LE LOUVRE Tο μουσείο του Λούβρου στο Βήμα

Εκθέματα του Λούβρου με τη ματιά του Ζαν-Λυκ Μουλέν σε ειδική έκδοση του «Βήματος» και του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης: ένα «Βήμα» προς τα έξω

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης προσκάλεσε τον καλλιτέχνη (φωτογράφο, γλύπτη κ.ά.) Jean Luc Moulene να εκθέσει τις φωτογραφίες που παρουσίασε στο Μουσείο του Λούβρου και στην εφημερίδα «Le Monde», τον Νοέμβριο του 2005.

Μέσα σε ένα μικρό, φωτεινό δωμάτιο του Λούβρου, οι συντηρητές έφερναν κάθε Τρίτη στον καλλιτέχνη ένα από τα 24 αντικείμενα που είχε επιλέξει, το οποίο και φωτογράφιζε κατά τη διάρκεια της ημέρας, πάντα σε μετωπική στάση, αναπτύσσοντας έτσι μια ιδιαίτερη σχέση με το γλυπτό.

Το ενδιαφέρον είναι ότι τα αντικείμενα αυτά τα βλέπουμε τώρα διαφορετικά έξω από την προθήκη και τον δεδομένο χώρο τους, αφενός ως φωτογραφία και αφετέρου τυπωμένα με έναν ιδιαίτερο τρόπο σε ένα έντυπο μαζικής ενημέρωσης.

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης επιδιώκει, στο πλαίσιο των σκοπών του, να παρουσιάζει όλες τις μορφές έκφρασης της τέχνης από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Εκτός από τη συνεχή μέριμνα για τις μόνιμες συλλογές του, διοργανώνει περιοδικές εκθέσεις, διαλέξεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, δραστηριότητες οι οποίες συμβάλλουν ώστε το μουσείο να λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός, ως σημείο καθημερινής συνάντησης για ειδικούς και μη, μικρούς και μεγάλους. Είναι μια προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από καιρό και συνάδει με τη νέα εποχή των μουσείων που επιθυμούν να καθιερώσουν ανοιχτή και φιλική επικοινωνία με όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Στη συγκεκριμένη έκθεση με θέμα «Το Λούβρο», η συνεργασία μας με «Το Βήμα» βγάζει το έργο του καλλιτέχνη έξω από το μουσείο, θέλοντας να επικοινωνήσει με το ευρύ κοινό σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

ΣΑΝΤΡΑ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Πρόεδρος Ιδρύματος Ν. Π. Γουλανδρή

Πολίτες της κοινής μας θάλασσας

Για τη Γαλλία και την Ελλάδα η Μεσόγειος αποτελεί ένα ισχυρό στοιχείο μιας πλούσιας και ζωντανής σχέσης κατά τον ρουν της Ιστορίας. Στις ακτές της οι Ελληνες ίδρυσαν τις πρώτες γαλλικές πόλεις – Φώκαια, Αντίπολη, Νίκαια. Σε αυτή την κοινή θάλασσα, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, η Γαλλία ρίχτηκε στη μάχη για την αναγέννηση της νέας Ελλάδας. Θάλασσα του πολιτισμού και των ανταλλαγών, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του κοινού πλούσιου παρελθόντος μας, απώτερου και πρόσφατου, αλλά και συνάμα τον ορίζοντα του μέλλοντός μας, που αποκτά σάρκα και οστά με τη νέα Ενωση για τη Μεσόγειο? μια πρωτοβουλία της Γαλλίας που υποστηρίχθηκε ένθερμα από την Ελλάδα. Το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών θέλησε να θέσει αυτή την κοινή θάλασσα στην καρδιά της πολιτιστικής δράσης του με μια σειρά εκδηλώσεις αφιερωμένες στον μεσογειακό πολιτισμό.

Μουσική, σύγχρονη και κλασική, φωτογραφία ενός Γάλλου στην Ελλάδα, ενός Ελληνα στη Γαλλία, έκθεση-εγκατάσταση, θέατρο… η Μεσόγειος αντηχεί με ποικίλους τρόπους, με ποικίλες μορφές, εξίσου εποικοδομητικές όσο και ελκυστικές.

CATHERINE SUARD

Σύμβουλος Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης

Διευθύντρια Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών

Ενεπίγραφο αγαλματίδιο του δαίμονα Pazuzu

1η χιλιετία π.Χ., Ασσυρία, Χαλκός, Υ.: 15 εκ., πλ.: 8,60 εκ., πάχ.: 5,60 εκ. Απόκτημα, 1872. Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων

O Pazuzu εμφανίστηκε κατά την 1η χιλιετία π.Χ. Είναι ένα μυθικό, υβριδικό πλάσμα με σώμα ανθρώπου και κεφάλι «δράκου-φιδιού» που μορφάζει. Θυμίζει ταυτόχρονα σκύλο και γάτα. Αναπαρίσταται ως τετράπτερος δαίμονας, με δύο ζεύγη φτερών που μοιάζουν, όπως και τα πόδια του, με αυτά των αρπακτικών, με ουρά σκορπιού και σώμα συχνά καλυμμένο με λέπια. Η επιγραφή στο πίσω μέρος των φτερών προσδιορίζει την προσωπικότητά του: «Είμαι ο Pazuzu, γιος του Hanpa. O βασιλιάς των κακών πνευμάτων του ανέμου που βγαίνει με βία από τα βουνά και λυσσομανά, είμαι εγώ!».

Χριστός

1220-1230 περίπου, ανακαλύφθηκε στην Haute-Vienne Limoges (Γαλλία), χαλκός σφυρήλατος, επισμαλτωμένος, εγχάρακτος και επιχρυσωμένος, διάφανες, γυάλινες πέτρες και χάντρες από τυρκουάζ σμάλτο, υψ.: 35,60 εκ., πλ.: 25,90 εκ. Δωρεά Συλλόγου Φίλων του Λούβρου, 2000. Τμήμα Αντικειμένων Τέχνης

Λόγω διαστάσεων και προέλευσης, ο Χριστός αυτός από επισμαλτωμένο χαλκό είναι από τα σημαντικότερα έργα της «Παραγωγής της Limoges». Προέρχεται, κατά πάσα πιθανότητα, από έναν σταυρό του αβαείου του Grandmont, σημαντικού πελάτη των εργαστηρίων της Limoges. Εργο του 1220-1230, συγγενεύει, λόγω της τεχνοτροπίας του και της τεχνικής σφυρηλάτησης του χαλκού, με αγάλματα των αποστόλων που φτιάχτηκαν για την Αγία Τράπεζα του ίδιου αβαείου. Φανερώνει τις πρώτες γοτθικές τάσεις στη Limoges στις αρχές του 13ου αιώνα. Σώμα σμιλεμένο πλαστικά, ελαφρά λυγισμένο και καλυμμένο με άνετο περίζωμα. Το γαλήνιο και φωτισμένο στα μάτια πρόσωπο έρχεται σε ρήξη με τις ρομανικές παραδόσεις καθώς φανερώνει προσεκτικότερη μέριμνα για την απόδοση της ανθρώπινης πραγματικότητας και έκφρασης.

Η Αλήθεια

Τζιαν Λορέντζο Μπερνίνι (Νάπολι, 1598 – Ρώμη, 1680), 1645 περίπου, ψημένος πηλός, υψ.: 53 εκ., πλ.: 36 εκ., πάχ.: 36 εκ. Τμήμα Γλυπτών

Μετά τον θάνατο του Oυρβανού Η’ (1644), στα πρώτα χρόνια της παποσύνης του Ινοκέντιου Ι’, ο Μπερνίνι γνώρισε περίοδο δυσμένειας, όπως αποδεικνύει η κατεδάφιση του κωδωνοστασίου του Αγίου Πέτρου της Ρώμης (1646) που οικοδομήθηκε σε δικά του σχέδια. O καλλιτέχνης απάντησε στους εχθρούς του με τρόπο αλληγορικό δημιουργώντας το σύμπλεγμα Η Αλήθεια που αποκαλύπτει ο Χρόνος, με το οποίο εξέφραζε την απόλυτη εμπιστοσύνη του στις επερχόμενες κρίσεις. Μόνο η μορφή της Αλήθειας κατασκευάστηκε από μάρμαρο (Ρώμη, Βίλα Μποργκέζε). Η πήλινη του Λούβρου και αυτές των μουσείων του Βατικανού και του Schwerin θεωρήθηκαν συχνά προπλάσματα του εργαστηρίου του Μπερνίνι. Ελάχιστα δουλεμένη σε ορισμένα σημεία (αριστερό χέρι), η μορφή παρουσιάζει αισθητές διαφορές σε σχέση με τη μαρμάρινη και ίχνη αποκλίσεων ως προς τη στάση του κορμού που παραπέμπουν σε προπαρασκευαστική σπουδή.

Αποτροπαϊκό ειδώλιο

Μέσο Βασίλειο, περ. 2033-1786 π.Χ. ή Δεύτερη Μεταβατική περίοδος, περ. 1786-1540 π.Χ., ψημένος πηλός, υψ.: 14 εκ. Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων

Μορφή ιστάμενη με ενωμένα πόδια, πρόσωπο ελάχιστα ανθρώπινο, με κλίση προς τον ουρανό, υπερμεγέθη χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Η αδέξια αυτή σιλουέτα αποτελεί μέρος μιας ομάδας της οποίας κάθε μορφή, από αλάβαστρο ή πηλό, διαθέτει αυτά τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά. Αυτοί οι δέσμιοι που μορφάζουν είναι μαγικά ειδώλια που έδιναν τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, στους ζωντανούς να προφυλάσσονται αποτελεσματικά από τις ενέργειες των πλανώμενων νεκρών, το όνομα των οποίων μπορούσε να μνημονεύεται στο κείμενο εξορκισμού επάνω στο ειδώλιο.

O Βάαλ κραδαίνει τον κεραυνό

14ος-12ος αι. π.Χ., Minet el Beida, λιμάνι της Oυγκαρίτ, χαλκός και χρυσός, υψ.: 18 εκ. Ανασκαφές των C. Schaeffer – G. Chenet, 1929. Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Το συριακό πάνθεον της 2ης χιλιετίας π.Χ. περιλαμβάνει διαδοχικές γενεές θεοτήτων. Υπό την κυριαρχία του πανάρχαιου Ελ, πατέρα των θεών, δρουν νεότερες και δυναμικότερες θεότητες, όπως η Ανάτ, η ουράνια αγελάδα, προστάτις της σεξουαλικότητας και της γονιμότητας, και ο αδελφός της Βάαλ, που εξαπολύει την ευεργετική καταιγίδα που θα ποτίσει τις σοδειές. O Βάαλ αναγνωρίζεται στα ειδώλια που βρέθηκαν στην Oυγκαρίτ και σε πολλές θέσεις της Μέσης Ανατολής της 2ης χιλιετίας π.Χ. Γενικά ο θεός αναπαρίσταται σε δυναμική στάση, εικονογραφία που έχει δανειστεί από τον Φαραώ-νικητή. Προχωρεί με μεγάλα βήματα κραδαίνοντας ένα όπλο στο υψωμένο χέρι του.

Φαύνος που παίζει αυλό

1ο ήμισυ του 16ου αιώνα, Βόρεια Ιταλία, χαλκός, υψ.: 32,50 εκ. Κληροδότημα Εdouard Gatteaux, 1881. Τμήμα Αντικειμένων Τέχνης

O νεαρός γυμνός φαύνος βαδίζει παίζοντας τον υπερυψωμένο διπλό αυλό. Το αγαλματίδιο, εμπνευσμένο από την αρχαιότητα, αποτελεί μέρος της καλύτερης παράδοσης χάλκινων γλυπτών με μυθολογικά ή παγανιστικά θέματα που αναπτύχθηκε στην Ιταλία από τα τέλη του 15ου αιώνα. O φαύνος του Λούβρου παρουσιάζει ομοιότητες με τον χάλκινο Ηρακλή του Μουσείου Ashmolean (Oξφόρδη) και με τον Ηρακλή από πύξο της Συλλογής Wallace (Λονδίνο) που υπογράφει ο γλύπτης Francesco de Sant’Agata από την Πάντοβα. O John Pope-Hennessy ωστόσο υποστήριξε ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε στον χάλκινο Ηρακλή της Oξφόρδης και στα υπόλοιπα χάλκινα που αποδίδονται στον Francesco de Sant’Agata έργα του Vittore Camelio. Υπογράμμισε την ομοιότητα μεταξύ της ραδινής σιλουέτας του νεαρού φαύνου με ένα από τα πρόσωπα που απεικονίζονται στη «Σκηνή της θυσίας» στον οπισθότυπο του μεταλλίου με την αυτοπροσωπογραφία του Camelio.

Προτομή προσευχόμενου λατρευτή

Ακκαδική Δυναστεία, βασιλεία του Manishtushu (περ. 2250 π.Χ.), Σούσα, Ιράν, αλάβαστρος, κοχύλια, κατράμι υψ.: 31 εκ., πλ.: 23,5 εκ. Ανασκαφές του Jacques de Morgan στα Σούσα. Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Η προτομή παρουσιάζει ομοιότητες με αγάλματα λατρευτών από το 2700 π.Χ. που έχουν βρεθεί στη Μεσοποταμία. Παρόμοια αγάλματα αφιέρωναν οι πιστοί στα ιερά για να διαιωνίζουν την προσευχή τους. Το βλέμμα εξαίρεται με τη βοήθεια ένθετων υλικών (κοχύλι ενσωματωμένο σε κατράμι που συμπληρωνόταν ίσως στο κέντρο του με κόρη ματιού από λάπις λάζουλι), σύμφωνα με τη χαρακτηριστική τεχνική αυτής της περιόδου. O Eshpum, κυβερνήτης του Ελάμ και υποτελής του βασιλιά της Ακκάδ, οικειοποιήθηκε αυτό το πρωιμότερο άγαλμα και το αφιέρωσε με την ακόλουθη επιγραφή: «O Manishtushu, βασιλιάς της Κις, ο Eshpum, ο υποτελής του, το δώρισε στη Narundi». Η ελαμιτική θεότητα Narundi, αδελφή των επτά αγαθών δαιμόνων, κατέστη θεά της Νίκης ύστερα από τον θρίαμβο ενάντια στους κακούς δαίμονες.

Ειδώλιο όρθιας ανδρικής μορφής

Προδυναστική Εποχή, Νακάδα I, περ. 4000-3700 π.Χ., σμιλεμένο σε δόντι ιπποποτάμου (κοπτήρας) Υ.: 24 εκ., μέγ. πλ.: 4,3 εκ. Δωρεά του Συλλόγου Φίλων του Λούβρου, 1991. Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων

Χρονολογείται στις αρχές της περιόδου Νακάδα, συγκρινόμενο με ένα άλλο με το οποίο υπάρχουν πολλές ομοιότητες. O όρθιος άνδρας είναι γυμνός, ο φαλλός υψωμένος. Τα σπασμένα σήμερα χέρια πρέπει να πλαισίωναν κατά μήκος τον κορμό. Τα ενωμένα πόδια σταματούν στους αστραγάλους. Το μικρό κεφάλι, με το στρογγυλό, γυμνό κρανίο και το επίπεδο πρόσωπο, καταλήγει σε μυτερό πιγούνι ή πιθανότατα γένι. Τα ολοστρόγγυλα μάτια ήταν ένθετα με κομβίο από φίλντισι ή οστό στο κέντρο του οποίου μια τρύπα υποδήλωνε την κόρη του ματιού (η ένθεση του αριστερού ματιού έχει χαθεί). Στη θέση των αφτιών, λεπτές σφήνες από φίλντισι δηλώνουν ότι τα μέρη αυτά είχαν κατασκευαστεί ξεχωριστά. O επιμήκης κορμός αποδίδεται αφαιρετικά. Oι σχετικά πολυάριθμες ανθρώπινες αναπαραστάσεις στα τέλη της αιγυπτιακής προϊστορίας είναι συνήθως συνοπτικές, ελάχιστα ρεαλιστικές και η χρήση τους παραμένει άγνωστη.

Αγαλματίδιο γυμνής όρθιας θεάς

Παρθική περίοδος, 143 π.Χ. – 224 μ.Χ. Νεκρόπολη Hillah, Βαβυλώνα, Μεσοποταμία, αλάβαστρος, ρουμπίνια, χρυσός υψ.: 24,80 εκ. Δωρεά Delaporte, 1866. Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Τα γυμνά, αλαβάστρινα ειδώλια της Παρθικής περιόδου διαιωνίζουν μια χιλιετή τεχνική, αυτήν της σύνθετης γλυπτικής στην οποία αναμειγνύονται διάφορα υλικά. Συνδυάζοντας ελληνική και βαβυλωνιακή τεχνοτροπία, ταυτίζονται συχνά με την Ιστάρ της Μεσοποταμίας, θεά της γονιμότητας, και τοποθετούνταν στους τάφους. Το επιμελημένο ειδώλιο αναπαριστά μια όρθια, γυμνή γυναίκα, με το δεξί χέρι σε έκταση προς τα κάτω και το αριστερό διπλωμένο με την παλάμη στραμμένη προς τα επάνω. Η κόμμωση της κεφαλής, από γυψομάρμαρο, επιστέφεται από επιχρυσωμένη ημισέληνο. Τα μάτια είναι ενθέσεις από ρουμπίνια, το στόμα μικρό, το πιγούνι στρογγυλό, τα αφτιά διάτρητα και στολισμένα με χρυσά ενώτια. O λαιμός κοσμείται με χρυσό περιδέραιο και ο αφαλός από ένθετο ρουμπίνι. Αν και το ανάγλυφο ακολουθεί τους κανόνες της ελληνικής τέχνης, η χρησιμοποίηση διαφόρων υλικών (χρυσός, γυψομάρμαρο, αλάβαστρος, πολύτιμοι λίθοι) παραπέμπει στην παράδοση της Μεσοποταμίας. Η Βαβυλώνια Ιστάρ, θεά της γονιμότητας και του πολέμου, οικειοποιείται ελληνικούς τύπους για να μεταμορφωθεί σε Αφροδίτη.


Ισις-Αφροδίτη

3ος αι. π.Χ., Αντινόη, ψημένος πηλός, υψ.: 35,50 εκ. Συλλογή Fouquet, 1950. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Το σημαντικό από άποψη μεγέθους και πλούσιας πολυχρωμίας ειδώλιο ανήκει σε μια χαρακτηριστική ομάδα της αιγυπτιακής παραγωγής των ελληνιστικών χρόνων. Τα αγαλματίδια αυτά, με τα χέρια κατά μήκος του κορμού, το καλυμμένο με περιδέραια και σταυρωτές καδένες στήθος και κόμμωση με «λιβυκές» μπούκλες και κάλαθο, αναπαριστούν πιθανότατα την Ισιδα που ταυτίζεται με την Αφροδίτη, ελληνοαιγυπτιακή θεά του έρωτα και της γονιμότητας. Αποκαλούμενες κάποτε «συμβίες του θανάτου», τοποθετούνταν στους τάφους ώστε να βοηθήσουν τον νεκρό να ξαναβρεί τον ανδρισμό του.

Μυκηναϊκή τριάδα

13ος αι. π.Χ., Μυκήνες; πηλός, χειροποίητο, γραμμική διακόσμηση, μαύρη βαφή, υψ.: 13 εκ., πλ.: 8 εκ. Απόκτημα, 1995. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια τύπου Φ, με τη σχηματική απόδοση, ανήκουν σε μια παραγωγή χαρακτηριστική της Μυκηναϊκής περιόδου (1450-1150 π.Χ.). Η σπάνια σύζευξη των δύο ειδωλίων που κρατούν ένα μικρότερο οδήγησε στην ερμηνεία τους ως κουροτρόφων, δηλαδή προστατίδων της παιδικής ηλικίας. Κάποια παραδείγματα όμοιων συμπλεγμάτων ανακαλύφθηκαν σε παιδικούς τάφους, κυρίως στις Μυκήνες. Ερμηνεύτηκαν ως ιερή τριάδα που απεικονίζει δύο θεές τροφούς οι οποίες προστατεύουν το παιδί ή τη νεαρή θεότητα που μεταφέρουν στους ώμους τους. Ως ταφικά κτερίσματα συνόδευαν τη μετάβαση του παιδιού στο επέκεινα, υπό την ιερή προστασία των κουροτρόφων.

Γυναικεία μορφή

Προδυναστική Eποχή, Νακάδα 1, περ. 3800-3500 π.Χ. οστό από κροκόδειλο, υψ.: 12 εκ. Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων

Το συνοπτικό αυτό ειδώλιο ανήκει στην ίδια ομάδα με το Ειδώλιο όρθιας γυναικείας μορφής και το Ειδώλιο όρθιας ανδρικής μορφής. Χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία λάξευσης σε οστό ή ελεφαντόδοντο αυτής της εποχής: μορφή ιδιαίτερα επιμήκης, γυμνότητα, σκέλη ενωμένα χωρίς άκρα πόδια. Η απουσία χεριών υπερτονίζει την απλότητα αυτής της λεπτής σιλουέτας με το σχηματικό ωοειδές πρόσωπο. Απλότητα που τονιζόταν αρχικά με διάφορες ενθέσεις στα μάτια και το περιδέραιο, όπως δείχνουν οι βαθύνσεις που διακρίνονται ακόμη γύρω από τον λαιμό.

Σχηματικό ειδώλιο

2700-2300 π.Χ., μάρμαρο, υψ.: 28 εκ. Δωρεά ανωνύμου στη μνήμη του E. Bizot, 1993. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων Denon

Ειδώλιο γυναικείας μορφής με σχηματική απόδοση του σώματος. Τα χέρια περιορίζονται σε αποφύσεις, τα πόδια δεν διαφοροποιούνται, η μέση ορίζεται με εγχάραξη. Μόνο το ανάγλυφο στήθος και η στρογγυλεμένη κοιλιά τονίζουν τη θήλεια ιδιότητα της μορφής. Το ειδώλιο εντάσσεται στις δημιουργίες των κυκλαδικών ειδωλίων της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ Περιόδου (2700-2300 π.Χ.), αν και στο περιθώριο, λόγω της αφαιρετικής απόδοσης, του σημαντικού τύπου των κανονικών ειδωλίων με τους διπλωμένους βραχίονες και τη φυσιοκρατική απόδοση.

Ιππέας-Ηνίοχος

700 π.Χ. περίπου, Θήβα, Βοιωτική παραγωγή, χαλκός, Υ.: 12,10 εκ. Απόκτημα, 1898. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Το ειδώλιο ήταν πιθανότατα στερεωμένο στη λαβή ενός τριποδικού λέβητα, σύμφωνα με τις ενδείξεις προσάρτησης που προέρχονται από ακέραια δείγματα. Κατά τη Γεωμετρική περίοδο (8ο αιώνας π.Χ.) οι χάλκινοι λέβητες αποτελούσαν βαρύτιμες προσφορές που οι αριστοκράτες αφιέρωναν στους θεούς στα μεγάλα ιερά, όπως της Oλυμπίας, των Δελφών ή της Ακρόπολης των Αθηνών. Αρχικά χρησιμοποιούνταν ως σκεύη κουζίνας, σύντομα όμως έχασαν τον χαρακτήρα του χρηστικού αντικειμένου: οι λαβές κοσμούνται με ζωόμορφα ή ανθρωπόμορφα ειδώλια (ιππείς-ηνιόχους, πολεμιστές και άλογα, εμβλήματα της κοινωνικής τάξης των αφιερωτών) που κατασκευάζονταν ξεχωριστά και επικολλούνταν στη συνέχεια. Θα πρέπει να αποδώσουμε στα διάτρητα χέρια του ιππέα-ηνιόχου ένα όπλο στο δεξί και τα ηνία ενός αλόγου στο αριστερό. Το στυλιζάρισμα του σώματος και η έλλειψη όγκου συνάδουν προς το πνεύμα που διέπει τη διακόσμηση των αγγείων κατά το δεύτερο ήμισυ του 8ου αιώνα π.Χ.

Ειδώλιο ανδρικής μορφής

500- 480 π.Χ. περίπου, όρος Φαλτερόνα, Ιταλία, Βόρεια Ετρουρία, χαλκός, χυτό με τη μέθοδο του χαμένου κεριού, υψ.: 22 εκ. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Το αγαλματίδιο αυτό προέρχεται από ένα εξαιρετικό εργαστήριο χάλκινων αναθημάτων που ανακαλύφθηκε το 1838 στο όρος Φαλτερόνα, στην Κεντρική Ιταλία. Η λατρεία στον τόπο αυτόν απευθυνόταν πιθανότατα σε ιατρικές θεότητες. Το ειδώλιο του Λούβρου αναπαριστά έναν άνδρα όρθιο, γυμνό, με το αριστερό χέρι σε έκταση και το δεξί να κρατά κάποιο χαμένο σήμερα αντικείμενο, πιθανόν ένα όπλο. Η μορφή αποδίδεται σε αυστηρά μετωπική, ιερατική στάση, το πρόσωπο με αμυδρό μειδίαμα. Το αγαλματίδιο, πιστό στους κανόνες της αρχαϊκής τέχνης, εντάσσεται στην κατηγορία των κούρων, έναν από τους κυριότερους τύπους αγαλματοποιίας της αρχαϊκής εποχής που διαμορφώθηκε στον ελληνικό κόσμο κατά τα τέλη του 7ου αι. π.Χ.

Ιπτάμενος Ερως

Εργαστήριο του «Κοροπλάστη των Νικών», περ. 180 π.Χ. ψημένος πηλός, Υ.: 26,50 εκ. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1883. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

O Ερως, φτερωτό πνεύμα, ήταν αρχικά «ανδρόγυνος». Εμφανίζεται κατά τον 5ο αι. π.Χ. με τα χαρακτηριστικά ενός νεαρού γυμνού άνδρα οπλισμένου με φαρέτρα που εκτοξεύει ακατάπαυστα τα βέλη του. Κατά την Ελληνιστική περίοδο η απεικόνισή του χάνει μεγάλο μέρος από την αρχική σημασία της για να καταλήξει διακοσμητική. Στη Μύρινα υπάρχουν δύο παραλλαγές του Ερωτα: ένας τύπος παιδικός που προέρχεται από τον τύπο που είναι γνωστός ως «τύπος Τανάγρας» και ένας τύπος Ερωτα-εφήβου που εμφανίζεται ταυτόχρονα με αυτόν της Νίκης στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Το αγαλματίδιο κατασκευάστηκε από τον ίδιο καλλιτέχνη που έφτιαξε και το ειδώλιο «Ερως που χορεύει», ωστόσο ο «Κοροπλάστης των Νικών» φτάνει στο απόγειό του με τη συγκεκριμένη απεικόνιση του Ερωτα.

Ερως που χορεύει

Εργαστήριο του «Κοροπλάστη των Νικών», τέλη 2ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. π.Χ., ψημένος πηλός, υψ.: 12 εκ. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1894. Παρακαταθήκη του Πανεπιστημίου Paul-Valery του Μονπελιέ. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Τέσσερις Ερωτες αυτού του τύπου βρέθηκαν στον ίδιο τάφο. Μόνο το κεφάλι έχει κατασκευαστεί σε μήτρα, ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι χειροποίητο. Η λεπτοκαμωμένη κατασκευή δεν αφαιρεί τίποτε από τη γεμάτη ζωή στάση αυτού του Ερωτα που κρατάει ένα είδος μακρόστενου αγγείου (αλάβαστρο;) και μοιάζει σαν να εκτελεί ένα χορευτικό βήμα.

Φυλαχτό «2 δάχτυλα»

Τρίτη Μεταβατική Περίοδος – περ. 1069-715 π.Χ., μαύρος λίθος. Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων

Oι Αιγύπτιοι έπαιρναν μέτρα για να αποφύγουν τις δυσάρεστες εκπλήξεις και να εξασφαλίσουν την ευημερία στη μεταθανάτια ζωή. Φυλαχτά, υπηρέτες του νεκρού (ουσάπτι), το Βιβλίο των Νεκρών είναι από τα γνωστότερα κτερίσματα που συνόδευαν τον νεκρό. Το φυλαχτό αυτό που αναπαριστά δύο δάχτυλα ήταν τοποθετημένο επάνω στην τομή που είχε γίνει στο πλευρό της μούμιας για την αφαίρεση των σπλάχνων κατά την ταρίχευση. Αποτελεί άμεση αναφορά στις διάφορες επεμβάσεις που πραγματοποιούσαν οι ταριχευτές για τη διατήρηση του σώματος του νεκρού αλλά και στην προστασία ταυτόχρονα της ίδιας της τομής.


Χάντρα αφιερωμένη από τον κασσίτη βασιλιά Kurigalzu στον θεό Ishtaran

Κασσιτική περίοδος, 14ος αι. π.Χ., Μέση ελαμιτική περίοδος, περ. 1500-1200 π.Χ., Σούσα, Λόφος της Ακρόπολης Αχάτης, υψ. 1,1 εκ., πλ.: 2,4 εκ. Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Ψήφος (χάντρα) που συνανήκει στον «Θησαυρό του χρυσού αγαλματιδίου», σύνολο αντικειμένων που ανακαλύφθηκαν στην καρδιά του ιερού τομέα της Ακρόπολης των Σούσων. Αρχικά είχαν ερμηνευθεί ως αποθέτης θεμελίωσης και στη συνέχεια ως κατάλοιπα τάφου, εν μέρει συλημένου. O πλούτος των αναθημάτων παραπέμπει σε βασιλική συνάφεια και στον συσχετισμό τους μάλλον με τα αντικείμενα ενός ιερού παρά με αυτά ενός τάφου. Η διάτρητη χάντρα είναι επίπεδη στην πίσω πλευρά και ημισφαιρική στην ορατή επιφάνεια, όπου φέρει την ακόλουθη επιγραφή: «Στον Ishtaran ο Kurigalzu αφιέρωσε [αυτή]». O Ishtaran είναι ο θεός της πόλης DKR που βρίσκεται ανατολικώς του Τίγρη, ακριβώς ανάμεσα στο Ελάμ και στη Μεσοποταμία.

Παραμορφωμένος κορμός: κρίση υστερίας ή τετάνου;

Ελληνιστική περίοδος,ψημένος πηλός, υψ.: 10,80 εκ. Δωρεά Gaudin, 1896. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Oι γκροτέσκο «κορμοί» της Σμύρνης έχουν εκούσια τονισμένα τα φυσικά ελαττώματα, όπως πρόσωπα με άχαρες μύτες ή πεταχτά αφτιά. Υπάρχει επίσης και άλλη μία κατηγορία ειδωλίων που γελοιογραφούν τα νοσήματα, κάτι που αναμφίβολα σχετίζεται με την ιατρική σχολή της πόλης. Τα ειδώλια αυτά είχαν, κατά πάσα πιθανότητα, αναθηματική και αποτροπαϊκή λειτουργία.

Ειδώλιο όρθιας γυναικείας μορφής

Προδυναστική Eποχή, Νακάδα 1, περ. 3800-3500 π.Χ., οστό, υψ.: 8,70 εκ. Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων

Ειδώλιο γυναικείας μορφής από οστό, υλικό προτίμησης των πρώτων αιγύπτιων καλλιτεχνών μαζί με το ελεφαντόδοντο και τον πηλό. Το πρόσωπο, πλαισιωμένο από βοστρύχους, κυριαρχείται από μεγάλα στρογγυλά μάτια με εκφραστικό βλέμμα. Oι κόρες των ματιών και τα φρύδια ήταν πιθανόν ένθετα αρχικά. Το στρογγυλό στήθος, οι λεπτοί βραχίονες, διπλωμένοι στο ύψος της μέσης, και τα ενωμένα πόδια προσδίδουν στη μορφή μια κάπως άκαμπτη σιλουέτα, χαρακτηριστική αυτής της εποχής. Αν και αδιευκρίνιστος ο ρόλος αυτών των ειδωλίων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι συνδέονταν με την έννοια της γονιμότητας.

Ταφική σειρήνα

2ο μισό του 4ου αι. π.Χ., Πειραιάς(;), Αττική, Πεντελικό μάρμαρο, υψ.: 44,50 εκ., πλ.: 15,50 εκ., πάχ.: 13 εκ. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Το μικρό αυτό αγαλματίδιο, προϊόν της αττικής παραγωγής του 4ου αι. π.Χ., διακοσμούσε κάποιον τάφο σε νεκρόπολη της περιοχής της Αθήνας. Η τοποθέτησή του επάνω στο μνημείο από το οποίο προέρχεται δεν είναι επιβεβαιωμένη. Θα μπορούσε ενδεχομένως να κοσμεί, ως επίστεψη, την επιτύμβια στήλη με την ανάγλυφη απεικόνιση του νεκρού. Αυτό το υβριδικό πλάσμα της μυθολογίας (μισό γυναίκα, μισό πτηνό), ξακουστό για τα λυρικά ταλέντα του, είχε συχνά ταφικό συσχετισμό καθώς με το τραγούδι του θρηνούσε τον νεκρό. Το συγκεκριμένο αγαλματίδιο έχει το ένα χέρι στο στήθος και το άλλο στα μαλλιά, σε ένδειξη θρήνου.

Αγαλματίδιο Αγίας Μαγδαληνής σε έκσταση

Σχολή της Avon, αρχές του 17ου αιώνα, εφυαλωμένος πηλός, υψ.: 20 εκ. Δωρεά του Don Charles Sauvageot, 1856. Τμήμα Αντικειμένων Τέχνης

Με τους ώμους ακάλυπτους, τα μακριά μαλλιά λυτά, τα σταυρωμένα στο στήθος χέρια, η γονατιστή Μαγδαληνή αποδίδεται με τα μάτια στραμμένα ψηλά, ανάμεσα στην έκσταση και στη μετάνοια. Στα πόδια της είναι τοποθετημένα κάποια σύμβολα: το αρωματοδοχείο με το περιεχόμενο του οποίου άλειψε τα πόδια του Σωτήρα και στη συνέχεια μετέφερε στον Πανάγιο Τάφο και το κρανίο, φορέα του στοχασμού της.

Το αγαλματίδιο που περιήλθε στο Λούβρο το 1856, ως μέρος της δωρεάς της σημαντικής συλλογής του A. C Sauvageot, κατασκευάστηκε σε μήτρα και υπάρχει σε αρκετά αντίγραφα. Εντάσσεται σε μια παραγωγή ειδωλίων που παραδοσιακά αποδίδονται στο εργαστήριο του Claude Berthelemy, ζωγράφου και σμαλτωτή του 17ου αιώνα, εγκατεστημένου στο Φοντενεμπλό και στενού συνεργάτη της Αυλής.

Σβούρα

Κλασική εποχή, ψημένος πηλός, υψ.: 6,40 εκ., Δ.: 4,90 εκ. Απόκτημα, 1891. Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων

Η σβούρα προέρχεται από το Καβείριον των Θηβών. Αν και η μυστηριακή λατρεία των Καβείρων είναι ελάχιστα γνωστή, φαίνεται ότι σχετιζόταν, σύμφωνα με τα αναθηματικά ευρήματα, με δύο θεούς οι οποίοι παρουσίαζαν αμυδρές ομοιότητες με τον Διόνυσο: ο ένας γενειοφόρος και στεφανωμένος με κισσό, ο Κάβειρος, και ο άλλος, ένα μικρό παιδί, ο Παις. Ποικίλα και πολυάριθμα αναθήματα προσφέρονταν στο ιερό: μελανόμορφα αγγεία και ιδιαίτερα κάνθαροι και σκύφοι με απεικονίσεις κωμικών σκηνών και συχνά ενεπίγραφοι, όπως ήταν επίσης τα χάλκινα ή μολύβδινα ειδώλια ταύρων, τα πήλινα ειδώλια και τα παιχνίδια, με προτίμηση τις σβούρες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Jean-Luc Moulene

Το Λούβρο

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

12 Μαρτίου – 26 Απριλίου 2009

Νεοφύτου Δούκα 4 / Βασ. Σοφίας & Ηροδότου 1

Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή – Σάββατο: 10.00 – 17.00

Πέμπτη: 10.00 – 20.00, Κυριακή: 11.00 – 17.00, Τρίτη: κλειστά

Διοργάνωση: Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών

Επιμέλεια: Μαρία Δ. Τόλη

Συντονισμός: Isabelle Auriault

Επικοινωνία: Ελένη Παπαδημητρίου

Christine Pourret Σταματίνα Στρατηγού

Oμάδα εργασίας: Αλέξια Βασιλικού, Στέλλα Τσαγκαράκη

Μεταφράσεις: Ιωάννα Μάνεση, Αντιγόνη Κασιμάτη

Ευχαριστίες: Henri Loyrette, Marie-Laure Bernadac Catherine Suard,

Caroline Fourgeaud-Laville, Γιάννης Πρετεντέρης

Λουίζα Αρκουμανέα, Κατερίνα Δαφέρμου, Αντώνης Κοκκαλίδης

Niklas Svennung, Karen Tanguy, Carrefour,Mega

Ευγενικήπαραχώρηση: Galerie Chantal

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Η Καλντέρα η επιλογή να εκδράμουν αυτές τις άκρως επικίνδυνες ημέρες, με τη μετάλλαξη Ομικρον να σαρώνει τα πάντα, στην αγαπημένη... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk