απολιτιστα μονοτονικα

Το δικό μου

Αισίως αυγουστίσαμε, κι εγώ το δικό μου. Ούτε μαύρο ούτε άσπρο (χρήμα). Ούτε μίζα ούτε βίζα (εσωτερικού). Προσωρινά φευγάτος, συνεχίζω τον «Υπέρ της αδυνάτου» λόγον. Δηλαδή: της νεοελληνικής ποίησης, την οποία σνομπάρουν τα διαμεσολαβημένα κατά κανόνα μέσα, μαζί με το κριτικό δοκίμιο, που αναπαύεται κι αυτό συνήθως τεζαρισμένο στο ράφι, αν δεν έχει στο μεταξύ πολτοποιηθεί. Αλλά περί αυτού άλλη φορά. Προς το παρόν: ποίηση από ποίηση. Ακριβέστερα: Ποιητικός βίος. Από τον «άγνωστο» ποιητή της περασμένης Κυριακής.

Αισίως αυγουστίσαμε, κι εγώ το δικό μου. Ούτε μαύρο ούτε άσπρο (χρήμα). Ούτε μίζα ούτε βίζα (εσωτερικού). Προσωρινά φευγάτος, συνεχίζω τον «Υπέρ της αδυνάτου» λόγον. Δηλαδή: της νεοελληνικής ποίησης, την οποία σνομπάρουν τα διαμεσολαβημένα κατά κανόνα μέσα, μαζί με το κριτικό δοκίμιο, που αναπαύεται κι αυτό συνήθως τεζαρισμένο στο ράφι, αν δεν έχει στο μεταξύ πολτοποιηθεί. Αλλά περί αυτού άλλη φορά. Προς το παρόν: ποίηση από ποίηση. Ακριβέστερα: Ποιητικός βίος. Από τον «άγνωστο» ποιητή της περασμένης Κυριακής. Αντιγράφω το εισαγωγικό μέρος του επώνυμου ποιήματος:

Σαν ήταν νέος, τον επαινούσαν πολλοί σπουδαίοι άνδρες της εποχής του. /Σαν ωρίμασε, τον επαινούσαν οι μέτριοι και οι συγκαταβατικοί./Μετά την κηδεία του όλοι κάθησαν να φάνε/και ορισμένοι, παραδόξως, έκαναν τον σταυρό τους.// Θυμήθηκαν και έλεγαν:/Οταν είχε αρχίσει πια να κατανοεί τη θεία λειτουργία,λέξη προς λέξη,/ένιωσε πως είχε χάσει πια την πίστη του. /Από το άσβεστο μένος του προς τους Εβραίους,/ήθελε νά ΄ναι Εβραίος//.

Παραπονιόταν πως σαν αρθρογραφούσε,κανείς δεν έλεγε τίποτα. /Σαν έπαψε να αρθρογραφεί,όλοι τον ρωτούσαν πότε θα μπει το νέο του άρθρο.// Νέος και επηρμένος, δήλωνε πως δεν διάβασε βιβλία που είχαν γραφεί/μετά το 1970. /Στα πενήντα του,διάβαζε μόνο ό,τι είχε γραφεί μεταξύ ΄60 και ΄70/για να καταλάβει πώς ήταν νέος//.

Πίστευε ότι η ύπαρξη ήταν στη διάκρισή του, /κι έμεινε αδιάκριτος μέχρι τέλους.

Τέλος όμως με το κρυφτό, που δεν είναι ολότελα άσκοπο, αν θέλουμε να διαβάζουμε ποιήματα και όχι ονόματα ποιητών. Προδηλώνεται τώρα η φιλόξενη υποδοχή αυτών των ποιημάτων: περιοδικό «Πανδώρα», τεύχος 22, Μάιος- Νοέμβριος 2008 (ιδιοκτησία, διεύθυνση, έκδοση, εργαστήριο: ασκητικός ο Γιώργος Ρωμανός). Πέντε συνολικά ποιήματα προτάσσονταιστο συγκεκριμένο τεύχος , που συστήνονται ως «προδημοσίευση», και εισάγονται με τον επίτιτλο «Ωδές και Σχόλια». Οι επί μέρους τίτλοι (μετά το Θα μετανιώσεις… και τον Ποιητικό βίο ) είναι: Η γραφειοκρατία, Το τοπίο και η Σιωπή. Ομολογείται επιτέλους και η εργοβιογραφική ταυτότητα του ποιητή, που φιλότιμα την έχει συντάξει ο Περικλής Τσελίκης ως επίμετρο «Μικρής μελέτης στην ποίηση του Αντώνη Ζέρβα» (καταλαμβάνει έξι πυκνοτυπωμένες σελίδες του τεύχους). Περί αυτού λοιπόν πρόκειται. Κουτσουρεύοντας αντιγράφω:

«Αντώνης Ζέρβας, ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1953. Σπούδασε Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας στο Παρίσι και Αγγλική Φιλολογία στο Λονδίνο. […] Διετέλεσε σύμβουλος διευθύνσεως του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών. […] Σήμερα είναι ανώτερος υπάλληλος του μεταφραστικού τμήματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, όπου και διαμένει από το 1984.». Εφεξής παραφράζω:

Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1972 με την ποιητική συλλογή Τετράδιο , Εκδόσεις «Κέδρος». Ακολούθησαν άλλες οκτώ συλλογές- η τελευταία υπό τον τίτλο Ο Βιβλίσκος, το Μηδέν και η Ταβανίς (Ινδικτος 2003). Εξι κείμενα συστήνουν τη δοκιμιακή παραγωγή του (ανάμεσά τους: Μαρσέλ Προυστ:Η νεκρώσιμη ιεροτελεστία της Βέρμας, «Ινδικτος» 2000, και Μεταθυμικά, «Ινδικτος» 2006) και τέσσερα τη μεταφραστική συνεισφορά του (Θωμάς ντε Κουίνσυ, Εζρα Πάουντ, ΧανςΓκέοργκ Γκάνταμερ, Τζων Μπέρρυμαν).

Κλείνοντας, αντιγράφω και την εξάστιχη Σιωπή, η οποία προτείνω να ακουστεί ως (βιοτικό και ποιητικό) αυτοσχόλιο του Αντώνη Ζέρβατον Αντώνη Ζέρβα τον είδα από κοντά μία μόνο φορά, αν θυμάμαι καλά, στην Τήνο. Το ποίημα:

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει/κι αυτή μ΄ αγάπησε./ Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί/με πόσους και πόσους πλάγιασε. / Κι ακούω τα ονόματα/που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμου ν.

Και το δικό μου επισχόλιο. Αυτού το είδους τα ποιήματα σε ξυπνούν, ενώ διαβάζοντας άλλα σε πιάνει ύπνος. Εδώ το χιούμορ ερεθίζει μυαλό και αισθήσεις, προσφέροντας εύχυμη ηδονή. Το ποίημα, μεγάλο ή μικρό, δεν είναι, όπως συνήθως, αυτιστικό και εγγαστρίμυθο· μιλά και μιλιέται, ακούγεται και ακούει. Που πάει να πει: γυρεύει αναγνώστη-συνωμότη. Για κέφι ή θλίψη (ή και τα δύο μαζί), ώστε να αποφύγει την κατάθλιψη. Τέλος, χαρίζει ποίηση στην καθημερινότητα, και σ΄ αφήνει ύστερα να το σκεφτείς μόνος. Με δικά του λόγια, από το τέλος του Ποιητικού βίου:

Είχε περάσει η ώρα. Σηκωθήκαμε κι αλληλοασπασθήκαμε θερμά,όπως συνήθως.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk