Σ ΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΝΙΚΟΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ «Ολοι πρέπει να επωμιστούμε το κόστος της κρίσης»

ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ να οδηγηθεί η ελληνική οικονομία σε καθεστώς στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και υψηλής ανεργίας, επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της Εurobank κ. Ν. Νανόπουλος, σε περίπτωση κατά την οποία επιχειρηματίες, έμποροι και παραγωγοί προσπαθήσουν να επιρρίψουν στους άλλους το αυξημένο βάρος που υφίστανται εξαιτίας της ανόδου των τιμών του πετρελαίου, των τροφίμων και των πρώτων υλών. Θεωρεί λάθος την εντύπωση ότι κάποιοι στην Ελλάδα επωφελούνται από την άνοδο των τιμών και επισημαίνει ότι η ωφέλεια από τις αυξήσεις καταλήγει βασικά στους παραγωγούς πετρελαίου, πρώτων υλών κ.τλ. Ως εκ τούτου τονίζει ότι όλοι πρέπει σε κάποιο βαθμό να επωμισθούν το κόστος της κρίσης. Οσον αφορά τη διάρκειά της υποστηρίζει ότι δεν είναι ορατή η έξοδος από αυτήν, ενώ για τις αγορές εκτιμά ότι η ανάκαμψή τους θα είναι έντονη και βίαιη. Θεωρεί ότι η υποχώρηση των τιμών των τραπεζικών μετοχών δεν ανταποκρίνεται στα θεμελιώδη μεγέθη και στις προοπτικές των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και πιστεύει ότι το επόμενο χρονικό διάστημα θα υπάρξουν ευκαιρίες για αγορές τραπεζικών μετοχών.

ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ να οδηγηθεί η ελληνική οικονομία σε καθεστώς στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και υψηλής ανεργίας, επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της Εurobank κ. Ν. Νανόπουλος, σε περίπτωση κατά την οποία επιχειρηματίες, έμποροι και παραγωγοί προσπαθήσουν να επιρρίψουν
στους άλλους το αυξημένο βάρος που υφίστανται εξαιτίας της ανόδου των τιμών του πετρελαίου, των τροφίμων και των πρώτων υλών. Θεωρεί λάθος την εντύπωση ότι κάποιοι στην Ελλάδα επωφελούνται από την άνοδο των τιμών και επισημαίνει ότι η ωφέλεια από τις αυξήσεις καταλήγει βασικά στους παραγωγούς πετρελαίου, πρώτων υλών κ.τλ. Ως εκ τούτου τονίζει ότι όλοι πρέπει σε κάποιο βαθμό να επωμισθούν το κόστος της κρίσης. Οσον
αφορά τη διάρκειά της υποστηρίζει ότι δεν είναι ορατή η έξοδος από αυτήν, ενώ για τις αγορές εκτιμά ότι η ανάκαμψή τους θα είναι έντονη και βίαιη. Θεωρεί ότι η υποχώρηση των τιμών των τραπεζικών μετοχών δεν ανταποκρίνεται στα θεμελιώδη μεγέθη και στις προοπτικές των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και πιστεύει ότι το επόμενο χρονικό διάστημα θα υπάρξουν ευκαιρίες για αγορές τραπεζικών μετοχών.

Πώς εκτιμάτε ότι θα εξελιχθεί η κρίση που πλήττει τον τραπεζικό κλάδο διεθνώς;

«Είναι πολύ δύσκολο σε αυτή τη συγκυρία να προβλέψουμε πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Είναι όμως πολύ πιθανό σε κάποια φάση οι αγορές να αρχίσουν να προεξοφλούν- νωρίτερα απ΄ ό,τι πραγματικά θα συμβεί- “ότι έχουμε δει τα χειρότερα” και επομένως να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η ανάκαμψη και η έξοδος από την κρίση δεν είναι πολύ μακριά. Δεν μπορούμε όμως να προβλέψουμε σήμερα ποια θα είναι αυτή η στιγμή. Ηδη τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρήσαμε τόσο μια μικρή υποχώρηση στην τιμή του πετρελαίου όσο και μια βίαιη ανάκαμψη ορισμένων μετοχών του χρηματοπιστωτικού τομέα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Επί της ουσίας, βιώνουμε τρεις κρίσεις συγχρόνως, με διαφορετικές επιπτώσεις η καθεμία στην οικονομική ανάπτυξη, στον πληθωρισμό και στις αγορές. Πρώτον, την κρίση που ξεκίνησε από τα στεγαστικά δάνεια μειωμένης εξασφάλισης των ΗΠΑ και εξελίχθηκε σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική κρίση. Δεύτερον, την κρίση που συνδέεται με την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας και το ενδεχόμενο ύφεσης σε χώρες του δυτικού κόσμου, παρά την υψηλή ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών όπως η Κίνα, οι Ινδίες κτλ. Και τρίτον, την κρίση που έχει προκαλέσει η έκρηξη των τιμών του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των αγροτικών προϊόντων. Η τελευταία έχει δημιουργήσει μια σημαντική μείωση στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, κυρίως εκείνων που διαθέτουν χαμηλό εισόδημα. Και οι τρεις μαζί δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο τρίπτυχο- με κίνδυνο το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού και της χρηματοπιστωτικής αστάθειας-, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουν οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου».

Είναι διαχειρίσιμο το μείγμα αυτό;διότι πληθαίνουν οι ανησυχίες ότι οι δυτικές οικονομίες οδηγούνται σε στασιμοπληθωρισμό.

«Ολα τα πράγματα είναι διαχειρίσιμα με τις κατάλληλες πολιτικές. Χρειάζονται όμως πριν από όλα η σωστή και ολοκληρωμένη διάγνωση του προβλήματος και η κατάλληλη πολιτική βούληση και συντονισμός. Είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές, δηλαδή οι κεντρικές τράπεζες, οι εποπτικές αρχές και τα υπουργεία Οικονομικών να συνειδητοποιήσουν ότι οι αγορές δεν είναι σε θέση πάντα να “αυτορρυθμίζονται” και ενίοτε οδηγούνται σε υπερβολές και αστάθεια. Και τότε χρειάζεται μια θεσμική παρέμβαση όχι μόνο για να ισχυροποιηθούν το πλαίσιο και οι κανόνες λειτουργίας και εποπτείας τους, αλλά και για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ευρωστία και στην αξιοπιστία του συστήματος. Ετσι βλέπουμε τελευταία τις κεντρικές τράπεζες, εκτός από την αύξηση ή τη μείωση των επιτοκίων παρέμβασης, να προσφέρουν ρευστότητα στις αγορές εκεί που χρειάζεται, αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρέχει ουσιαστική στήριξη σε δύο τεράστιους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της χώρας, τους Fannie Μae και Freddie Μac, που διαχειρίζονται 5 τρισ. δολάρια σε στεγαστικά δάνεια, παρέχοντας ουσιαστικά κρατική εγγύηση. Το τελευταίο είναι νομίζω το ισχυρότερο δείγμα πολιτικής βούλησης να αντιμετωπιστεί στη βάση της η χρηματοπιστωτική αυτή κρίση και το στοιχείο εκείνο που ίσως αλλάξει καθοριστικά το κλίμα».

Είναι σε θέση οι κεντρικές τράπεζες και οι εποπτικές αρχές να ενεργήσουν προκαταβολικά και να αποτρέψουν τη δημιουργία «φούσκας» ή τελικά θα συνεχίσουν να «τρέχουν» πυροσβεστικά πίσω από τις αγορές;

«Απλώς αυτό το οποίο συνέβη ήταν μια εξέλιξη που άργησαν να εκτιμήσουν και να αξιολογήσουν κατάλληλα οι εποπτικές αρχές την εποχή που δημιουργήθηκε το πλαίσιο και οι κανόνες λειτουργίας των αγορών. Είναι ενδεχομένως αναπόφευκτο σε κάποιο βαθμό, ορισμένοι φορείς της αγοράς να “τρέχουν” πιο γρήγορα από τις αρχές που τους εποπτεύουν, δημιουργώντας κινδύνους που δεν είναι απόλυτα σε θέση να διαχειριστούν. Σίγουρα, την επόμενη ημέρα θα υπάρχει ένα αυστηρότερο εποπτικό πλαίσιο το οποίο θα απαιτεί υψηλότερα ίδια κεφάλαια από τις τράπεζες, αυστηρότερο έλεγχο της ρευστότητας και των αναλαμβανομένων κινδύνων, διαφορετικό σύστημα αμοιβών και κινήτρων υψηλόβαθμων στελεχών και νέο πλαίσιο λειτουργίας των οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης όπως είναι η S&Ρ ή η Μoody΄s».

Στο μεταξύ όμως παρακολουθούμε τις τιμές του πετρελαίου και των τροφίμων να καλπάζουν και να επιτείνουν την κρίση,χωρίς η άνοδος αυτή να εξηγείται από τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης.Υπάρχει κερδοσκοπία στις πρώτες ύλες και στα τρόφιμα και πώς μπορεί να ελεγχθεί;

«Είναι πιστεύω εσφαλμένο να αποδίδουμε την έκρηξη στις τιμές του πετρελαίου και των άλλων πρώτων υλών αποκλειστικά σε κερδοσκοπικά παιχνίδια. Είναι βέβαιο ότι με τους ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια και τις σχετικά σταθερές τιμές στο πετρέλαιο και στις άλλες πρώτες ύλες υπήρξε υποεπένδυση στην ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων μετάλλων, πετρελαίου ή εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Ως αποτέλεσμα αυτού είχαμε μια δυσαρμονία μεταξύ της προσφοράς που παρέμεινε σχετικά σταθερή και της ζήτησης. Είναι ενδεχόμενο βέβαια ένα μέρος της αύξησης των τιμών να μπορεί να αποδοθεί σε κερδοσκοπικές κινήσεις ή και στην πολιτική αστάθεια σε αρκετές χώρες παραγωγούς».

– Ολα αυτά πόσο επηρεάζουν τελικά την ελληνική οικονομία;

«Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, η επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας έχει κάποιο αντίκτυπο και στην ελληνική οικονομία και ταυτόχρονα η αύξηση των τιμών του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των αγροτικών προϊόντων έχει αντίκτυπο στον έλληνα καταναλωτή, του οποίου το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ροκανίζεται. Διότι επί της ουσίας είναι σαν να υπάρχει μια έμμεση φορολογία προς τον έλληνα καταναλωτή, μια απώλεια εισοδήματος την οποία τις περισσότερες φορές δεν καρπούται κάποιος άλλος στην ελληνική οικονομία.

Δεν είναι απόλυτα σωστή η εντύπωση- αν υπάρχει- ότι κάποιοι στην Ελλάδα καρπούνται ή επωφελούνται ιδιαίτερα από την άνοδο των τιμών. Επί της ουσίας προσπαθούν όλοι να μετακυλίσουν στους πελάτες τους το αυξημένο κόστος με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι. Η ωφέλεια από τις αυξήσεις καταλήγει βασικά στους παραγωγούς πετρελαίου, πρώτων υλών κτλ. Για αυτό και υποχωρούν σχεδόν όλες οι τιμές των μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο, ενσωματώνοντας την προσδοκία για ενδεχόμενη πίεση στην κερδοφορία των επιχειρήσεων. Επομένως, όλοι πρέπει σε κάποιο βαθμό να επωμιστούν κάποιο κόστος και δεν υπάρχει λόγος ο ένας να προσπαθεί να επιρρίψει το σύνολο του αυξημένου βάρους του στον άλλο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε έναν ανατροφοδοτούμενο πληθωρισμό που είναι ό,τι χειρότερο. Διότι μεσομακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε καθεστώς στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και υψηλής ανεργίας, ενώ εάν υποστούμε αυτό το σοκ με λίγο μεγαλύτερη σύνεση και ψυχραιμία, όπως θα ήθελε η ΕΚΤ, χωρίς να υπάρξει ένας δεύτερος και τρίτος κύκλος ανατιμήσεων, τότε το πιθανότερο είναι ότι θα βγούμε ευκολότερα από αυτή την κρίση».

– Αυτό για τις επιχειρήσεις σημαίνει λιγότερα κέρδη;

«Για τις επιχειρήσεις σε ένα βαθμό σημαίνει μικρότερη βελτίωση ή και υποχώρηση των κερδών για κάποιο διάστημα, κάτι που συμβαίνει ήδη. Αλλά για τους μισθωτούς σημαίνει “λογικές” αυξήσεις, οι οποίες ενδεχομένως δεν ενσωματώνουν πλήρως τον πληθωρισμό. Βεβαίως μια τέτοια πολιτική πρέπει να πλαισιωθεί από μια προσπάθεια στήριξης και τόνωσης των χαμηλόμισθων και των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων, οι οποίες πλήττονται ευθέως και επομένως πρέπει να υπάρχει ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας, το οποίο θα δημιουργήσει ένα κλίμα συναίνεσης γύρω από μια τέτοια κοινωνική πολιτική». Οι τράπεζες είναι έτοιμες να δεχθούν μικρότερη αύξηση κερδών; Μπορείτε να πείσετε τους μετόχους σας;

«Οι τράπεζες έχουν μια βελτίωση της κερδοφορίας τους τα τελευταία χρόνια, που όλο και περισσότερο προέρχεται από πηγές εκτός Ελλάδος. Οι χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται οι ελληνικές τράπεζες στο εξωτερικό βρίσκονται σε άλλη φάση ανάπτυξης από την Ελλάδα. Πρόκειται για λιγότερο ώριμες αγορές οι οποίες εμφανίζουν μεγάλο δυναμισμό στην ανάπτυξη τραπεζικών εργασιών. Επομένως, κατά την εκτίμησή μας, οι τράπεζες θα έχουν ενδεχομένως κάποια επιβράδυνση στην αύξηση των λειτουργικών κερδών από τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα, αλλά και από εφάπαξ κινήσεις που συνδέονται με τις χρηματιστηριακές αγορές και μια παράλληλη βελτίωση των επιδόσεών τους από το εξωτερικό». Ωστόσο,αυτές οι προοπτικές των αγορών του εξωτερικού δεν αποτυπώνονται στις τιμές των τραπεζικών μετοχών,οι οποίες το τελευταίο διάστημα έχουν υποχωρήσει σημαντικά.Για ποιο λόγο οι επενδυτές δεν βρίσκουν αρκετά ελκυστικές τις ελληνικές τράπεζες; «Η πορεία των μετοχών των ελληνικών τραπεζών δεν συμβαδίζει κατά την εκτίμησή μας με τα θεμελιώδη μεγέθη τόσο της ελληνικής οικονομίας όσο και των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται οι περισσότερες τράπεζες. Υπάρχει ένα αρνητικό κλίμα, υπάρχει μια φυγή των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων από τον χρηματοπιστωτικό τομέα παγκοσμίως αλλά και την Ελλάδα, όπου έχουν κυρίαρχη θέση. Στη φάση αυτή τα θεμελιώδη μεγέθη έρχονται σε δεύτερη μοίρα και προέχουν η ψυχολογία, οι φημολογίες και η τάση της αγοράς. Από τη στιγμή που ουσιαστικά δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμοι επενδυτές, αλλά ούτε και αρκετοί έλληνες θεσμικοί ή ιδιώτες επενδυτές για να αντισταθμίσουν αυτή την τάση είναι εύλογο να υπάρξει σημαντική μείωση των τιμών. Ολοι επιδιώκουν να τοποθετηθούν θετικά, αφού πειστούν ότι θα υπάρξει ανάκαμψη στις χρηματιστηριακές αγορές, και ότι “έχουμε δει τα χειρότερα”. Με αυτή τη λογική, τόσο η υποχώρηση των τιμών θα είναι υπερβολική όσο και η ανάκαμψη θα είναι αιφνίδια και βίαιη, δυσχεραίνοντας τις “εύκολες” επιλογές. Πολύ λίγοι θα αξιοποιήσουν πραγματικά τις ευκαιρίες που αναπόφευκτα θα προκύψουν. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και οι ανοιχτές πωλήσεις με υποτιμητικές βλέψεις που επιτείνουν τη μεταβλητότητα των τιμών».

– Δηλαδή,θεωρείτε ότι είναι ευκαιρία τώρα να επενδύσει κάποιος σε μετοχές ελληνικών τραπεζών;

«Στον βαθμό που είναι σχεδόν βέβαιο ότι η παρούσα κρίση θα ολοκληρώσει κάποια στιγμή τον κύκλο της, θα δημιουργηθούν το επόμενο διάστημα σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Οχι όμως με χρονικό ορίζοντα εβδομάδων ή μερικών μηνών, αλλά με μια μεσοπρόθεσμη προοπτική. Με αυτόν τον γνώμονα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται σήμερα σε πολύ ελκυστικές αποτιμήσεις».

– Ηυψηλή κερδοφορία των τραπεζών τα τελευταία χρόνια ενισχύει την κριτική ότι οι τράπεζες «ξεζουμίζουν» τους πελάτες τους. Πώς σχολιάζετε την κριτική αυτή; «Η υψηλή κερδοφορία των τελευταίων ετών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται επικριτικά και μάλιστα με ισοπεδωτικό τρόπο. Τα κέρδη ανακλούν ευρωστία και αποτελεσματικότητα και θα έπρεπε να αποτελούν και αντικείμενο θετικής αξιολόγησης για τις ελληνικές τράπεζες. Ας μην ξεχνάμε Και η περίοδος της ισχυρής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από το 1996 ως σήμερα είναι ταυτόχρονα περίοδος σημαντικής αύξησης των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Η ανάπτυξη και η ευημερία επιχειρήσεων και νοικοκυριών το διάστημα αυτό συναρτάται άμεσα με την ευρωστία του τραπεζικού μας συστήματος. Οι οικονομίες των χωρών τα τραπεζικά συστήματα των οποίων αντιμετωπίζουν λειτουργικά και άλλα προβλήματα και κλυδωνίζονται, είναι οικονομίες που εμφανίζουν επιβράδυνση ή ύφεση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σήμερα στις ΗΠΑ. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα κέρδη των τραπεζών, όπως είναι φυσικό, φορολογούνται και αποφέρουν σημαντικά έσοδα στο ελληνικό Δημόσιο που το 2007 ήταν ύψους 460 εκατ. ευρώ, ενώ μεγάλο μέρος αυτών διανέμονται στους μετόχους με τη μορφή μερισμάτων, που ήταν πάνω από 1.800

εκατ. ευρώ το 2007».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk