Πώς η άλλοτε μεγαλύτερη τράπεζα του κόσμου σώθηκε την τελευταία στιγμή από τη χρεοκοπία

Η δραματική διάσωση της βαρέως νοσούσης Citigroup

ΛΟΓΩ του μεγέθους και του εύρους των δραστηριοτήτων της, η Citigroup ανήκει στη σύντομη λίστα των χρηματοπιστωτικών ομίλων που θεωρούνται απαραίτητοι για τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.Συγκαταλέγεται στα πολύ λίγα «βαριά χαρτιά», η κατάρρευση των οποίων ενέχει συστημικούς κινδύνους. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, πολλοί κατηγόρησαν τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Πόλσον και τον πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας (Fed) Μπεν Μπερνάνκι ότι ουσιαστικά επέτρεψαν την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Βrothersένα κορυφαίο γεγονός της κρίσης που πυροδότησε κλίμα πανικού στη Wall Street.Την περασμένη Δευτέρα,τα χρηματιστήρια σε Ευρώπη και ΗΠΑ απάντησαν με ράλι ανακούφισης στην είδηση για τη διάσωση της Citigroup.Ανάμεσα στις δύο τράπεζες υπάρχει μια σημαντική διαφορά.Οι δραστηριότητες της Lehman Βrothers απευθύνονταν κυρίως στους επενδυτές,στον κόσμο της Wall Street.Αντιθέτως,η βεντάλια των δραστηριοτήτων της Citigroup αφορά την «main street»,δηλαδή τα δάνεια,τις πιστωτικές κάρτες και τις καταθέσεις του μέσου πολίτη-καταναλωτή στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες του κόσμου.Η Citigroup διαθέτει υποκαταστήματα σε περισσότερες από 100 χώρες και συνολικά 200 εκατομμύρια πελάτες.Επομένως δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι η άλλοτε μεγαλύτερη στον κόσμο αμερικανική τράπεζα δέχθηκε το μεγαλύτερο «πακέτο σωτηρίας» που έχει δοθεί μέχρι στιγμής από την απερχόμενη κυβέρνηση Μπους.Το Δημόσιο αναλαμβάνει «τοξικές» ζημιές 306 δισ.δολαρίων,ενώ παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών θα επενδύσει 20 δισ.δολάρια για προνομιούχες μετοχές της Citi και μέρισμα 8% μέσω του «σχεδίου Πόλσον»,του προγράμματος ενίσχυσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με την κωδική ονομασία ΤΑRΡ (Τroubled Αsset Relief Ρrogram).

ΛΟΓΩ του μεγέθους και του εύρους των δραστηριοτήτων της, η Citigroup ανήκει στη σύντομη λίστα των χρηματοπιστωτικών ομίλων που θεωρούνται απαραίτητοι για τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.Συγκαταλέγεται στα πολύ λίγα «βαριά χαρτιά», η κατάρρευση των οποίων ενέχει συστημικούς κινδύνους. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, πολλοί κατηγόρησαν τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Πόλσον και τον πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας (Fed) Μπεν Μπερνάνκι ότι ουσιαστικά επέτρεψαν την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Βrothersένα κορυφαίο γεγονός της κρίσης που πυροδότησε κλίμα πανικού στη Wall Street.Την περασμένη Δευτέρα,τα χρηματιστήρια σε Ευρώπη και ΗΠΑ απάντησαν με ράλι ανακούφισης στην είδηση για τη διάσωση της Citigroup.Ανάμεσα στις δύο τράπεζες υπάρχει μια σημαντική διαφορά.Οι δραστηριότητες της Lehman Βrothers απευθύνονταν κυρίως στους επενδυτές,στον
κόσμο της Wall Street.Αντιθέτως,η βεντάλια των δραστηριοτήτων της Citigroup αφορά την «main street»,δηλαδή τα δάνεια,τις πιστωτικές κάρτες και τις καταθέσεις του μέσου πολίτη-καταναλωτή στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες του κόσμου.Η Citigroup διαθέτει υποκαταστήματα σε περισσότερες από 100 χώρες και συνολικά 200 εκατομμύρια πελάτες.Επομένως δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι η άλλοτε μεγαλύτερη στον κόσμο αμερικανική τράπεζα δέχθηκε το μεγαλύτερο «πακέτο σωτηρίας» που έχει δοθεί μέχρι στιγμής από την απερχόμενη κυβέρνηση Μπους.Το Δημόσιο αναλαμβάνει «τοξικές» ζημιές 306 δισ.δολαρίων,ενώ παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών θα επενδύσει 20 δισ.δολάρια για προνομιούχες μετοχές της Citi και μέρισμα 8% μέσω του «σχεδίου Πόλσον»,του προγράμματος ενίσχυσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με την κωδική ονομασία ΤΑRΡ (Τroubled Αsset Relief Ρrogram).

Το περασμένο Σαββατοκύριακο συνεχίζονταν σε Ουάσιγκτον και Νέα Υόρκη οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις για την τύχη της διασημότερης ανά την υφήλιο αμερικανικής τράπεζας. Είχε προηγηθεί το κλείσιμο της Παρασκευής 21 Νοεμβρίου, το τέλος μιας καταστροφικής εβδομάδας για τη Citigroup κατά την οποία οι μετοχές της είχαν απολέσει το 60% της αξίας τους, κατρακυλώντας στα 3,77 δολάρια. Ο τραπεζικός κολοσσός βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας, χτυπημένος από μια αλυσίδα απωλειών που πυροδότησε η έκθεσή του στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime). Τα επισφαλή δάνεια και οι «τοξικοί» τίτλοι είχαν δηλητηριάσει τη λειτουργίας της. Αν της… επέτρεπαν να καταρρεύσει, ήταν ορατός ο κίνδυνος ενός ντόμινο που θα παρέσυρε στη δίνη ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα των ΗΠΑ.

Ηεπιχείρηση-«αστραπή» για τη διάσωση της Citigroup εκτυλίχθηκε ταυτόχρονα στα κυβερνητικά κτίρια της Ουάσιγκτον και στα κεντρικά γραφεία του κολοσσού στην Παρκ Αβενιου της Νέας Υόρκης. Στελέχη της υπηρεσίας ελέγχου ΟCC ξεσκόνιζαν τα βιβλία του ομίλου το περασμένο Σάββατο και ως τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής. Η κινητοποίηση έδειξε πόσο γρήγορα μπορούν να ενεργοποιηθούν οι ρυθμιστικές αρχές όταν οι επενδυτές αρχίσουν να ξεφορτώνονται μαζικά τα «χαρτιά» χρηματοπιστωτικών ομίλων οι οποίοι θεωρούνται απαραίτητοι για το ίδιο το σύστημα.

Στη διάρκεια της καταστροφικής εβδομάδας που είχε προηγηθεί, οι πάντες είχαν πεισθεί ότι η Citigroup δεν συγκέντρωνε πια την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Το «μπαλάκι» είχε περάσει πλέον στα χέρια της Fed και του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Ανάλογο κλίμα «κόκκινου συναγερμού» στα κυβερνητικά γραφεία είχε επικρατήσει άλλες δύο φορές εφέτος. Η Βear Stearns τον Μάρτιο και η Lehman Βrothers τον Σεπτέμβριο, είχαν βρεθεί «στον αέρα» μετά την κατάρρευση της εμπιστοσύνης του επενδυτικού κοινού. Η πρώτη στηρίχθηκε με δάνεια 30 δισ. δολαρίων από τη Fed και πουλήθηκε αντί «πινακίου φακής» στην ανταγωνίστριά της JΡ Μorgan Chase. Η δεύτερη πέρασε στην Ιστορία. Εβδομάδα πανικού
«Πρέπει να σταματήσουμε αυτό που συμβαίνει, δημιουργείται χιονοστιβάδα!» αναφωνούσε επενδυτής της Wall Steet βλέποντας τις μετοχές της Citigroup να καταρρέουν. Στις 18 Νοεμβρίου, πέντε ημέρες προτού αναγκαστεί να στηρίξει τον τραπεζικό κολοσσό, ο υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Πόλσον δήλωνε στο Κογκρέσο ότι παραδίδει στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα «ένα σημαντικά σταθερότερο τραπεζικό σύστημα,στο οποίο το ενδεχόμενο κατάρρευσης ενός βασικού για τη λειτουργία του συστήματος οργανισμού δεν αποτελεί πλέον μια από τις βασικές ανησυχίες που αποσταθεροποιούν τις αγορές». Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση για την περικοπή 52.000 θέσεων εργασίας και της μείωσης των λειτουργικών δαπανών της επιχείρησης κατά 20% από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Citigroup Βίκραμ Πάντιτ . Ηταν ένα σαφές σημάδι ότι το σκάφος έπλεε σε ταραγμένα νερά. Η αισιόδοξη εκτίμηση του Πόλσον διαψεύστηκε μέσα σε λίγες ώρες. Την επομένη, Τετάρτη 19 Νοεμβρίου, οι μετοχές της Citigroup υποχώρησαν κατά 23%, στο χαμηλότερο σημείο από τον Μάρτιο του 1995.

Το πρωί της Πέμπτης 20 Νοεμβρίου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ακόμη και η προθυμοποίηση του σαουδάραβα πρίγκιπα Αλουαλίντ μπιν Ταλάλ μπιν Αμντουλαζίζ αλ Σαούντ να αυξήσει το ποσοστό του από 4% σε 5% στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας δεν στάθηκε αρκετή για να στηρίξει τις μετοχές της. Ο «παλιός φίλος» από τη Μέση Ανατολή – και μεγαλύτερος ιδιώτης μέτοχος της Citigroup- δεν μπορούσε πλέον να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών για τον όμιλο, όπως είχε κάνει στο παρελθόν. Αιτία του ξεπουλήματος της μετοχής της (μέχρι πρότινος) μεγαλύτερης σε ενεργητικό τράπεζας στον κόσμο ήταν η ανησυχία ότι δεν διαθέτει αρκετά κεφάλαια για να καλύψει τις εν δυνάμει ζημιές της.

Πιο απλά, για να επιβιώσει στο ασφυκτικό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον των τελευταίων μηνών. Την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου κυκλοφόρησαν φήμες ότι το διοικητικό συμβούλιο της Citigroup διερευνούσε το ενδεχόμενο πώλησης κλάδων ή ολόκληρης της τράπεζας σε ανταγωνίστριά της. Από την αρχή του έτους είχε συσσωρεύσει ζημιές 20 δισ. δολαρίων εξαιτίας της έκθεσής της στην αγορά ακινήτων, στην αγορά πιστωτικών καρτών και στις αναδυόμενες αγορές.

Τα ανώτερα στελέχη της Fed βρίσκονταν σε επαφή με τη Citigroup με σκοπό την εξεύρεση λύσης στο γνωστό θέμα των «τοξικών» χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ωστόσο οι επαφές έγιναν στενότερες όταν άρχισε η κατάρρευση των μετοχών της Citigroup, όπως είχε συμβεί άλλωστε και στην περίπτωση της JΡ Μorgan τον περασμένο Μάρτιο. Το απόγευμα του Σαββάτου 23 Νοεμβρίου ο επικεφαλής της Fed Μπεν Μπερνάνκι συγκάλεσε σύσκεψη με τους στενούς συνεργάτες του.

Οι αξιωματούχοι που συμμετείχαν σε αυτήν έκριναν ότι υπήρχε πλέον «συστημικό ρίσκο» και υποστήριξαν ότι πρέπει να επιτραπεί στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλισης Καταθέσεων (FDΙC) να εγγυηθεί για τα περιουσιακά στοιχεία του τραπεζικού κολοσσού. Ο πρόεδρος του παραρτήματος της Κεντρικής Τράπεζας στη Νέα Υόρκη Τίμοθι Γκέιτνερ (ο επόμενος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ) συνομίλησε με τον νυν υπουργό Οικονομικών Χένρι Πόλσον και τον Μπερνάνκι, αλλά όχι και με τα κορυφαία στελέχη της Citigroup. Στη διάρκεια της σύσκεψης ο Πόλσον τηλεφώνησε στον Μπερνάνκι για τα τον ενημερώσει ότι μαζί με την επικεφαλής της FDΙC Σίλα Μπέαρ (της υπηρεσίας που εγγυάται για τις τραπεζικές καταθέσεις και ορισμένα χρέη) συζητούσαν ακόμη ορισμένες λεπτομέρειες.

Ενημέρωση εν πτήσει
Την ίδια ώρα, περίπου 20 υπάλληλοι εργάζονταν πυρετωδώς στα γραφεία της FDΙC στην Ουάσιγκτον, σε απόσταση ενός τετραγώνου από τον Λευκό Οίκο. Στις 22.30 το διοικητικό συμβούλιο της υπηρεσίας κατέληξε με ψηφοφορία στην απόφαση για τη στήριξη της Citigroup. Ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους δήλωσε ότι η οριστική απόφαση ελήφθη στη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε με τον Πόλσον την Κυριακή, ενώ βρισκόταν εν πτήσει κατά την επιστροφή του από το Περού όπου συμμετείχε στο Φόρουμ Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας- Ειρηνικού (ΑΡΕ). Την Κυριακή το βράδυ, μετά την ολοκλήρωση της κίνησής του για τη σωτηρία της τράπεζας, ο Πόλσον τηλεφώνησε στον επικεφαλής των Δημοκρατικών Χάρι Ράιντ, στο σπίτι του στη Νεβάδα, και τον ενημέρωσε για τη συμφωνία με τη Citigroup.

Εκτός από την ενίσχυση των 20 δισ. δολαρίων και την εγγύηση για τις «τοξικές» ζημιές ύψους 306 δισ. δολαρίων, η Citigroup εξασφάλισε διευρυμένη πρόσβαση στους πόρους της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ. «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ και η Citigroup εργάστηκαν μαζί με πρωτοφανή τρόπο ώστε να επαναφέρουν την εμπιστοσύνη στην αγορά και να αντιμετωπίσουν την πρόσφατη πτώση της τιμής της μετοχής της Citi» δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Βίκραμ Πάντιτ. Αναλυτές εκτιμούν ότι η τεράστια ποσότητα ρευστού θα σταθεροποιήσει τη μετοχή της τράπεζας και θα της δώσει βραχυπρόθεσμα σημαντική ανάσα. Ωστόσο η οριστική επιβίωσή της θα εξαρτηθεί από το ύψος των κεφαλαίων που θα αντλήσει και από το μέγεθος των ζημιών που θα ακολουθήσουν.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk