Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα

Oι αποκαλύψεις που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας σχετικά με την υπόθεση Siemens προκαλούν απογοήτευση στον ελληνικό λαό και την αίσθηση γενικευμένης σήψης στο πολιτικό σύστημα και στον δημόσιο βίο της χώρας γενικότερα. Η εντύπωση ότι «όλοι τα παίρνουν», που κυριαρχεί στην εκτίμηση του ελληνικού λαού, αποτελεί ό,τι χειρότερο για τη νεολαία μας, η οποία διψάει για αρχές και ιδανικά και αναζητεί πρότυπα ως οδηγό στην πορεία της προς το μέλλον. Αντί αυτών ο πολιτικός μας κόσμος τής προσφέρει ό,τι πιο καταστροφικό, την απόλυτη διαφθορά.

Oι αποκαλύψεις που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας σχετικά με την υπόθεση Siemens προκαλούν απογοήτευση στον ελληνικό λαό και την αίσθηση γενικευμένης σήψης στο πολιτικό σύστημα και στον δημόσιο βίο της χώρας γενικότερα. Η εντύπωση ότι «όλοι τα παίρνουν», που κυριαρχεί στην εκτίμηση του ελληνικού λαού, αποτελεί ό,τι χειρότερο για τη νεολαία μας, η οποία διψάει για αρχές και ιδανικά και αναζητεί πρότυπα ως οδηγό στην πορεία της προς το μέλλον. Αντί αυτών ο πολιτικός μας κόσμος τής προσφέρει ό,τι πιο καταστροφικό, την απόλυτη διαφθορά.

Τη στιγμή που οι αποκαλύψεις για εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ αιωρούνται επί προσώπων και κομμάτων το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού κάνει αγώνα για να «τα βγάλει πέρα», ενώ σημαντικός αριθμός συμπολιτών μας στερείται πολλά, ζώντας κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ισως το πολιτικό μας σύστημα, όπως οικοδομήθηκε μετά τη μεταπολίτευση, να έκλεισε τον κύκλο του. Εδωσε όσα μπορούσε να δώσει και τώρα άρχισαν οι παρενέργειες. Για να είμαστε δίκαιοι, έδωσε πολλά. Κυρίως θεμελίωσε μια σύγχρονη δημοκρατία δυτικού τύπου σε ισχυρές βάσεις. Κανείς δεν διανοείται πλέον παρεκβάσεις και εκτροπές. Είναι λίγο αυτό; Εσβησε τα πάθη και τα μίση της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής εποχής. Ενωσε τους Ελληνες. Εφερε τη χώρα στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σήμερα είμαστε βέβαιοι για το μέλλον μας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών.

Δημιούργησε όμως και προβλήματα. Στηρίχθηκε στην οικογενειοκρατία, στην αναξιοκρατία, στην αδιαφάνεια και στον άμετρο κομματισμό. Αρχικά όλοι εντυπωσιαστήκαμε από τους σύγχρονους τρόπους οργάνωσης και λειτουργίας των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας και τις μεθόδους πολιτικού μάρκετινγκ που εισήγαγαν πρώτη φορά στο πολιτικό μας σύστημα. Δεν δώσαμε όμως τη δέουσα προσοχή στο γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό τα πολιτικά μας κόμματα έγιναν εξαι ρετικά πολυδάπανοι οργανισμοί. Δεν διερωτηθήκαμε ως προς τον τρόπο πληρωμής όλων αυτών των εξόδων. Μας αρκούσε μια αόριστη αναφορά στην κρατική επιχορήγηση των κομμάτων. Τόσα λεφτά! Δεν σκεφτήκαμε ότι τα πολυδάπανα κόμματα χρειάζονται σκοτεινούς χρηματοδότες;

Τα κόμματα οργανώθηκαν κατά τρόπο που θύμιζε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τίποτε δεν γινόταν αν ο πολίτης δεν είχε πράσινη ή γαλάζια ταυτότητα. Δημιουργήθηκε νέο επάγγελμα, «ο κομματικός», που στη συνέχεια έγινε βουλευτής ή και υπουργός, χωρίς προσόντα, χωρίς ήθος. Αφισοκολλητές τοποθετήθηκαν διοικητές οργανισμών, ή διορίστηκαν στο Δημόσιο, χωρίς διαγωνισμούς, χωρίς προσόντα. Επειτα από είκοσι χρόνια όλοι αυτοί έγιναν στελέχη της δημόσιας διοίκησης και εξακολουθούν να είναι, χωρίς προσόντα. Να γιατί η δημόσια διοίκηση έχει σοβαρά προβλήματα.

Στον πολιτικό βίο κυριαρχεί η οικογενειοκρατία. Ο λαός τρέχει πίσω τους, διότι ξέρει ότι η «οικογένεια» είναι πάντα ισχυρή. Οι τοπικοί εκδότες, οι καναλάρχες, οι εργολάβοι, οι οικονομικοί παράγοντες της επαρχίας συνθέτουν ένα καθεστώς συναλλαγής, διαφθοράς, αδιαφάνειας και σήψης. Το ίδιο καθεστώς και στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Η αδιαφάνεια και η διαφθορά στο αποκορύφωμά τους.

Και ο λαός; Εχει και αυτός τις ευθύνες του. Τα γνωρίζει όλα, τα βλέπει όλα, και όμως τους ψηφίζει. Τι άλλο να κάνει. Το σύστημα λειτουργεί υπό συνθήκες ολιγοπωλίου. Και όμως, για όλα αυτά τα απαράδεκτα που συμβαίνουν στον δημόσιο βίο της χώρα μας η απογοήτευση δεν είναι η λύση, αφού επιτείνει το πρόβλημα και βλάπτει τον κοινοβουλευτισμό. Σε παρόμοιες περιστάσεις ενδείκνυται αισιοδοξία και πίστη στις δυνάμεις του ελληνικού λαού. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων δεν είναι διεφθαρμένη. Οι περισσότεροι Ελληνες αντιτίθενται στη διαφθορά και στην αναξιοκρατία. Σε αυτούς τους Ελληνες πρέπει να στηριχθεί η νέα προσπάθεια, στους τίμιους και στους ικανούς, η δε αξιοκρατία πρέπει να κυριαρχήσει παντού και πάντα.

Τα πολιτικά κόμματα είναι αναγκαίο στοιχείο της Δημοκρατίας. Δεν χρειάζεται όμως να έχουν τόσο εκτενή οργάνωση και συμμετοχή στο κυβερνητικό έργο. Χρειαζόμαστε λιγότερο, ελάχιστο, κόμμα. Σε κάθε περίπτωση τα έξοδά τους δεν πρέπει να υπερβαίνουν την κρατική επιχορήγηση και τις εισφορές των μελών τους, που πρέπει να γίνονται ονομαστικά και να μην ξεπερνούν το ποσό των χιλίων ευρώ. Ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων πρέπει να γίνεται κατ΄ έτος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό συνθήκες πλήρους δημοσιότητας. Οι παραβάτες πρέπει να τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Οι πολυδάπανες προεκλογικές εκστρατείες πρέπει να αντικατασταθούν από την επικοινωνία μέσω της δημόσιας τηλεόρασης. Η υπέρβαση των εκλογικών δαπανών από τους υποψηφίους πρέπει να συνεπάγεται έκπτωση από το αξίωμα και φυλάκιση, ενώ η δήλωση του «Πόθεν έσχες» πρέπει πραγματικά να αναφέρεται στον τρόπο και στις πηγές κτήσεως της νέας περιουσίας. Οχι στο τι απέκτησε ο κάθε βουλευτής, αλλά στο πώς το απέκτησε. Η δήλωση αυτή πρέπει να είναι μονίμως ανηρτημένη στον δικτυακό τόπο της Βουλής και κάθε περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο βουλευτής, χωρίς να υπάρχει δικαιολόγηση, πρέπει να δημεύεται.

Το εκλογικό σύστημα και ο τρόπος εκλογής των βουλευτών πρέπει να αλλάξει. Η στενή μονοεδρική περιφέρεια με πλειοψηφικό ή η ευρύτατη εκλογή περιφέρειας αποτελούν δύο σοβαρές προτάσεις που πρέπει να μελετηθούν. Στόχος πρέπει να είναι επιτέλους η πάταξη της πελατειακής σχέσης μεταξύ βουλευτή και πολίτη. Να θεσπιστεί ιδιώνυμο ποινικό και πολιτικό αδίκημα για τον βουλευτή που ρουσφετολογεί. Στο πλαίσιο αυτό η επικοινωνία του βουλευτή με τη δημόσια υπηρεσία να γίνεται μόνο με επίσημο έγγραφο, που θα πρωτοκολλάται. Να υπάρξει χρονικό όριο βουλευτικής θητείας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα οκτώ ή δώδεκα συνεχή έτη.

Η ποινική ευθύνη των βουλευτών και των υπουργών πρέπει να διέπεται από τις διατάξεις του κοινού Ποινικού Δικαίου. Οι ειδικοί νόμοι περί ευθύνης υπουργών με τις βραχύτατες παραγραφές και τα ειδικά δικαστήρια γελοιοποιούν την έννοια της ποινικής ευθύνης, το κύρος του κοινοβουλευτισμού, ενώ παράλληλα βλάπτουν τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη.

Οι δοκιμασίες και οι κρίσεις πολλές φορές αποτελούν έναυσμα και αφετηρία για μια νέα δημιουργική πορεία των λαών. Αυτό πρέπει να γίνει και τώρα. Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα. Η Ελλάδα και οι Ελληνες δεν ανέχονται να είναι μονίμως στην ομάδα των κρατών με υψηλό δείκτη αδιαφάνειας. Γνώμονας στη νέα πορεία μας πρέπει να είναι η απόλυτη τήρηση της αρχής της νομιμότητας από όλους μας και της αξιοκρατίας σε όλους τους τομείς. Σε αντίθετη περίπτωση θα είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Ο κ. Π. Ι. Κανελλόπουλος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk