• Αναζήτηση
  • Το καφενείο της Βιένννης όπου σύχναζαν ο Σνίτσλερ, ο Χόφμανσταλ, ο Μπροχ, ο Μούζιλ, ο Κοκόσκα και ο Τσβάιχ και όπου έπαιζαν σκάκι ο Φρόιντ και ο Τρότσκι

    Café Central

    τα θρυλικά λογοτεχνικά καφενεία της Ευρώπης Café Central Το καφενείο της Βιένννης όπου σύχναζαν ο Σνίτσλερ, ο Χόφμανσταλ, ο Μπροχ, ο Μούζιλ, ο Κοκόσκα και ο Τσβάιχ και όπου έπαιζαν σκάκι ο Φρόιντ και ο Τρότσκι ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ Το άγαλμα του ποιητή Πέτερ Αλτενμπεργκ δίπλα στην πόρτα της εισόδου του καφενείου Οταν το 1986 το café Central – το πιο διάσημο καφενείο της Βιέννης

    Οταν το 1986 το café Central – το πιο διάσημο καφενείο της Βιέννης που είχε κλείσει το 1943 – λειτούργησε ξανά, η Πατρίτσια Λι Μπράουν έγραφε στους «New York Times»: «Αρχικά, πριν από το cafe´ Luxembourg και το Odeon, υπήρχε το cafe´ Central, «ένα χωριό στο κέντρο της μητρόπολης, όπου αχνίζουν το κουτσομπολιό, η περιέργεια και η συκοφαντία», σύμφωνα με τα λεγόμενα του βιεννέζου συγγραφέα Αλφρεντ Πόλγκαρ».


    Το καφενείο δημιουργήθηκε το 1906 και ως το 1943 δεν είχε κλείσει ποτέ. Το 1978 άρχισαν οι εργασίες αναστήλωσής του που διήρκεσαν οκτώ χρόνια. Οταν λειτούργησε ξανά ήταν σαν να ανακτούσε η πρωτεύουσα της Αυστρίας ένα σημαντικό κεφάλαιο της καλλιτεχνικής και πολιτικής ιστορίας της.


    Ο Πόλγκαρ ανέπτυξε το 1926 ολόκληρη θεωρία για το τι σήμαινε να συχνάζεις εδώ, και μάλιστα της έδωσε τον τίτλο Theorie des Cafe´ Central. Σήμερα όμως μπαίνοντας σε τούτο το μουσείο των αναμνήσεων της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής Βιέννης βλέπεις δεξιά από την πόρτα το άγαλμα ενός άλλου γνωστού θαμώνα, του ποιητή Πέτερ Αλτενμπεργκ. Και αυτός έγραψε πολλά για το καφενείο που υπήρξε, όπως και για άλλους ποιητές, πεζογράφους, καλλιτέχνες, διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής, το μόνιμο στέκι του. Για τον Αλτενμπεργκ βέβαια αποτελούσε κάτι πολύ πιο σημαντικό: ήταν το δεύτερο σπίτι του, αφού μάλιστα εδώ έπαιρνε την αλληλογραφία του – και δεν ήταν ο μόνος.


    Η «φυλή» των μποέμ


    Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το να γράφεις και να ανήκεις στη φυλή των μποέμ συνιστούσε τρόπο ζωής και τα καφενεία ήταν θα λέγαμε οι εκκλησίες αυτών των άλλοτε εύθυμων, άλλοτε δύσθυμων, ενίοτε εριστικών και γενικότερα «ασεβών» πιστών. Γι’ αυτό και ο Αλτενμπεργκ απηύθυνε την παρακάτω προτροπή σε κάθε φιλόδοξο ποιητή: «Συνθέτεις ένα ποίημα που δεν μπορείς να εξαναγκάσεις τους φίλους σου στον δρόμο να το υποστούν; Τράβα σ’ ένα καφενείο!».


    Τώρα είναι πολύ δύσκολο να επισκεφθεί κανείς το café Central και να μη βρεθεί ανάμεσα σε δεκάδες επισκέπτες που έρχονται για να ζήσουν την αυταπάτη ότι θα αποτελέσουν έστω και για μία ώρα μέρος του θρύλου του. Στην Ευρώπη οι αναμνήσεις – αν εξαιρέσουμε τη δική μας χώρα – ανήκουν και εκείνες στα διατηρητέα, όπως και τα κτίσματα. Αλλά, έστω και μέσα στην πολυκοσμία, η ατμόσφαιρα εδώ είναι τέτοια που αν με λίγη προσπάθεια καταφέρει κάποιος να λειτουργήσει αφαιρετικά – σε αυτό βοηθούν ο καφές και τα εξαίρετα γλυκά τού Central – μπορεί να μετατεθεί στις εποχές κατά τις οποίες το μέρος αυτό περιείχε μια ζωή που δεν πρόκειται να επαναληφθεί.


    Στην καρδιά της Βιέννης, το 1856, όταν δεν είχε ακόμη παρακμάσει η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ολοκληρώθηκε η κατασκευή ενός από τα πιο εμβληματικά κτίρια της Κεντρικής Ευρώπης, του Palais Ferstel, το οποίο στέγαζε τράπεζες, το χρηματιστήριο και τη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης. Πολύ κοντά σε τούτη τη διάσημη διεύθυνση (Herrengasse 14) βρίσκονται το κτίριο της Οπερας, το αυτοκρατορικό ανάκτορο και ο καθεδρικός ναός του Αγίου Στεφάνου.


    Τα σχέδια του κτιρίου τα έκανε ένας νεαρός ταλαντούχος αρχιτέκτονας ονόματι Χάινριχ Φέρστελ, ο οποίος πιο μπροστά, έπειτα από ένα ταξίδι του στην Ιταλία, εμπνεύστηκε από την αρχιτεκτονική των βενετσιάνικων και των φλωρεντινών κτισμάτων για να δημιουργήσει το δικό του ύφος, το οποίο συνδυάζει τα γοτθικά με τα μαυριτανικά στοιχεία. Η Μεσόγειος συναντούσε την Κεντρική Ευρώπη.


    Οι άνθρωποι όμως είναι εκείνοι που δίνουν ζωή στα κτίσματα, και τα δικά τους αποτυπώματα αναγνωρίζουμε μέσα στις μνήμες και στα περιστατικά όπως διασώζονται στα κείμενα και στις προφορικές παραδόσεις. Στη σύνθεση των χρονικών στιγμών συνδυάζονται οι εικόνες του παρελθόντος και του παρόντος και δημιουργείται εκείνο που αποκαλούμε ατμόσφαιρα.


    Αριστουργήματα και ανοησίες


    Πλήθος μεταφορές έχουν επιστρατευθεί για να περιγράψουν την ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του café Central, την αόρατη αίσθηση του χρόνου που εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν σήμερα φαίνεται επινοημένη. Για τούτο και οι παραβολές, μολονότι αυθαίρετες, μοιάζουν τόσο γοητευτικές. Αλλοι, λ.χ., έχουν παρομοιάσει το εσωτερικό του καφενείου με σκηνή βεδουίνου, άλλοι με τραπεζαρία αστικού σπιτιού και άλλοι με προθάλαμο βασιλικών ανακτόρων. Πιο ευρηματική θα θεωρούσαμε τη μεταφορά ότι το καφενείο έχει κάτι από την ατμόσφαιρα γοτθικής εκκλησίας και πως ο καπνός από τα τσιγάρα είναι ένα είδος θυμιάματος. Επομένως, αν πηγαίναμε στους μια φορά κι έναν καιρό σιωπηλούς θαμώνες, αυτοί δεν θα πρέπει να είχαν και μεγάλες διαφορές από τους πρώτους χριστιανούς στις κατακόμβες.


    Παλαιότερα, προτού αρχίσει ο τουρισμός να σαρώνει τις δυτικές μητροπόλεις, τα γκαρσόνια του café Central διέθεταν την πολυτέλεια να ακουμπούν πάνω στις ψευδογοτθικές κολόνες σαν βαριεστημένοι φύλακες σε κρατητήρια και να υποκρίνονται ότι ακούν τα αριστουργήματα ή τις ανοησίες που διάβαζαν γνωστοί συγγραφείς και επίδοξοι γραφιάδες στις παρέες τους πιστεύοντας ότι από μια φράση τους μπορούσε να κριθεί το μέλλον του κόσμου.


    Το χθες ως σήμερα


    Δεν θυμάμαι ποιος είπε ότι αν μια χώρα θέλει να παράγει λογοτεχνία θα πρέπει να ανοίγει καφενεία το ένα μετά το άλλο. Τέτοιες ηρωικές δηλώσεις ακούγονται ίσως αφελείς την σήμερον ημέρα, ωστόσο πιο αφελές είναι και το να πιστεύει κανείς ότι εξαιτίας της προόδου η δική του εποχή υπερτερεί αυτών που προηγήθηκαν – όπως άλλωστε ισχύει και για το αντίστροφο. Οι απολαύσεις στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλές: ανατρέχοντας στα κείμενα και συνδυάζοντάς τα με τις προσωπικές του εμπειρίες μπορεί κανείς να παραγγείλει εδώ το άπφελ στρούντελ του μαζί με έναν καφέ μόκα και με λίγη προσπάθεια να φανταστεί πώς θα ήταν ο δρόμος έξω από το καφενείο όταν τα φανάρια της πόλης λειτουργούσαν με φωταέριο που το φως τους ο συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ το έβρισκε τόσο εντυπωσιακό ώστε να γράφει για «το τραγούδι των φαναριών που κυριαρχεί παντού».


    Ο «Σωκράτης της Βιέννης»


    Σε τέτοια μέρη η Ιστορία λειτουργεί ως στατιστική των αναμνήσεων, όταν δεν συμβαίνει να τη θεωρούμε κακή μητριά τους. Από την αρχή ακόμη της λειτουργίας του το Central συγκέντρωνε την αφρόκρεμα των βιεννέζων καλλιτεχνών και διανοουμένων. Το καφενείο, έγραφε ο Αλφρεντ Πόλγκαρ, ήταν ένα μέρος «για ανθρώπους που ήξεραν πώς να εγκαταλείψουν (τον κόσμο; το παρελθόν τους; τους δεσμούς τους με τους άλλους;) και να εγκαταλειφθούν για χάρη της μοίρας τους». Ο φερέοικος και άστεγος ποιητής Πέτερ Αλτενμπεργκ είχε το εξαιρετικό για την εποχή προνόμιο να τον αποκαλούν «Σωκράτη της Βιέννης». Για εκείνον το Central, όπως το απαθανάτισε, ήταν ένα είδος προφορικού παραδείσου.


    Από τον Μπροχ ως τον Λένιν


    Αυτό το μεσημέρι του Αυγούστου που κάθομαι σε μιαν άκρη και παρατηρώ τα εμφανώς βαριεστημένα γκαρσόνια – αφού οι τουρίστες τέτοια εποχή δεν είναι πολλοί – όλα μοιάζουν ακινητοποιημένα (ή έτσι μου φαίνεται;) σαν να έχουν επιστρέψει στο παρελθόν, την εποχή όπου οι περισσότεροι πελάτες ήταν τακτικοί θαμώνες και οι παρείσακτοι σαν κι εμένα ελάχιστοι. Αλλωστε και οι σχέσεις μεταξύ τους όριζαν τον τρόπο συμπεριφοράς ατόμων που ανήκαν σε μια ιδιότυπη μασονία. Πέραν αυτού ωστόσο εδώ ερχόσουν γιατί, όπως λέει πάλι ο Πόλγκαρ, «το Central είναι ένα μέρος όπου οι άνθρωποι θέλουν να βρεθούν μόνοι αλλά χρειάζονται παρέα για αυτό».


    Σε ποιους όμως αναφερόταν; Η παράθεση και μόνο των επιφανέστερων από αυτούς προκαλεί ζάλη. Εδώ περνούσαν ατελείωτες ώρες ο Αρθουρ Σνίτσλερ, ο Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Εγκον Φρίντελ, ο Σίγκμουντ Φρόιντ (που ερχόταν να παίξει σκάκι στην Αίθουσα Σκακιού του καφενείου), ο Καρλ Κράους, που τα άρθρα του και οι ομιλίες του αποτελούσαν ειδήσεις πρώτου μεγέθους, ο Οσκαρ Κοκόσκα, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Στέφαν Τσβάιχ. Αλλά και ο Λένιν πέρασε από εδώ – αν και δεν θα τον κατέτασσε κανείς στους θαμώνες. Στο Central σύχναζε επιπλέον η αφρόκρεμα των ηγετών του πανίσχυρου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Αυστρίας την περίοδο του Μεσοπολέμου, με τακτικότερο θαμώνα τον γενικό γραμματέα του Οτο Μπάουερ. Αναπόφευκτα, και πλήθος στελέχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς που έρχονταν για να παρακολουθήσουν τις κινήσεις, τις επαφές και τις ζυμώσεις των σοσιαλδημοκρατών αντιπάλων τους σε μια εποχή όπου το αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πολιτικά σχεδόν ανύπαρκτο, όπως μαρτυρεί στο Αναμνήσεις και στοχασμοί ο Ερνστ Φίσερ.


    «Προσοχή, η επανάσταση!»


    Το café Central δεν πουλάει μόνο ιστορία και αναμνήσεις. Μολονότι τουριστικός προορισμός, δεν είναι τουριστικό καφενείο. Διαθέτει εκλεκτούς σεφ για τα γλυκά του και είναι σχεδόν αμαρτία να περάσει κανείς από εδώ και να μη δοκιμάσει τουλάχιστον μία από τις 25 παραλλαγές των κέικ που προσφέρει ή την περίφημη σπεσιαλιτέ του τάρτα από κάστανο. Η μικροαρχιτεκτονική της διάταξης των γλυκών του είναι εντυπωσιακή, καθώς τα βλέπεις να σε προκαλούν αραδιασμένα σε τριώροφες ασημένιες πιατέλες. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι όταν το καφενείο ανακαινίστηκε οι πάντες σχεδόν αναλύθηκαν σε θαυμασμούς για το έργο των δύο αρχιτεκτόνων, του Βίλφριντ Σέρμαν και του Αλόις Μάτσατσεκ, που έφεραν σε πέρας το εγχείρημα. Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πουν ότι οι αρχιτέκτονες δεν ανακαίνισαν απλώς το κτίριο, αλλά αναστήλωσαν μια ολόκληρη κοσμοθεωρία.


    Το μυστικό με τις αναστηλώσεις είναι ότι πρέπει να μη σου δίνουν την αίσθηση πως τα πράγματα παραμένουν αναλλοίωτα, αλλά πως είναι χρονολογημένα και πως η πατίνα του χρόνου έχει κάτι από την αξία των ευγενών μετάλλων. Ακόμη και αν οι σημερινοί επισκέπτες δείχνουν να μην ταιριάζουν με το ντεκόρ, και σε κάποιες στιγμές να νομίζεις ότι εισέβαλε και εδώ ένα ράκος του μεταμοντέρνου κιτς, η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να είναι διαβρωτική από την ευωδιά του καφέ που μεταφέρει το άρωμα του χρόνου. Τότε σβήνεις τον περίγυρο και πας στο 1918, όταν η Βιβιάνα Αμον, ερωμένη του συγγραφέα Αντον Κουχ, στέκεται στα σκαλοπάτια του Central και φωνάζει: «Προσοχή, Αντον, η επανάσταση».


    Η επανάσταση είχε συμβεί τον Οκτώβριο του 1917 στη Ρωσία και ένας από τους πρωταγωνιστές της, ο Λέων Τρότσκι, υπήρξε για καιρό μόνιμος θαμώνας του καφενείου. Ο Τρότσκι ήταν μανιώδης σκακιστής και έπαιξε εδώ αμέτρητες παρτίδες, τις περισσότερες με έναν άλλο μόνιμο θαμώνα, τον βαρόνο Ρότσιλντ. Λένε ότι στην Αίθουσα του Σκακιού μόλις μαθεύτηκαν τα νέα πως στη Ρωσία είχε ξεσπάσει η Οκτωβριανή Επανάσταση, εισέβαλε ο γραμματέας του υπουργού Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας αναφωνώντας: «Εξοχότατε, στη Ρωσία ξέσπασε επανάσταση!». Με αυτοκρατορική δυσθυμία ο υπουργός είπε: «Βέβαια, βέβαια. Ποιος θα ‘θελε να κάνει επανάσταση στη Ρωσία; Ισως ο χερ Τρότσκι του café Central».


    * Στο επόμενο: το café Gijo´n της Μαδρίτης.

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Η άνοιξη στους Δολομίτες… Το δαχτυλίδι με το ογκώδες ροζ διαμάντι του Martin Katz έστελνε χιλιάδες εκθαμβωτικές αντανακλάσεις μέσα από την ειδική, υπερσύγχρονη... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk