ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Η «αγωγή» των Σκοπίων

Στις 17 Νοεμβρίου η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ) κατέθεσε προσφυγή εναντίον της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (ΔΔΔ) στη Χάγη. Η προσφυγή αυτή δεν αφορά άμεσα τη διευθέτηση της ονομασίας της πΓΔΜ, ούτε ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του θέματος αυτού. Αλλωστε το ΔΔΔ δεν έχει δικαιοδοσία να συζητήσει το θέμα της ονομασίας γιατί κανένα από τα δύο κράτη δεν έχει παραχωρήσει στο Δικαστήριο εξουσία να συζητήσει το ζήτημα αυτό. Η παρούσα προσφυγή αφορά μία συγκεκριμένη υποχρέωση που ανέλαβε η Ελλάδα επί τη βάσει της διμερούς Ενδιάμεσης Συμφωνίας που υπέγραψε με την πΓΔΜ το 1995.

Στις 17 Νοεμβρίου η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ) κατέθεσε προσφυγή εναντίον της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (ΔΔΔ) στη Χάγη. Η προσφυγή αυτή δεν αφορά άμεσα τη διευθέτηση της ονομασίας της πΓΔΜ, ούτε ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του θέματος αυτού. Αλλωστε το ΔΔΔ δεν έχει δικαιοδοσία να συζητήσει το θέμα της ονομασίας γιατί κανένα από τα δύο κράτη δεν έχει παραχωρήσει στο Δικαστήριο εξουσία να συζητήσει το ζήτημα αυτό. Η παρούσα προσφυγή αφορά μία συγκεκριμένη υποχρέωση που ανέλαβε η Ελλάδα επί τη βάσει της διμερούς Ενδιάμεσης Συμφωνίας που υπέγραψε με την πΓΔΜ το 1995. Σύμφωνα με το άρθρο 11 αυτής της Συμφωνίας η Ελλάδα υποχρεούταν να μην παρεμποδίζει ή να αντιτάσσεται στην ένταξη της πΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η ίδια είναι μέλος, εφόσον βέβαια το κράτος των Σκοπίων αναφέρεται στους οργανισμούς αυτούς μόνο ως πΓΔΜ. Δηλαδή, αν οιαδήποτε ένταξη σε διεθνή οργανισμό επιχειρούνταν με το συνταγματικό όνομα της γείτονος χώρας, ως Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τότε η Ελλάδα θα είχε το δικαίωμα να ασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας (βέτο) εναντίον της ένταξης της πΓΔΜ. Πράγματι, η Ελλάδα τήρησε τον όρο της Συμφωνίας αυτής και τα Σκόπια εντάχθηκαν σε αρκετούς διεθνείς οργανισμούς.

Η πΓΔΜ διατείνεται στην προσφυγή της ότι η Ελλάδα παραβίασε την υποχρέωσή της από το άρθρο 11 γιατί κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2008 έθεσε βέτο ως προς την ένταξη των Σκοπίων, παρ΄ ότι η αίτησή τους κατατέθηκε κάτω από το όνομα πΓΔΜ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αίτημα των Σκοπιανών είναι εύλογο και σύμφωνο με το γράμμα του άρθρου 11. Αυτό λοιπόν που πρέπει να αποδείξει η ελληνική κυβέρνηση είναι ότι η παραβίαση του άρθρου 11 είναι απόρροια προηγούμενης παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από τα Σκόπια. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας, τα δύο κράτη υποχρεούνταν να συνεχίσουν τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για να βρουν λύση στο θέμα του ονόματος. Επί τούτου, ενώ η Ελλάδα έχει επιδείξει συμβιβαστική διάθεση και έχει προτάξει μια σειρά σύνθετων ονομασιών, τα Σκόπια απεναντίας, ενθαρρυμένα από τη στάση τρίτων κρατών, έχουν τηρήσει μια παρελκυστική πολιτική από την οποία δεν διαφαίνεται καμία διάθεση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Επίσης, είναι φανερό ότι η πΓΔΜ έχει παραβιάσει το άρθρο 7 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο τα δύο μέρη υποχρεούνται να καταστέλλουν προπαγανδιστικά κινήματα αφού η παρούσα σκοπιανή κυβέρνηση έχει υποδαυλίσει επανειλημμένως τις σχέσεις των δύο χωρών, με αποκορύφωμα τη διακωμώδηση του έλληνα πρωθυπουργού πριν και μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Παράλληλα τα Σκόπια συστηματικά γράφουν τη δική τους ιστορία για την αρχαία Μακεδονία και καπηλεύονται ελληνικά σύμβολα. Παρ΄ ότι η παραβίαση του άρθρου 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν εμπίπτει στα ζητήματα εκείνα που μπορεί να εξετάσει το ΔΔΔ, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί κάλλιστα να αντιτάξει ότι η πΓΔΜ με την παρελκυστική πολιτική της παραβίασε το αντικείμενο και τον σκοπό της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Με τον τρόπο αυτό καταδεικνύεται ότι δεν είχε ποτέ διάθεση να λύσει το ζήτημα του ονόματος, αλλά αποσκοπούσε μόνο στην καταχρηστική άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συμφωνία. Διαθέτουμε λοιπόν πολλά και ισχυρά νομικά επιχειρήματα. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς αυτή τη χρονική στιγμή δεν αφορά τυχόν ιστορικά επιχειρήματα, όσο ισχυρά και αν είναι αυτά από την πλευρά της Ελλάδας. Αν αποδείξουμε ότι η χρήση του βέτο ως προς την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ ήταν ένα καθ΄ όλα νόμιμο αντίμετρο στην εν γένει στάση των Σκοπίων, τότε θα έχουμε καταφέρει να δείξουμε δύο πράγματα: πρώτον, ότι λειτουργούμε καλή τη πίστει και, κατά δεύτερον, ότι δεν είμαστε η κακή περιφερειακή και πλούσια υπερδύναμη που προσπαθεί να αφανίσει τον φτωχό της γείτονα, μια και η σκοπιανή κυβέρνηση έχει καταφέρει εν μέρει να παρουσιάσει τις ελληνικές διεκδικήσεις με αυτόν τον τρόπο. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη στάση του Διεθνούς Δικαστηρίου σε καμία υπόθεση, πολύ δε περισσότερο σε αυτή. Σε περίπτωση που χάσουμε την υπόθεση πολύ πιθανόν να υποχρεωθούμε να άρουμε το βέτο μας. Καθώς όμως η πρακτική του ΔΔΔ είναι να μη δικαιώνει σε όλα τα σημεία μόνο το ένα από τα δύο διάδικα κράτη ενώπιόν του, το Δικαστήριο πολύ πιθανόν να ζητήσει από τα μέρη να εντείνουν τις διαπραγματεύσεις τους για επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Το ζήτημα της ονομασίας δεν τελειώνει με αυτή την υπόθεση και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών επ΄ ευκαιρία της προσφυγής θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις θέσεις έγκριτων διεθνολόγων για το γενικότερο θέμα του ονόματος, το οποίο δεν μπορεί να λυθεί μόνο με πολιτικά επιχειρήματα.

Ο κ. Ηλίας Μπαντέκας είναι τακτικός καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Βrunel University του Λονδίνου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk