ΑΠΟΨΗ

Δυσάρεστες αλήθειες

Η κυβέρνηση αντιμετώπισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 με το ίδιο σκεπτικό όπως αυτό της δημοσιονομικής απογραφής. «Φούσκωσε» το κόστος της διοργάνωσης στα 12 ή και στα 15 δισ. ευρώ, δυσφήμησε την τεχνική επάρκεια των ολυμπιακών κατασκευών, υπερεκτίμησε στα 100 εκατ. ευρώ το ετήσιο κόστος συντήρησης και λειτουργίας των ολυμπιακών αθλητικών εγκαταστάσεων (με προφανή στόχο να τις παρουσιάσει στην κοινή γνώμη ως βαρίδια από τα οποία πρέπει να απαλλαγεί) και αγνόησε τις αυτονόητες υποχρεώσεις της κατά τη μεταολυμπιακή φάση.

Δυσάρεστες αλήθειες | tovima.gr

Η κυβέρνηση αντιμετώπισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 με το ίδιο σκεπτικό όπως αυτό της δημοσιονομικής απογραφής. «Φούσκωσε» το κόστος της διοργάνωσης στα 12 ή και στα 15 δισ. ευρώ, δυσφήμησε την τεχνική επάρκεια των ολυμπιακών κατασκευών, υπερεκτίμησε στα 100 εκατ. ευρώ το ετήσιο κόστος συντήρησης και λειτουργίας των ολυμπιακών αθλητικών εγκαταστάσεων (με προφανή στόχο να τις παρουσιάσει στην κοινή γνώμη ως βαρίδια από τα οποία πρέπει να απαλλαγεί) και αγνόησε τις αυτονόητες υποχρεώσεις της κατά τη μεταολυμπιακή φάση.

Αργότερα βέβαια παρουσίασε την αλήθεια. Στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που κατατέθηκε στη Βουλή το 2006 αναφέρεται ότι το κόστος της διοργάνωσης ήταν 5,5 δισ. ευρώ και το ετήσιο κόστος λειτουργίας και συντήρησης των ολυμπιακών αθλητικών εγκαταστάσεων 19 εκατ. ευρώ. Ηταν όμως ήδη αργά. Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έμεινε με τις πρώτεςκαι εξαιρετικά αρνητικές- εντυπώσεις.

Στη συνέχεια η κυβέρνηση αποφάσισε να «αξιοποιήσει» τις ολυμπιακές αθλητικές εγκαταστάσεις, αλλά θεώρησε ότι είναι προσφορότερο να αλλάξουν χρήση, λ.χ. να μετατραπούν σε εμπορικά κέντρα, ρεστοράν, λούνα παρκ ή γραφεία. Και βεβαίως προτίμησε να αγνοήσει το γεγονός ότι αποτελεί υποχρέωση της κάθε διοργανώτριας πόλης να συνεχίσει- όπως άλλωστε έκαναν η Βαρκελώνη και το Σίδνεϊ- τα μεγάλα έργα ανάπλασης, προεξαρχόντων αυτού του παράκτιου μετώπου στο Φάληρο και αυτού του πρώην α/δ Ελληνικού. Εκμεταλλεύθηκε προς τούτο την εμπεδωμένη «ομερτά» που χαρακτηρίζει την Αθήνα ως προς την άλωση των δημόσιων χώρων της, αλλά και τη στάση της τοπικής αυτοδιοίκησης- ή, για να είμαι ειλικρινής, ενός τμήματός της- που δελεάστηκε από τα έσοδα που της θεσμοθετήθηκαν (το 2005) ως ποσοστά επί των τζίρων των εμπορικών χρήσεων που θα φιλοξενούνταν στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις.

Οπου η κυβέρνηση δεν χρειάστηκε να παρέμβει, η μεταολυμπιακή αξιοποίηση ήταν σχεδόν αυτονόητη, γεγονός που αποδεικνύει ότι όχι μόνο υπήρχε προολυμπιακό σχέδιο αλλά ήταν και ιδιαίτερα επαρκές. Το τραμ, ο προαστιακός σιδηρόδρομος, οι επεκτάσεις του μετρό, το νέο οδικό δίκτυο (από τη Βάρης- Κορωπίου ως τον ολυμπιακό δακτύλιο και τους κόμβους ΣΕΦ, Αλίμου και Κηφισίας), τα χωριά Τύπου (στη ΣΕΛΕΤΕ που σήμερα φιλοξενεί το υπουργείο Παιδείας, στην Αμυγδαλέζα που σήμερα φιλοξενεί τη Σχολή της Αστυνομίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο ΕΜΠ που σήμερα είναι σύγχρονες φοιτητικές εστίες), αλλά και οι νέες ξενοδοχειακές υποδομές αφομοιώθηκαν άμεσα από την πόλη, τους κατοίκους και τους επισκέπτες της. Οπου όμως χρειάστηκε να παρέμβει, συνήθως απέτυχε. Και αυτό γιατί αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό και τον αθλητισμό ως εμπορικά αγαθά, αντί δηλαδή ως δημόσια αγαθά για τα οποία οφείλει να μεριμνήσει ειδικότερα αλλά και να επενδύσει πόρους.

Συμπληρώνω το σκεπτικό μου με μια απλή διαπίστωση. Τη συνθέτω από μια άλλη- ούτε κατά διάνοια ολυμπιακή- περιοχή της Ελλάδος. Το 2003 υπογράφηκε η σύμβαση για την κατασκευή ενός μικρού κλειστού Γυμναστηρίου στην Αλόννησο. Η κυβέρνηση της ΝΔ για μια ολόκληρη τετραετία «παρέλειψε» να καταθέσει πιστώσεις για την υλοποίηση του έργου, με αποτέλεσμα το 2008 ο ανάδοχος του έργου να διαλύσει τη σύμβαση.

Είναι προφανές ότι, αν μια κυβέρνηση δεν είναι ικανή να κατασκευάσει ένα τέτοιο γυμναστήριο (που αν για μια μεγάλη πόλη αποτελεί τυπική υποδομή, για ένα μικρό νησί είναι έργο πνοής), τότε είναι μάλλον αφελές να αναμένεις ότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει την επόμενη ημέρα ενός μεγάλου και επιτυχημένου εγχειρήματος της κλίμακας των Ολυμπιακών Αγώνων. Κατά τα άλλα, περισσεύει η ζηλόφθονη επίκληση της επιτυχημένης Βαρκελώνης. Μόνο που εκεί κάποιοι ασχολήθηκαν και μετά τους Αγώνες. Και κυρίως σεβάστηκαν τον χρόνο καθώς είχαν- με σεμνότητα- αποδεχθεί ότι δεν ανήκει σε αυτούς αλλά στους πολίτες της πόλης και στην πόλη την ίδια. Τέλος, καταλήγω με μια συνολικότερη διαπίστωση. Παρά την αδράνεια που καταγράφεται μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και παρά το γεγονός ότι χάθηκαν ευκαιρίες, θεωρώ ότι το ισοζύγιο ήταν τελικά θετικό. Η χώρα κέρδισε πολύ περισσότερα από αυτά που έχασε. Αν τώρα έπρεπε να αναλάβει τους Αγώνες, είναι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που δεν ξέρω αν και πόσο νόημα έχει να γίνει. Αλλωστε επί του παρόντος προέχουν απλούστερα πράγματα. Να αξιοποιηθούν, λ.χ., οι κλειδωμένες ολυμπιακές αθλητικές εγκαταστάσεις στην Αθήνα και στις άλλες ολυμπιακές πόλεις (Βόλος, Πάτρα και Ηράκλειο) και να κερδηθούν τα μείζονα στοιχήματα των αστικών αναπλάσεων στο Φάληρο, στου Γουδή και στο Ελληνικό.

Ο κ. Κώστας Καρτάλης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, βουλευτής ΠαΣοΚ Μαγνησίας. Διετέλεσε γενικός γραμματέας Ολυμπιακών Αγώνων επί κυβερνήσεως Σημίτη, ως τον Μάρτιο του 2004.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk