Από μία πλευρά ο τηλεοπτικός πωλητής ηλεκτρικών ειδών που βεβαιώνει την παραπονούμενη πελάτιδα πως η καφετιέρα δεν έχει πάγιο ΟΤΕ λέει αλήθεια. Η καφετιέρα πράγματι δεν βαρύνεται με πάγιο- είτε κάνει καφέ είτε μόνο θόρυβο. Αναλόγως βάσιμη ήταν, αν θέλουμε παράδειγμα από άλλο θέμα, η διατύπωση του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού ότι χιλιάδες Ελληνες «συνωστίζονταν» στο λιμάνι της Σμύρνης προσπαθώντας να μπουν στα πλοία για την Ελλάδα. Το ότι ο Βρετανός Ρόντρικ Μπίτον (στη βιογραφία του για τον Σεφέρη) επιλέγει τη διατύπωση «όργιο λεηλασιών και φόνων σε όλες τις χριστιανικές συνοικίες της πόλης» δεν αναιρεί το γεγονός ότι είχε όντως επικρατήσει συνωστισμός: απλώς θίγει την… αιτία του.

Η καφετιέρα, για να επιστρέψουμε σ΄ αυτήν, δεν βαρύνεται με πάγιο ΟΤΕ, το γεγονός όμως δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω (όπως ο συνωστισμός δεν ήταν το κρίσιμο θέμα στη Σμύρνη, ενώ είναι στον Πειραιά όποτε χαλάνε τα πλοία). Και οι διαφημιστές του ΟΤΕ έχουν δίκιο να στηλιτεύουν με την ειρωνεία τους την τάση του ανταγωνισμού να αναφέρεται περισσότερο σ΄ εκείνα τα βάρη του δημόσιου οργανισμού τηλεπικοινωνιών που γλιτώνουν οι πελάτες των ιδιωτικών εταιρειών παρά στα οφέλη που τελικώς αποκομίζουν οι τελευταίοι. Το σλόγκαν «μήπως κάποιοι υποτιμούν τη νοημοσύνη σου;» ολοκληρώνει την άκρως ενδιαφέρουσα επίθεση, καθώς υποστηρίζει στην ουσία του δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν ενδοιασμό να προχωρούν σε παραπλανητική διαφήμιση· δεύτερον, ότι η απαλλαγή από τα «δημόσια» βάρη τείνει να αποτελεί πρόσφορο επιχείρημα παραπλάνησης και αποπροσανατολισμού.

Αμφότερα ισχύουν. Οι εμπορικές επιχειρήσεις δεν στερούνται οιασδήποτε «ηθικής», έχοντας όμως εξ ορισμού ως στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους είναι μάλλον λογικό να ενδίδουν στον πειρασμό να ξεγελάσουν τους πελάτες τους, έστω εντός ορίων. Το ότι για να το πετύχουν αυτό προσφεύγουν συχνά στην προβολή των κρατικών ανταγωνιστών τους ως πανάκριβων είναι επίσης γεγονός. Το ζήτημα είναι γιατί θεωρούν πρόσφορη αυτή την επίθεση και όχι κάποια άλλη. Μία απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στο ότι η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη πολιτική ρητορική έχει πρώτη απαξιώσει το κράτος και επαινέσει ως υγιές το ιδιωτικό, φθηνό και κερδοφόρο. Μία δεύτερη, οδυνηρότερη, οφείλει να αναζητηθεί στο ότι τα κρατικά μονοπώλια ήσαν επί μακρόν συνώνυμα της αναποτελεσματικότητας και της ακρίβειας.

Με άλλα λόγια, προκειμένου να πεισθεί ο πελάτης πως οι πωλητές… παπαγάλων τον κοροϊδεύουν ενώ ο ΟΤΕ όχι, πρέπει ο τελευταίος να αποδείξει ή ότι δεν είναι ακριβότερος για την ποιότητα που παρέχει ή ότι είναι μεν, αλλά προσφέρει και κάποιο δημόσιο έργο που δικαιολογεί τη διαφορά τιμολογίου. Το πρόβλημα είναι ότι σε ορισμένες ΔΕΚΟ το στοιχείο της κοινής ωφέλειας έφτασε σήμερα να αμφισβητείται (στις τηλεπικοινωνίες, π.χ., κάποιοι υποστηρίζουν ότι η τεχνολογική έκρηξη κατέστησε περιττή την ύπαρξη δημόσιου φορέα), ενώ σε άλλες μειώνουν τη σημασία του οι ίδιοι οι διαχειριστές τους, που έχουν επιφορτισθεί όχι με την ανάπτυξη των κρατικών επιχειρήσεων, αλλά με το ξεπούλημά τους.

Πριν από λίγο καιρό, με αφορμή τα τιμολόγια της ΔΕΗ, σημειωνόταν στη στήλη ότι βλέπουμε πλέον την αντινομία μεταξύ κοινής ωφέλειας, που σημαίνει επιδοτούμενες παροχές τις οποίες η αγορά δεν μπορεί να προσφέρει σε εμπορικές τιμές, και μετοχοποίησης, που αναγνωρίζει την προσδοκία των επενδυτών για υπεραξίες και συνδιοίκηση. Με τις διαφημίσεις του ο ΟΤΕ μας λέει ότι οι ανταγωνιστές του ενίοτε μας «δουλεύουν». Δεν μας εξηγεί όμως γιατί, ενώ η ΜΙG επιτρεπτά αγόραζε μετοχές του, αίφνης αντιμετωπίζει το όριο του 19,9% και την κρατική προστασία. Αν ο ΟΤΕ υπηρετεί κάτι παραπάνω από κάθε «άσ΄ τα να πάνε τέλεκομς» και άρα πρέπει να είναι δημόσιος, γιατί αφέθηκε εν πρώτοις η… Μarfin στο παζάρι;