Ολα άρχισαν από μια συζήτηση του Βίκτωρος Αρδίττη με τον Γιάννη Χουβαρδά κατά τη διάρκεια της οποίας «έπεσαν» πολλά έργα στο τραπέζι. Μαριβώ, Στόπαρντ, Λαμπίς. Και κάποια στιγμή ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου είπε στον σκηνοθέτη: «Διάβασε και αυτό το έργο του Στέρνχαϊμ». «Το διάβασα και ομολογώ μου άρεσε πολύ. Το επόμενο βήμα ήταν να το ανεβάσουμε» σημειώνει ο Βίκτωρ Αρδίττης.
Οι λόγοι επιλογής πολλοί και αμιγώς θεατρικοί. «Είναι παράδοξο έργο. Είναι μια γερμανική κωμωδία, γεγονός που συνιστά κάτι οξύμωρο. Είναι αυστηρό στη δομή, οξύ στην κοινωνική κριτική του και ταυτόχρονα έχει έναν αδυσώπητο μηχανισμό κωμωδίας με ρυθμούς, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή, και θα τολμούσα να πω με τον κώδικα του μπουλβάρ».
Ουσιαστικά μέσα από την «Κασετίνα» ο σκηνοθέτης αλλά και τα μέλη του θιάσου ξαναβρήκαν τη χαμένη τιμή της κωμωδίας. «Είναι ένα έργο που έχει κάτι το παλαιικό· είναι καλοφτιαγμένο, συγκροτημένο και τέτοια δεν γράφονται πια. Αυτό μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον για τους κανόνες και τους ρυθμούς της κωμωδίας. Αισθάνομαι ότι δουλεύοντας με αυτό το έργο είναι σαν η δουλειά μας να θέλει να αποκαταστήσει μια χαμένη αξιοπρέπεια της κωμωδίας. Να ξεπεράσουμε τα ξεφωνητά, τα χάχανα, τα εύκολα σχήματα της τηλεόρασης. Η κωμωδία έχει χάσει τη σοβαρότητά της, ενώ έχει πολύ μεγάλη δύναμη να ασκήσει έντονη κοινωνική κριτική και να είναι ταυτόχρονα απολαυστική με τους δικούς της κανόνες. Αυτό ανακαλύπτουμε από την αρχή που ξεκινήσαμε».
Ποια είναι λοιπόν η «Κασετίνα» και κυρίως ποια είναι τα μυστικά τα οποία κρύβει και τα οποία θα οδηγήσουν όλα τα πρόσωπα του έργου εκτός εαυτού; Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της παράστασης: «Η κασετίνα, όπως πολλά σκηνικά αντικείμενα στο θέατρο, έχει τη δύναμη προσώπου· εισβάλλει ως ξένο στοιχείο που ανατρέπει την οικογενειακή ισορροπία, γίνεται αντικείμενο πόθου. Ο μικροαστός δάσκαλος που είναι παντρεμένος για δεύτερη φορά με νεαρή γυναίκα την απατά με την κασετίνα. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον, το ότι οι συμβολισμοί χτίζονται σε μια βάση πάρα πολύ υλική, δεδομένης της ισχυρής παρουσίας του αντικειμένου πάνω στη σκηνή. Παροξύνει, οδηγεί στα άκρα. Με τον πόθο και το κυνήγι του άυλου χρήματος, το έργο αποκτά πλοκή και ρυθμούς. Είναι κάτι που ούτε εγώ ούτε και οι περισσότεροι ηθοποιοί του θιάσου το έχουμε ξανακάνει. Αυτό το καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρον».
Εκτός από τη σκηνοθεσία της παράστασης ο Βίκτωρ Αρδίττης είναι από φέτος και ο επικεφαλής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου που αλλάζει σελίδα. «Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Επί 15 ημέρες οι σπουδαστές δούλευαν μόνοι τους και ανανέωσαν τον χώρο. Εχει αρχίσει η λειτουργία, αλλά ακόμη είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα. Δεν είναι σχολές που μπορείς να πεις ότι εκπροσωπούν ένα σύστημα θεατρικό. Διαφορά πνεύματος και γενιάς σίγουρα υπάρχει αλλά δεν είναι αλλαγή θεατρικού συστήματος και ούτε θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο στην Ελλάδα να είχαμε μια σχολή ενός θεατρικού συστήματος».
Οσο για τις αλλαγές στο Εθνικό Θέατρο; «Το Εθνικό Θέατρο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο· μπαίνουμε σε νέα εποχή και είναι οφθαλμοφανείς οι διαφορές ήδη από το ρεπερτόριο και τον κύκλο συνεργατών. Είναι επείγον και σταθερό το αίτημα να ανανεωθούν τα κρατικά θέατρα για να αλλάξουν οι ισορροπίες. Αν και καταναλώνουν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού για το θέατρο, το ενδιαφέρον θέατρο παράγεται έξω από αυτά. Αυτό είναι κάτι που πλέον πρέπει να ανατραπεί».
* Η «Κασετίνα» του Καρλ Στέρνχαϊμ παρουσιάζεται στη σκηνή του θεάτρου Κάππα σε σκηνοθεσία Βίκτωρος Αρδίττη και μετάφραση Γιώργου Δεπάστα. Παίζουν: Ερση Μαλικέντζου, Ταξιάρχης Χάνος, Κλέων Γρηγοριάδης, Εύη Σαουλίδου, Σύρμω Κεκέ, Εμιλυ Κολιανδρή και Θανάσης Δήμου.



