγελαίες αξίες της άριας συντροφικότητας, ο εθνικοσοσιαλισμός δεν σήμαινε δικτατορία, απαγόρευση λόγου και καταπίεση, αλλά το ακριβώς αντίθετο: πρόκληση, ελευθερία και περιπέτεια. Εβλεπαν τους εαυτούς τους ως μοντέρνους και αντιατομικιστές, χλεύαζαν τους μικροαστούς και ονειρεύονταν τη μεγάλη μάχη που θα ξέπλενε την ταπείνωση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και θα τους έκανε άξιους να λέγονται Αριοι. Κάποιος 33χρονος που κατατάχτηκε σε ένα από τα επιτελεία που επαναπάτριζαν Γερμανούς από την Ανατολική Ευρώπη δήλωνε το 1939: «Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ ούτε ένα δευτερόλεπτο για να καταταχτώ. Το καθήκον που τίθεται είναι μοναδικό. Αυτή η πρόσκληση θα με λυτρώσει ταυτόχρονα και από τη στενότητα του γραφείου μου- πόσο αδιάφορο μού έχει γίνει». Ενώ μια 20χρονη Γερμανίδα που βοηθούσε στην ανοικοδόμηση και στις αγροτικές ασχολίες ομοεθνείς της στην κατακτημένη περιφέρεια του Βάρτε σημείωνε: «Ηταν αδιάφορο από ποια σχολή προερχόμασταν. Ενα μεγάλο καθήκον μάς ένωνε όλες, το να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή κατά τη διάρκεια των διακοπών μας όλη μας τη δύναμη και την, ελάχιστη έστω, γνώση μας εδώ. Και, για να πούμε την αλήθεια, ήμασταν περήφανες που αποτελούσαμε τις πρώτες φοιτήτριες που μπορούσαμε να προσφέρουμε εδώ δουλειά προσκόπου».

Μαγαζιά για καλοφαγάδες
Την άνοιξη του 1943 ο «πολύς» Χέρμαν Γκαίρινγκ αποφάσισε ότι τα κέντρα διασκέδασης και τα εστιατόρια του Βελγίου δεν έπρεπε να κλείνουν, ώστε να εξυπηρετούν τους γερμανούς στρατιώτες και τις φιλενάδες τους, και ότι οι τιμές τους έπρεπε να παραμένουν σε λογικά πλαίσια. Αυτό με άλλα λόγια σήμαινε πως οι κατακτητές (καλό)τρωγαν και (καλό)πιναν με μηδαμινό κόστος, εις βάρος των ντόπιων, οι οποίοι λόγω των ελλείψεων τα έβγαζαν πέρα πολύ δύσκολα. Ηδη μια πρώτη αφαίμαξη της βελγικής οικονομίας γινόταν με τα 120 εκατ. μάρκα που πλήρωνε κάθε χρόνο ως φόρο το Βέλγιο στο Ράιχ. Με αυτά οι Γερμανοί αγόραζαν ντόπια προϊόντα, όπως αυτοκίνητα- μόνο το 1941 «αγόρασαν» με βελγικά χρήματα 18.500 αυτοκίνητα, ενώ την ίδια εποχή οι σιδηρόδρομοι του Ράιχ προμηθεύτηκαν 1.086 ατμομηχανές και 22.120 βαγόνια μεταφοράς εμπορευμάτων. Σε αυτά θα πρέπει να υπολογιστούν οι τεράστιες ποσότητες σε άνθρακα, τσιμέντο, ελάσματα, χάλυβα, σκραπ, χαλκό και βιομηχανικά προϊόντα κάθε είδους που είχαν αρπάξει με το έτσι θέλω οι ναζιστές. Συνολικά αυτή η μικρή χώρα της Ευρώπης από την έναρξη της Κατοχής έως την 28η Φεβρουαρίου 1942 παρέδωσε στο Ράιχ προϊόντα αξίας 2,6 δισ. μάρκων. Οι στρατιωτικοί διαχειριστές μάλιστα υπερηφανεύονταν πως στην απομύζηση των κατοίκων του Βελγίου ήταν πιο αποτελεσματικοί από ό,τι οι συνάδελφοί τους που λήστευαν τη Γαλλία και την Ολλανδία. Ακόμη θα πρέπει να προστεθεί η ληστεία του βελγικού χρυσού, που περιήλθε στα χέρια του Ράιχ μέσω Γαλλίας, η οποία αρχικά είχε στείλει για να τους γλιτώσει 41 τόνους χρυσού στο Ντακάρ της Βόρειας Αφρικής, και οι οποίοι αντιστοιχούσαν τότε σε κάτι περισσότερο από μισό δισεκατομμύριο μάρκα!

Η περίπτωση όμως της Πολωνίας, την οποία οι Γερμανοί χαρακτήριζαν ως Γενικό Κυβερνείο, είναι ακόμη πιο εύγλωττη (αν και με εντελώς διαφορετικό τρόπο). Στο Γενικό Κυβερνείο, λοιπόν, στη δικαιοδοσία του οποίου ζούσαν πάνω από 2 εκατ. εβραίοι, η υπηρεσία Επιτροπείας ανέλαβε να διαχειριστεί περίπου 3.600 επιχειρήσεις που ανήκαν σε μέλη της ισραηλιτικής κοινότητας. Τα ακίνητα όφειλαν να πουληθούν «αμέσως μόλις αυτό ήταν κατά κάποιον τρόπο δυνατό», ενώ για την εκποίηση των τεράστιων ποσοτήτων κινητής περιουσίας που υπολογιζόταν σε 50.000

αντικείμενα ο διευθυντής της διοίκησης της Επιτροπείας Πλόντεκ ίδρυσε μιαν εταιρεία αξιοποίησης. Αυτή πουλούσε την οικοσκευή και τα ρούχα των γκετοποιημένων εβραίων αλλά και των καθολικών Πολωνών που είχαν διαφύγει ή είχαν κηρυχθεί εχθροί του κράτους. Το 1942 τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει η εταιρεία αξιοποίησης ανερχόταν στο αστρονομικό για την εποχή ποσό των 50 εκατ. ζλότι. Ωστόσο υπήρχε ένα νομικό κώλυμα: όσο και αν τα είδη αυτά είχαν αλλάξει χέρια το ιδιοκτησιακό καθεστώς παρέμενε ανέπαφο. Επρεπε να οδηγηθούν στους θαλάμους αερίων όλα εκείνα τα εκατομμύρια των εβραίων ώστε τα κλεμμένα με αυτό τον άτιμο τρόπο αγαθά να θεωρηθούν de facto «απαλλοτριωμένα» και de jure «περιουσία του Γενικού Κυβερνείου». Αυτή ήταν μιαν ακόμη- αθέατη- πλευρά της Τελικής Λύσης που εξυφάνθηκε από το επιτελείο του Χίτλερ.

Κάτι ευτυχισμένοι ληστές
Εκτός όμως από την επίσημη λεηλασία των ξένων χωρών εμφανίστηκαν και μορφές οργανωμένης, «ιδιωτικής» ληστείας. Ιδιαίτερα δημοφιλής ήταν αίφνης μεταξύ των γερμανών σιδηροδρομικών η ανταλλαγή στον συνοριακό σταθμό του Μετς δελτίων πιστωτικών ταμείων αξίας αρκετών δεκάδων χιλιάδων μάρκων με προϊόντα από το Παρίσι που σπάνιζαν στη Γερμανία όπως καφές, τσάι, κακάο, σοκολάτα, κονιάκ, σαμπάνια, κρασί, λικέρ, ρούχα, κιλότες, κάλτσες κτλ. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ έφερναν μαζί τους όταν γύριζαν από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία ή την Ελλάδα 600 έως 800 τσιγάρα ανά πακέτο (!), αντί των ελαχίστων που δικαιούνταν, ενώ λεηλατημένα είδη από τις κατεχόμενες χώρες στοιβάζονταν παντού στους συρμούς αυτούς. Αναφέρεται η περίπτωση ενός τέτοιου βαγονιού που κάποιοι αετονύχηδες αξιωματικοί είχαν γεμίσει με 13 τόνους πορτοκάλια για το Ρόζενχαϊμ και από εκεί τα έστειλαν «στους οικείους τους ως δώρα αγάπης». Στην περιοχή δικαιοδοσίας της Υπηρεσίας Τελωνειακού Ελέγχου της Φραγκφούρτης στον Μάιν σμηνίας της Λουφτβάφε πουλούσε συστηματικά γαλλικά οινοπνευματώδη ποτά σε κάποιον ταβερνιάρη του Κάσελ. Στο Μπάντεν Μπάντεν μπορούσε κανείς να προμηθευτεί πανάκριβα γαλλικά αρώματα σε προσιτές τιμές, ενώ τα λεηλατημένα αγαθά δηλώνονταν στις αποθήκες όπου φυλάσσονταν ως «φορτία της Βέρμαχτ» ή «σημαντικά για τον πόλεμο αγαθά προς αποθήκευση». Ενας στρατιώτης που υπηρετούσε στο Ανατολικό Μέτωπο έστειλε στη γυναίκα του από την Ουκρανία 170 κιλά τρόφιμα, μαζί με δεκάδες χαλιά και ελαιογραφίες που προφανώς σούφρωσε από κάποιο τοπικό μουσείο. Υπήρχαν όμως και πιο μακάβριες περιπτώσεις. Κάποιος οδοντίατρος, που ήταν τοποθετημένος στο Αουσβιτς, συνελήφθη με μια ράβδο οδοντικού χρυσού και στις επίμονες ερωτήσεις των αστυνομικών πού το βρήκε, αποκρινόταν πως το απόρρητο της υπηρεσίας τού απαγόρευε να αποκαλύψει την προέλευση του θησαυρού εκείνου.

Οπου ο χρυσός των Εβραίων σώζει την Ελλάδα από χρεοκοπία!

ΣΥΜΦΩΝΑμε τον Γκετζ Αλι,από τον Οκτώβριο του 1942 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Γερμανοί στήριξαν κρυφά τη δραχμή με το χρυσό που είχαν ληστέψει από τους εβραίους της Θεσσαλονίκης.Ο γερμανός τραπεζικός επιθεωρητής Πάουλ Χαν αποκαλύπτει πως ο βασικός στόχος της «επιχείρησης χρυσού» συνίστατο στην απόκτηση των αναγκαίων μετρητών για τη χρηματοδότηση της Βέρμαχτ.Ετσι το ελληνικό νόμισμα διατηρήθηκε,παρά τον πληθωρισμό,ως μέσον πληρωμών καθώς ανακουφίστηκε ο κρατικός προϋπολογισμός από τις δαπάνες Κατοχής.Στην ουσία μιλάμε για τις κατατεθειμένες σε χρυσό οικονομίες των 46.000 εβραίων της Βόρειας Ελλάδας,που σχεδόν όλοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στο Αουσβιτς.Μόνο τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1942 η Βέρμαχτ απέσπασε από τους εβραίους της Θεσσαλονίκης 25.000 χρυσές λίρες, που αντιστοιχούσαν σε μισό εκατομμύριο μάρκα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Χάιντς Κούνιο,προέδρου της εβραϊκής συνέλευσης της Θεσσαλονίκης, ο αξιωματικός της Βέρμαχτ Μαξ Μέρτεν τους έλεγε: «Η ταρίφα είναι ράβδοι χρυσού!».Μερικές μέρες πριν από τη μεταφορά τους στο στρατόπεδο οι εβραίοι της πόλης έπρεπε να παραδώσουν στον Μέρτεν όλα τα κοσμήματα και τα χρυσά αντικείμενα που κατείχαν,τα οποία συγκεντρώθηκαν σε αμέτρητα σακιά.Μόνο ο Ανδρέας Σεφίχας κατέβαλε 1.000 χρυσές λίρες Αγγλίας με την ελπίδα να απελευθερώσει τον πατέρα του που τον κρατούσαν σε στρατόπεδο εργασίας της Βέρμαχτ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk