ΤΖΟΥΛΙΕΤΑ ΣΙΜΙΟΝΑΤΟ, μεσόφωνος

Τα χαστούκια ήταν… πραγματικά

Τα χαστούκια ήταν… πραγματικά ΤΖΟΥΛΙΕΤΑ ΣΙΜΙΟΝΑΤΟ, μεσόφωνος Σκηνή από την ταινία «Μήδεια» του Πιερ Πάολο Παζολίνι Πρωτοσυνάντησα τη Μαρία Κάλλας στη Βενετία, όπου εγώ ερμήνευα για πρώτη φορά Κάρμεν και εκείνη θα τραγουδούσε στην όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη». Ακούγοντάς την στον ρόλο της Ιζόλδης αντελήφθην αμέσως ότι επρόκειτο για μια μεγάλη προσωπικότητα έξω από τα συνηθισμένα, χωρίς παράλληλα

Πρωτοσυνάντησα τη Μαρία Κάλλας στη Βενετία, όπου εγώ ερμήνευα για πρώτη φορά Κάρμεν και εκείνη θα τραγουδούσε στην όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη». Ακούγοντάς την στον ρόλο της Ιζόλδης αντελήφθην αμέσως ότι επρόκειτο για μια μεγάλη προσωπικότητα έξω από τα συνηθισμένα, χωρίς παράλληλα να μπορώ να κρίνω το μεγαλείο αυτής της καλλιτέχνιδος. Οταν, ούσα ακόμη στη Βενετία, αντικατέστησε σε διάστημα τριών ημερών τη Μαργκερίτα Καρόζιο στην όπερα «Οι Πουριτανοί», τότε γεννήθηκε η «μεγάλη Κάλλας». Γίναμε φίλες λίγο αργότερα, όταν τραγουδούσαμε μαζί στην όπερα «Νόρμα» στην Κατάνια. Θυμάμαι ότι μετά την παράσταση επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο μόνες, με τα πόδια και πιασμένες α λα μπρατσέτα και αφού είχαμε λάβει τόσο χειροκρότημα η Μαρία γύρισε και με ρώτησε: «Τζούλια, πώς εξηγείς όλον αυτόν τον ενθουσιασμό του κοινού; Εγώ, π.χ., δεν θα έδινα ούτε δύο λίρες για να έρθω να με ακούσω!».


«Πρέπει να δείξεις τα δόντια σου»


Προτιμώ να τη θυμάμαι περισσότερο ως γυναίκα, όπως τη γνώρισα εγώ, παρά ως καλλιτέχνιδα. Βέβαια εγώ δεν είχα τον χαρακτήρα που παρουσίαζε εκείνη όταν ήθελε να υπερασπίσει τον εαυτό της. Η ίδια μού έλεγε: «Ακου, για να αποκτήσεις κάτι πρέπει να χτυπήσεις το πόδι και να δείξεις τα δόντια σου» και είχε δίκιο, διότι εγώ, καλλιεργημένη και ευγενική, δεν αποκτούσα ποτέ τίποτε. Εκείνη έλεγε: «Οχι, εγώ το θέλω έτσι, διαφορετικά φεύγω…». Και το αποκτούσε.


Ηταν μια γυναίκα έξυπνη αλλά όχι υπερβολική, όπως τη θεωρούσαν οι οπαδοί της, ήταν απλή, γνήσια, απονήρευτη και γελούσε συχνά για τα πάντα. Της άρεσε να κάνει αστεία, ήταν πνευματώδης και καμιά φορά έδινε χαστούκια που πονούσαν. Μια ημέρα, ενώ κάναμε πρόβα στην όπερα «Αννα Μπολένα», με χτύπησε τόσο δυνατά στην πλάτη που αισθάνθηκα μεγάλο πόνο στη σπονδυλική στήλη. Εγώ γύρισα και της έδωσα ένα τόσο δυνατό χαστούκι που της έμεινε στο μάγουλο σημάδι και από τα πέντε δάχτυλα. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη αδύνατη. Οπως ήταν φυσικό, διέκοψε την πρόβα, ωστόσο μισή ώρα αργότερα ήμασταν η μία στην αγκαλιά της άλλης και κάθε φορά που θυμόμασταν το περιστατικό γελούσαμε και οι δύο.


Τη μισούσαν και τη λάτρευαν


Η Μαρία ήταν μια γυναίκα που για να αναδείξει το μεγαλείο της είχε ανάγκη από μουσική και η απόδειξη είναι η ταινία «Μήδεια» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ένα σχέδιο που την είχε ενθουσιάσει και για το γεγονός ότι ήθελε να δείξει στον Ωνάση ότι μετράει ως καλλιτέχνις. Ωστόσο δεν παρουσίασε μια Μήδεια που προβάλλει τα νύχια και τα δόντια της παρά μια ωραία εικόνα, δεδομένου ότι η Μαρία είχε μεταξύ άλλων και μεγάλη φωτογένεια. Η Μήδεια που υποδύθηκε στο θέατρο ήταν κάτι άλλο. Καθώς εγώ δεν σχολίασα καθόλου την ταινία, η Μαρία μού έγραψε από το Παρίσι: «Η σιωπή σου είναι υπερβολικά εύγλωττη» και εγώ της απάντησα: «Μαρία, εσύ είσαι η μουσική και γι’ αυτόν τον λόγο έχεις ανάγκη από Χερουβείμ στη Μήδεια».


Πάνω στη σκηνή ήταν μια δύναμη της φύσης, είχε εξουσία και μια πνευματιστική γοητεία, έπεφτε σχεδόν σε έκσταση. Πράγματι, είχε ένα κοινό διχασμένο: υπήρχαν εκείνοι που τη μισούσαν και δεν μπορούσαν να την ανεχθούν και εκείνοι που τη λάτρευαν. Για την ακρίβεια, ήταν ο σύζυγός της Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι εκείνος που την αγάπησε με τρόπο πραγματικά συγκινητικό. Οταν παντρεύτηκαν, η Μαρία ένιωθε απλώς προστατευμένη. Είναι αργότερα που δημιουργήθηκε ένα συναίσθημα το οποίο μπορούσε να ονομάσει πραγματική αγάπη. Ο Μπατίστα αποχωρίζεται από τα αδέλφια του και την ακολουθεί, την πόθησε υπερβολικά ως την τελευταία στιγμή και πέθανε με το όνομά της στα χείλη του. Λίγο προτού πεθάνει είχαμε συναντηθεί στη Σιμιόνε και μου είχε πει: «Η Μαρία θα επιστρέψει».


Στο σπίτι τους όλα ήταν στη θέση που τα είχε αφήσει εκείνη. Φεύγοντας η Μαρία πήρε μαζί της μόνο έναν πίνακα της Παναγίας, τον οποίο κουβαλούσε στο θέατρο σε κάθε παράσταση. Οταν ο Ωνάσης μετέβη στη Σιμιόνε, απευθύνθηκε στον Μπατίστα με κυνισμό λέγοντάς του: «Και εσύ κρατάς αυτό το λουλούδι σε μια λασπουριά!» (συνηθισμένος στον ωκεανό ο Ωνάσης θεωρούσε λασπολακκούβα τη λίμνη Γκάρντα).


Η εξομολόγηση για τον Ωνάση


Προτού φύγει η Μαρία για να γυρίσει την ταινία με τον Παζολίνι, συναντηθήκαμε στη Ρώμη και μου διηγήθηκε όλη την ιστορία, με πόνο και θλίψη, ακόμη και αν χάρη στον Ωνάση βρέθηκε σε ένα περιβάλλον που της άρεσε και που στην αρχή την ενθουσίαζε. Ούσα ερωτευμένη με τον Ωνάση, αναγνώριζε ότι ήταν τρελός και ότι τον φοβόταν. Ελεγε: «Με αυτό που μου έκανε αυτός ο άνθρωπος, η Μαρία δεν πρέπει να κλάψει, η Μαρία δεν πρέπει να χαμηλώσει το κεφάλι και ο κόσμος δεν πρέπει να καταλάβει τον πόνο μου». Οι εξομολογήσεις της με συγκίνησαν βαθύτατα. Η Μαρία πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, τραγουδούσε ήδη από τα 14 της για τους Αμερικανούς για να μεταφέρει στο σπίτι λίγο ψωμί και ζάχαρη.


Οταν τραγουδούσαμε στο Μεξικό και καθόμασταν στο τραπέζι για φαγητό, παραβρέθηκα σε σκληρούς καβγάδες μεταξύ των δύο αδελφών και της μητέρας και όταν έλεγα στη Μαρία ότι αισθανόμουν λίγο άβολα, εκείνη με καθησύχαζε λέγοντάς μου: «Ετσι τσακωνόμαστε εμείς, α λα ελληνικά». Ολες τους έμοιαζαν λέαινες. Η μητέρα αξίωνε, π.χ., από τη Μαρία να δώσει στην αδελφή της το δαχτυλίδι αρραβώνα που της είχε δωρίσει ο Μενεγκίνι. Η Μαρία μού μετέφραζε τα πάντα σχολιάζοντας: «Ας δουλέψει όπως δούλεψα και εγώ!».


Επειτα από μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία και μια παρένθεση από θρυλικές επιτυχίες στα μισά της ζωής της, έφτασε πολύ νωρίς το θλιβερό τέλος που όλοι γνωρίζουμε. Ισως ήταν καλύτερα έτσι, για να μη γνωρίσουμε το ολοκληρωτικό τέλος, αφού η φωνή ήταν η δύναμή της και η μουσική η ζωή της και χωρίς αυτά τα δύο στοιχεία η Μαρία δεν υπήρχε.


Βλέπω ότι σήμερα η Μαρία είναι χαραγμένη στη μνήμη. Ως καλλιτέχνις αποθεώθηκε αλλά αγαπήθηκε λίγο και συνειδητοποιώ ότι σήμερα αγαπιέται. Ο καλύτερος λοιπόν τρόπος για να θυμόμαστε κάποιον είναι να τον θυμόμαστε μέσα μας, από τα βάθη της καρδιάς μας, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.


Το κείμενο προέρχεται από τον Πολιτιστικό Οργανισμό «Μαρία Κάλλας» της Βενετίας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk