ΑΝΓΚΕΛΑ ΜΕΡΚΕΛ

Ελκύει τους Γερμανούς αλλά όχι το κόμμα της

ΗΑνγκελα Μέρκελ είναι σπάνιο φαινόμενο. Ως καγκελάριος από τα τέλη του 2005, έχει καταφέρει να γίνει από τους πλέον δημοφιλείς πολιτικούς στη Γερμανία και στην Ευρώπη. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 60% των Γερμανών θα την ψήφιζε, ενώ μόλις το 10% θα προτιμούσε τον Κουρτ Μπεκ, τον ηγέτη των Σοσιαλδημοκρατών, με τους οποίους η Μέρκελ μοιράζεται την εξουσία. Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις είναι παραπλανητικές. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της Μέρκελ στον ρόλο της καγκελαρίου και της Μέρκελ στον ρόλο της αρχηγού του συντηρητικού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών.

ΗΑνγκελα Μέρκελ είναι σπάνιο φαινόμενο. Ως καγκελάριος από τα τέλη του 2005, έχει καταφέρει να γίνει από τους πλέον δημοφιλείς πολιτικούς στη Γερμανία και στην Ευρώπη. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 60% των Γερμανών θα την ψήφιζε, ενώ μόλις το 10% θα προτιμούσε τον Κουρτ Μπεκ, τον ηγέτη των Σοσιαλδημοκρατών, με τους οποίους η Μέρκελ μοιράζεται την εξουσία. Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις είναι παραπλανητικές. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της Μέρκελ στον ρόλο της καγκελαρίου και της Μέρκελ στον ρόλο της αρχηγού του συντηρητικού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών. «Το κόμμα δεν είναι σε καλή κατάσταση» προειδοποιεί ο Βόλφγκανγκ Μπόσμπαχ, βουλευτής και στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών. «Δεν μπορείς να παραβλέπεις τις εντάσεις,ειδικά εκείνες μεταξύ των παραδοσιακών μελών που νοσταλγούν τις παλιές ημέρες».

Ο συντηρητικός συνασπισμός, που περιλαμβάνει και τη Χριστιανική Κοινωνική Ενωση της Βαυαρίας, δεν τα πάει καλά στις δημοσκοπήσεις. Σήμερα σε ενδεχόμενες εκλογές θα συγκέντρωνε μετά βίας το 37% των ψήφων, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη δημιουργία συμμαχίας με οποιοδήποτε από τα μικρότερα κόμματα, όπως έγινε και μετά τις εκλογές του 2005. Τότε οι συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες, τα δύο μεγαλύτερα «λαϊκά κόμματα» της Γερμανίας, υποχρεώθηκαν να σχηματίσουν έναν «μεγάλο συνασπισμό», τον οποίο κανένα από τα δύο δεν επιθυμούσε. Προκειμένου να διατηρήσει την κυβέρνησή της ενωμένη, η Μέρκελ προέβη σε υποχωρήσεις.

Η γερμανίδα καγκελάριος τρέμει στην ιδέα ότι οι εκλογές του επόμενου χρόνου μπορεί να οδηγήσουν σε έναν ακόμη «μεγάλο συνασπισμό». Προκειμένου αυτό να αποφευχθεί, οι σύμβουλοί της προσπαθούν να κατανοήσουν την ανακολουθία μεταξύ της υψηλής δημοτικότητάς της ως καγκελαρίου και των ανεπαρκών επιδόσεών της ως αρχηγού των Χριστιανοδημοκρατών. Η Μέρκελ είναι επιτυχημένη καγκελάριος επειδή «είναι πειθαρχημένη,εργάζεται σκληρά και είναι ικανή», εκτιμά ο Γκερντ Λάνγκουτ, βιογράφος της και πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου της Βόννης. Οι γνώσεις της εκπλήσσουν όσους τη συναντούν ή εργάζονται στο πλευρό της. Οι Γερμανοί είναι υπερήφανοι που για πρώτη φορά έχουν μια γυναίκα- και φυσικό επιστήμοναστα ηνία μιας χώρας με όχι σπουδαία φήμη στην προώθηση των γυναικών σε ανώτατα αξιώματα.

Η Μέρκελ επίσης έχει βελτιώσει την εικόνα της Γερμανίας στην Ευρώπη και αποκατέστησε τις σχέσεις της χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά την προεκλογική εκστρατεία του το 2002 ο Γκέρχαρντ Σρέντερ χρησιμοποίησε αντιαμερικανικά συνθήματα για να υποστηρίξει την αντίθεσή του στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, με αποτέλεσμα να υποβαθμίσει τις σχέσεις Βερολίνου- Ουάσιγκτον. Ως καγκελάριος, η Μέρκελ άλλαξε την εξωτερική πολιτική προς τη Ρωσία και την Κίνα, δύο μεγάλους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας. Στη διάρκεια των επτά χρόνων εξουσίας του ο Σρέντερ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να υποστηρίξει τις γερμανικές εταιρείες στην Κίνα και στη Ρωσία, και επιπλέον ανέπτυξε προσωπικές σχέσεις με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Σπάνια αναφερόταν στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αντιθέτως η Μέρκελ προσπάθησε να διαχωρίσει την πολιτική από τα οικονομικά συμφέροντα και έθεσε το ζήτημα των δημοκρατικών αξιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που οι κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Κίνας εκλαμβάνουν ως απειλή. Στην πραγματικότητα όμως η στάση της Μέρκελ δεν επηρέασε τις εμπορικές σχέσεις της Γερμανίας με τις δύο χώρες. Επιπλέον οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινή γνώμη στη Γερμανία σέβεται τις αποφάσεις της Μέρκελ. Οσον αφορά την εξωτερική πολιτική, τα πρώτα χρόνια της Μέρκελ ήταν «ανέλπιστα καλά», δηλώνει ο Οσκαρ Νιντερμάγερ, πολιτικός επιστήμονας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. «Οι Γερμανοί δείχνουν να εμπιστεύονται τη Μέρκελ.Δεν τους ντροπιάζει».

Γιατί αυτή η επιτυχία της καγκελαρίου δεν αντικατοπτρίζεται και στο εσωτερικό του κόμματός της; Ενας λόγος είναι ότι η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση κατά βάση είναι ένα συντηρητικό κόμμα με δυνατές λαϊκιστικές ρίζες. Το κόμμα, που ιδρύθηκε το 1945, πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να προωθεί και να εξασφαλίζει την κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και τις οικογενειακές αξίες. Η Μέρκελ μοιράζεται αυτές τις αξίες, αλλά έχοντας μεγαλώσει στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία επιθυμεί λιγότερο κράτος και μεγαλύτερη ελευθερία για τα άτομα- απόψεις που δύσκολα γίνονται αποδεκτές από τους Χριστιανοδημοκράτες. Η Μέρκελ αμφισβήτησε ακόμη μία θεμελιώδη ιδεολογική αξία του κόμματος: την οικογένεια. Με την υπουργό Οικογένειας Ούρσουλα φον ντερ Λέγεν, προώθησε μια νομοθεσία που είχε ως στόχο την επιστροφή στην εργασία των γυναικών που αποκτούν παιδιά. Αυτή περιλαμβάνει τη δημιουργία ολοήμερων παιδικών σταθμών για περισσότερα από 750.000 παιδιά. «Η οικογενειακή πολιτική της Μέρκελ έχει αναστατώσει πολλούς συντηρητικούς,κυρίως στις νότιες περιοχές της Δυτικής Γερμανίας» παρατηρεί ο Νιντερμάγερ. Κατά συνέπεια, το κόμμα χωρίζεται σε εκείνους που θέλουν η Μέρκελ να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις και σε εκείνους που αντιτίθενται σε αυτή την προοπτική.

Αυτή η διάσταση στο κόμμα της, σε συνδυασμό με τον δυσλειτουργικό κυβερνητικό συνασπισμό, αφήνει μικρό περιθώριο δράσης στη Μέρκελ. Μέσα στους επόμενους μήνες η γερμανίδα καγκελάριος, προβλέπει ο Μπόσμπαχ, «θα πρέπει να κατευθύνει το πλοίο πίσω στο λιμάνι και μετά να παλέψει για το κόμμα της».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk