Η ανάκαμψη περνά από την εξυγίανση

Από τον βαθμό και τον χρόνο αποκατάστασης της ομαλής λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και της βελτίωσης των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας θα εξαρτηθεί η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την κρίση και η επιστροφή σε υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Αlpha Βank, δημοσιεύοντας ανάλυση σχετική με την πορεία της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο που εξέδωσε. Σε γενικές γραμμές πάντως οι αναλυτές της τράπεζας …

Από τον βαθμό και τον χρόνο αποκατάστασης της ομαλής λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και της βελτίωσης των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας θα εξαρτηθεί η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την κρίση και η επιστροφή σε υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Αlpha Βank, δημοσιεύοντας ανάλυση σχετική με την πορεία της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο που εξέδωσε. Σε γενικές γραμμές πάντως οι αναλυτές της τράπεζας δεν είναι αισιόδοξοι, καθώς παρατηρούν ότι η οικονομική πολιτική, τόσο τα τελευταία χρόνια όσο και μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, κινείται προς λάθος κατεύθυνση, επιδεινώνοντας τις εγχώριες οικονομικές συνθήκες.

«Η απαισιόδοξη προοπτική ενισχύεται ιδιαιτέρως μετά την υποβάθμιση του χρέους του ελληνικού Δημοσίου από τη S&Ρ΄s, η οποία είχε ήδη προεξοφληθεί με την αύξηση του περιθωρίου κινδύνου (spread) των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων από τα αντίστοιχα γερμανικά στις 230 μονάδες βάσης» σημειώνεται σχετικά στο Οικονομικό Δελτίο, οι συντάκτες του οποίου εξηγούν ότι «η αυξημένη διασύνδεση των ελληνικών τραπεζών με το Δημόσιο, λόγω της ενίσχυσής τους από το τελευταίο με ίδια κεφάλαια και εγγυήσεις, συνεπάγεται ότι η διεύρυνση των spreads επηρεάζει αυτομάτως και το κόστος δανεισμού των τραπεζών, καθώς και το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών».

Σύμφωνα με την Αlpha Βank, η αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται τώρα πολύ περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν από την επιτυχία της προσπάθειας για ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή. Τονίζει όμως ότι αντί της επίτευξης προόδου στην υλοποίηση των ανωτέρω διαρθρωτικών προσαρμογών, «η έμφαση της κυβερνητικής πολιτικής στην Ελλάδα φαίνεται να επικεντρώνεται τελευταία στη συνεχή αύξηση των παροχών προς διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται από πού θα προέλθουν οι πρόσθετοι πόροι που απαιτούνται για την υλοποίησή τους».

Αρνητική αποταμίευση
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η τράπεζα, ενώ η μέση ετήσια αύξηση των καθαρών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού (ΤΠ) στην περίοδο 2002- 2008 ήταν 6,1%, ο ρυθμός αύξησης των πρωτογενών δαπανών του ΤΠ υπερέβη το 9,7%. Τα καθαρά έσοδα του ΤΠ μειώθηκαν στο 21,6% του ΑΕΠ το 2008, από 23,7% του ΑΕΠ το 2002, ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες του ΤΠ αυξήθηκαν στο 20,1% του ΑΕΠ το 2008, από 18,1% του ΑΕΠ το 2002. Γενικότερα, το σύνολο των πάσης φύσεως τρεχουσών δαπανών της γενικής κυβερνήσεως ανήλθε στο 39,6% του ΑΕΠ το 2007, ενώ το σύνολο των αντίστοιχων τρεχουσών εσόδων δεν ξεπέρασε το 37,6%. Υπήρξε δηλαδή αρνητική αποταμίευση του Δημοσίου της τάξεως του -2,0% του ΑΕΠ το 2007, η οποία χρηματοδοτήθηκε με δανεισμό, επιπλέον του ελλείμματος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Αυτή η αρνητική αποταμίευση το 2008 συγκρίνεται με τη μηδενική κρατική αποταμίευση το 2001. Συγκριτικά, στην ευρωζώνη το σύνολο των τρεχουσών εσόδων ανήλθε το 2007 στο 45% του ΑΕΠ και των τρεχουσών δαπανών στο 42,3% του ΑΕΠ, δίδοντας θετική κρατική αποταμίευση 2,7% του ΑΕΠ το 2007.

Η επιδείνωση του δημοσιονομικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας καλύφθηκε σε κάποιο βαθμό από τη μείωση των πληρωμών τόκων στο 4,6% του ΑΕΠ το 2008, από 5,8% το 2002. Επίσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2008 έχει μειωθεί έναντι του 2002 από τη μείωση των δαπανών του ΠΔΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 0,6 π.μ., από την αύξηση των εσόδων του ΠΔΕ κατά 0,5 π.μ. και από τη μείωση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα κατά 0,5 π.μ. Επιπλέον, υπήρξαν σημαντικά έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ σημειώθηκε σημαντική αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ της χώρας. Παρ΄ όλα αυτά το χρέος της γενικής κυβερνήσεως παραμένει στο 94,6% του ΑΕΠ το 2008, από 94,8% του ΑΕΠ το 2007 και 101,7% του ΑΕΠ το 2001.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της Αlpha Βank, το ελληνικό Δημόσιο συμβάλλει στη μείωση της ιδιωτικής αποταμίευσης με τους ακόλουθους τρόπους:

▅ Πρώτον, έχει αναλάβει την υποχρέωση για την καταβολή των συντάξεων σε χαμηλόμισθους και υψηλόμισθους ασφαλισμένους στα πολυάριθμα ασφαλιστικά Ταμεία της χώρας, των οποίων η συνταξιοδοτική αποταμίευση είναι ανεπαρκής. Τα Ταμεία δεν επιδιώκουν την αύξηση της αποταμίευσής τους, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους για παροχή των συντάξεων και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αφού το κράτος καλύπτει πλήρως τα τρέχοντα ελλείμματά τους και έχει υποσχεθεί την κάλυψη όλων των μελλοντικών ελλειμμάτων τους.

▅ Δεύτερον, οι συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις των ίδιων των μισθωτών και των αυτοαπασχολουμένων, μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών ή συνταξιοδοτικών συμβολαίων, είναι επίσης ουσιαστικά ανύπαρκτες, αφού και αυτοί επαφίενται στη γενναιοδωρία των κρατικών συντάξεων και των κρατικών συστημάτων παροχής υγειονομικής περίθαλψης.

▅ Τρίτον, το ελληνικό κράτος έχει αναλάβει de facto την ασφαλιστική κάλυψη των πολιτών έναντι πάσης φυσικής ή/και εγκληματικής καταστροφής, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανάγκη ασφαλιστικής αποταμίευσης για τους σκοπούς αυτούς, όπως συμβαίνει στις άλλες χώρες του κόσμου. Τα ανωτέρω συνεπάγονται την ανάγκη ύπαρξης μιας σημαντικής σωρευμένης κρατικής αποταμίευσης για να μπορεί το κράτος να εκπληρώνει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις του και στα επόμενα έτη, στα οποία αυτές θα διογκωθούν σημαντικά λόγω και της γήρανσης του πληθυσμού της χώρας.

Οι αποταμιεύσεις που δεν πραγματοποιούνται από τον ιδιωτικό τομέα, όπως προαναφέρθηκε, θα έπρεπε να πραγματοποιούνται από το κράτος. Ωστόσο, αντί αυτού, το ελληνικό κράτος χρησιμοποιεί τη διευκόλυνση που του παρέχουν οι αυξημένες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό για να επιτυγχάνει την πολύ μεγαλύτερη αύξηση των πρωτογενών δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού (ΤΠ) στην περίοδο 2002- 2009 έναντι της αυξήσεως των καθαρών εσόδων του ΤΠ. Ετσι, το ελληνικό κράτος, αντί να συμβάλλει στην ενίσχυση της εγχώριας αποταμιεύσεως, έχει και αυτό ετήσια αρνητική αποταμίευση της τάξεως του 2% του ΑΕΠ.

Η Αlpha Βank καταλήγει τονίζοντας ότι για τους ανωτέρω λόγους η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν έχουν δυνατότητα να συμμετάσχουν στο δημοσιονομικό πακέτο των 200 δισ. ευρώ ενίσχυσης των ευρωπαϊκών οικονομιών που εγκρίθηκε από το συμβούλιο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως τον Δεκέμβριο του 2008.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk