ΠΡΟΣΩΠΑ

Citizen Cannes

Λένε ότι τα κινηματογραφικά φεστιβάλ είναι τα μικρά ή τα μεγάλα βασίλεια των καλλιτεχνικών διευθυντών τους. Αν αυτό ισχύει, ο απόλυτος θρύλος των εκατοντάδων πια φεστιβαλικών βασιλέων ανά τον κόσμο είναι αναμφισβήτητα ο κ. Ζακόμπ. Αυτός ο μειλίχιος φαλακρός κυριούλης με το καλοσιδερωμένο πάντα κοστούμι και το αετίσιο βλέμμα. Εχει συνοδεύσει αγκαζέ δεκάδες ντίβες του κινηματογράφου, από τη Σοφία Λόρεν και την Κατρίν Ντενέβ ως τη Νικόλ Κίντμαν και την Εμμανουέλ Μπεάρ. Και όλες πίνουν νερό στ΄ όνομά του.

Λένε ότι τα κινηματογραφικά φεστιβάλ είναι τα μικρά ή τα μεγάλα βασίλεια των καλλιτεχνικών διευθυντών τους. Αν αυτό ισχύει, ο απόλυτος θρύλος των εκατοντάδων πια φεστιβαλικών βασιλέων ανά τον κόσμο είναι αναμφισβήτητα ο κ. Ζακόμπ. Αυτός ο μειλίχιος φαλακρός κυριούλης με το καλοσιδερωμένο πάντα κοστούμι και το αετίσιο βλέμμα. Εχει συνοδεύσει αγκαζέ δεκάδες ντίβες του κινηματογράφου, από τη Σοφία Λόρεν και την Κατρίν Ντενέβ ως τη Νικόλ Κίντμαν και την Εμμανουέλ Μπεάρ. Και όλες πίνουν νερό στ΄ όνομά του.

Ο άνθρωπος που επί 25 χρόνια βρέθηκε πίσω (αλλά και μπροστά) από το Φεστιβάλ Καννών. Επί μία ολόκληρη 25ετία, κάθε Μάιο, όταν η λουτρόπολη της Γαλλικής Ριβιέρας μετατρέπεται σε μητρόπολη του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Ζακόμπ αποφάσιζε ποιοι σκηνοθέτες και ποιοι ηθοποιοί θα ανεβούν τα κόκκινα σκαλιά της τεράστιας Salle Lumiere του Ρalais du Festival. Αποφάσιζε, αυτός και μόνον αυτός, για το πού άξιζε να πέσουν τα φώτα της δημοσιότητας, το ποιες ταινίες αξίζουν και ποιες όχι. Ο Ζακόμπ ήταν (και πολλοί θεωρούν ότι εξακολουθεί να είναι) ο άνθρωπος ο οποίος με τη βοήθεια ενός καλά οργανωμένου επιτελείου, του ενστίκτου του και του «καλού ματιού» του όριζε την ετήσια ταυτότητα του παγκόσμιου ανεξάρτητου κινηματογραφικού τοπίου.

Γιατί λέμε «ήταν»; Τύποις η 53η διοργάνωση του Φεστιβάλ Καννών, τον Μάιο του 2000, ήταν η τελευταία χρονιά του Ζακόμπ στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, την οποία παρέδωσε στον διάδοχό του Τιερί Φρεμό. Αν και ιεραρχικώς ανώτερος, ο ρόλος του Ζακόμπ στη θέση του προέδρου του Φεστιβάλ είναι λιγότερο λαμπρός. Κρίνοντας όμως από την ως τότε θητεία του αλλά και από την τόσο βαθιά αγάπη του για τον κινηματογράφο, η παρουσία του Ζακόμπ, που ούτως ή άλλως πιστεύει ότι «η δουλειά του προέδρου δεν είναι οι χειραψίες στα σκαλιά του Παλαίαλλά η ευθύνη της διοργάνωσης», παραμένει έντονη.

Οι Κάννες πολύ απλά έχουν ταυτιστεί με τον Ζιλ Ζακόμπ.

Το σινεμά έχει αλλάξει
Στην 25χρονη θητεία του ως καλλιτεχνικού διευθυντή ο 79χρονος σήμερα Ζακόμπ, πρώην κριτικός κινηματογράφου και για πάντα εθισμένος σινεφίλ, έφερε για πρώτη φορά σε επαφή τον Τύπο και το κοινό με σκηνοθέτες που έμελλε να χαράξουν την πορεία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Στη δική του θητεία το Φεστιβάλ άλλαξε στέγη μετακομίζοντας στη σάλα Lumiere αλλά και δομή με τα προγράμματα Un Certain Regard και Cin fondation. «Η βασική διαφορά ανάμεσα στις σημερινές προκλήσεις και σε εκείνες παλαιότερων χρόνων βρίσκεται στο ότι το σινεμά έχει πια αλλάξει» είπε πριν από μερικά χρόνια. «Η κοινωνία έχει αλλάξει, άρα το κοινό και ο Τύπος έχουν αλλάξει.Ακόμη και εγώ έχω χάσει κάποιες φαντασιώσεις μου.Ευτυχώς όμως δεν έχω χάσει την απόλαυση που μου προσφέρει το σινεμά». Οταν ο Ζακόμπ άρχισε να εργάζεται στο Φεστιβάλ Καννών στο πλευρό του Μορίς Μπεσί, του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή του, τον άκουγε κάθε μέρα να του λέει: «Ζιλ,το σινεμά πέθανε». Ο μετέπειτα καλλιτεχνικός διευθυντής υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην πέσει ποτέ στην ίδια παγίδα. Το 1979 και ενώ είχε μόλις αντικαταστήσει τον Μπεσί η επιλογή που ο Ζακόμπ καταφέρει να συνθέσει θα έμενε στην ιστορία των Καννών. Σε μία και μόνο διοργάνωση το Φεστιβάλ κατάφερε να συγκεντρώσει τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Μίλος Φόρμαν, τον Τέρενς Μάλικ, τον Μάρτιν Ριτ, τον Τζον Χιούστον, τον Γούντι Αλεν, τον Φεντερίκο Φελίνι, τον Λουίτζι Κομεντσίνι, τον Μίκλος Γιαντσό, τον Τζέιμς Αϊβορι, τον Ντίνο Ρίζι, τον Φραντσέσκο Ρόσι, τον Αντρέι Βάιντα, τον Φόλκερ Σλέντορφ, τον Βέρνερ Χέρτζογκ, τον Αντρέ Ντελβό, τον Μπο Βίντερμπεργκ, τον Αντρέι Κοντσαλόφσκι, τον Κλοντ Λελούς, τον Αλέν Κορνό, τον Ζακ Ντουαγιόν, την Γκίλιαν Αρμστρονγκ, τον Αντρέ Τεσινέ, τον Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα και τον Τζέιμς Μπρίτζες. Ακόμη και ένας κάτω του μετρίου κινηματογραφόφιλος μπορεί να αντιληφθεί την απήχηση αυτών των ονομάτων- ακόμη και σήμερα.

Σήμερα, όμως, όπως λέει ο ίδιος ο Ζακόμπ, «διδασκόματε περισσότερα για τον Μπιλ Γκέιτς και λιγότερα για τον Μορίς Πιαλά,περισσότερα για την εξάπλωση της τεχνολογίας και λιγότερα για την τέχνη του κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος όμως είναι σίγουρα ζωντανός και αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για να τον υπερασπίζεσαι.Ως μορφή τέχνης παραμένει ικανός σε μία μόνο χρονιά να συγκεντρώσει ταινίες πρωτότυπες και εμπνευσμένες σαν του Πέδρο Αλμοδόβαρ,του Τιμ Μπάρτον, του Τακέσι Κιτάνο,του Ντέιβιντ Λιντς,του Αμπάς Κιαροστάμι,του Σαμ Μέντες,του Τζιμ Τζάρμους και τόσων άλλων.Αυτός είναι ο κινηματογράφος που συνεχίζει να με συναρπάζει.Για να διατηρήσεις ζωντανή την τέχνη- και ανέκαθεν αυτό ήταν το μόνο που με απασχολούσε- είναι πέρα για πέρα απαραίτητο να ανακαλύπτεις νέα ταλέντα.Εδώυπήρξα τυχερός.Αυτό είναι το πάθος μου. Αυτός είναι και ο λόγος που δημιουργήθηκε το πρόγραμμα Cin fondation στις Κάννες και στο Παρίσι, που βοηθά εμπράκτως σπουδαστές κινηματογραφικών σχολών να φέρουν σε πέρας τις πρώτες ταινίες τους.Από ΄δώ και στο εξής είναι απαραίτητο να αναρωτιόμαστε για την επιβίωση αυτής της τέχνης».

Με αφορμή την κυκλοφορία του καινούργιου βιβλίου του, ο Ζιλ Ζακόμπ απάντησε στις ερωτήσεις του «Βήματος»
Πίσω από την πρόσοψη
– Ποιος ήταν ο στόχος σας με τη δημοσίευση του τελευταίου βιβλίου σας,πέρα από το να προσθέσετε πολλά στην ιστορία του κινηματογράφου;

«Το μεγάλο κοινό γνωρίζει μόνο το επικάλυμμα των Καννών. Δεν ξέρει όσα κρύβονται πίσω από την πρόσοψη. Πώς συνδυάζεται η προσωπική και η δημόσια ζωή, πώς τα όνειρα του παιδιού τελειώνουν απραγματοποίητα χωρίς να έχουν διανύσει μια λογική πορεία. Στόχος μου ήταν να δείξω πώς κάποιος γίνεται διευθυντής του μεγαλύτερου φεστιβάλ του κόσμου, πώς διαχειρίζεται την κατάσταση και πώς προοδεύει παρ΄ όλες τις παγίδες που παρουσιάζονται μπροστά του. Προσπάθησα επίσης να χαράξω τα πορτρέτα των μεγάλων ηθοποιών που συμπαθώ. Είναι το βιβλίο ενός ανθρώπου ερωτευμένου με τη γυναικεία ομορφιά».

– Πόσο σημαντικό ήταν το ότι υπήρξατε κριτικός κινηματογράφου προτού γίνετε καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ των Καννών;

«Ο ρόλος του κριτικού μού επέτρεψε να διαλέγω τις ταινίες του επίσημου προγράμματος υπό νέα κριτήρια σχετικά με την αισθητική και την ποιότητα των ταινιών. Μου επέτρεψε να ανιχνεύσω τα μελλοντικά ταλέντα, τα ρεύματα, τα σχολεία, τις νέες κινηματογραφίες και τις τάσεις, να μην κάνω παραχωρήσεις ούτε στις μεθόδους ούτε στην επίδειξη ψεύτικων ταλέντων. Να γιορτάσω με το μέγιστο της συνέπειας που έχω την εποχή του κινηματογράφου του δημιουργού για το μεγάλο κοινό αλλά και του ευφυούς δημοφιλούς κινηματογράφου».

– Ποιο ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του να είναι κανείς καλλιτεχνικός διευθυντής του μεγαλύτερου κινηματογραφικού φεστιβάλ στον κόσμο;

«Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του ομορφότερου επαγγέλματος του κόσμου ήταν να συναντήσω και να γίνω φίλος των σπουδαιότερων καλλιτεχνών της εποχής μας. Αυτό βοήθησε τις ταινίες τους να γίνουν περισσότερο γνωστές σε ολόκληρο τον κόσμο».

– Και ποιο το μειονέκτημα; «Η υπερβολική εργασία- αν και όποιος έχει πάθος με τον κινηματογράφο δεν αισθάνεται την κούρασή του. Αλλά η προσωπική ζωή, η οικογένεια, οι φίλοι, οι διακοπές, οι μικρές απολαύσεις τού να ακούσεις λίγη μουσική ή να διαβάσειςόλα αυτά μοιραία υποφέρουν λόγω της έλλειψης χρόνου».

– Πείτε μου μερικά πράγματα για τα οποία αισθάνεστε υπερήφανος από την 25ετή θητεία σας στο Φεστιβάλ των Καννών.

«Ο θεσμός του βραβείου Cam ra D΄Οr (πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών), η δημιουργία του τμήματος Cin fondation, η ανακάλυψη δεκάδων σκηνοθετών που είχαν σπουδαία εξέλιξη ( Τζέιν Κάμπιον, Νάνι Μορέτι, Λαρς φον Τρίερ, Κριστόφ Κισλόφσκι κ.ά.), το ότι τιμήσαμε σπουδαίους ανθρώπους του κινηματογράφου και ότι το φεστιβάλ κατέκτησε την ανεξαρτησία τουοικονομική, πολιτική, επαγγελματική, διπλωματική, φιλική- απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας». – Αν σας ζητούσα την πολυτιμότερη και τη χειρότερη ανάμνησή σας από τη θητεία σας στις Κάννες,τι θα μου λέγατε;

«Η πιο πολύτιμη ανάμνηση ήταν η ασύγκριτη ημέρα της επετείου των 50 χρόνων το 1997, όταν φέραμε στη σκηνή του Ρalais du Festival 28 σκηνοθέτες βραβευμένους με τον Χρυσό Φοίνικα και τιμήσαμε τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν με τον Φοίνικα των Φοινίκων παρουσία της Λιβ Ούλμαν και των πέντε αγαπημένων ηθοποιών του. Η χειρότερη ανάμνηση ήταν όταν αποτύχαμε να σταματήσουμε τη διαδήλωση του 1983 στην είσοδο του νέου Ρalais και όταν μυστηριώδεις βλάβες έκαναν τους λαμπτήρες των προβολέων μέσα στην καμπίνα να εκραγούν: μια φρίκη!».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk