Κωνσταντινούπολη, Ιανουάριος.
Η τηλεοπτική συζήτηση αποκάλυψε ότι η Αγκυρα προετοιμάζει το έδαφος για τη λήψη νέων μέτρων στην Κύπρο επικαλούμενη την προοπτική εγκατάστασης των ρωσικών αντιαεροπορικών πυραύλων που αγόρασε η Λευκωσία. Το πρώτο μέτρο είναι η πολιτική και οικονομική ενσωμάτωση της Βόρειας Κύπρου στην Τουρκία. Το δεύτερο είναι η εκδήλωση κάποιας μορφής στρατιωτικής δραστηριότητας στο νησί, η οποία ενδεχομένως θα περιλαμβάνει επιθέσεις και πλήγματα με στόχο την εξουδετέρωση των πυραύλων και την καταστροφή άλλων εγκαταστάσεων. Σε αυτή την πολιτική φαίνεται να συμφωνεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλη η τουρκική πολιτική ηγεσία. Ο βαθμός της συμφωνίας είναι τόσο μεγάλος ώστε ξένοι διπλωμάτες που γνωρίζουν καλά την τουρκική πραγματικότητα εκτιμούν ότι τα μέτρα αυτά αποφασίστηκαν στις τελευταίες συνεδριάσεις του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, όπου εξετάστηκε η υπόθεση των ρωσικών πυραύλων και σχεδιάστηκαν οι αντιδράσεις της Αγκυρας. Η προώθηση τέτοιων μέτρων προφανώς θα δημιουργήσει μια νέα κατάσταση στην Κύπρο.
Ο κ. Γιλμάζ, ένας από τους πιο σοβαρούς πολιτικούς, ήταν εξαιρετικά σαφής: «Η Τουρκία δεν μπορεί ούτε να θυσιάσει την Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου ούτε να απαρνηθεί την ασφάλειά της. Στην Τουρκία έχει απομείνει ένα μόνο πράγμα να κάνει: αν οι Ελληνοκύπριοι επιμείνουν στη στάση τους, η Τουρκία έχει μία και μοναδική εναλλακτική λύση, δηλαδή την προετοιμασία της νομικής βάσης για την ενσωμάτωση της ΤΔΒΚ στην Τουρκία… Υπάρχουν επίσης μέτρα που η Τουρκία πρέπει να πάρει από την πλευρά της ασφάλειας. Αυτά βέβαια είναι υπόθεση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων. Καμιά κυβέρνηση στην Τουρκία δεν μπορεί να αγνοήσει τα μέτρα που συμβουλεύει ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων».
Στο ίδιο μήκος κύματος βρέθηκε και η άποψη του κ. Γκιουλ, στενού συνεργάτη του κ. Ερμπακάν, αντιπροέδρου του Κόμματος της Ευημερίας και υπευθύνου για την εξωτερική πολιτική, ο οποίος τοποθέτησε το όλο θέμα σε ευρύτερο πλαίσιο λέγοντας: «Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η ίδια πολιτική εφαρμόζεται όποιο κόμμα και αν είναι στην κυβέρνηση. Υπάρχει μια εθνική πολιτική. Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια της Κύπρου και της Τουρκίας, όλες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν σχεδόν την ίδια πολιτική. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση έχει μια υποχρέωση να αντιδράσει. Μια άλλη κυβέρνηση θα είχε αντιδράσει κατά τον ίδιο τρόπο επίσης. Το θέμα σήμερα δεν είναι οι πύραυλοι αλλά το κυπριακό πρόβλημα σαν ολότητα». Παράλληλα διαβεβαίωσε το ακροατήριό του ότι «η οικονομική ενσωμάτωση έχει αρχίσει».
Ο κ. Ετζεβίτ έχει την πιο προχωρημένη επιθετική άποψη, η οποία συμπυκνώνεται σε μια τριάδα προτάσεων: «Πρώτον, μια επίσημη δήλωση πρέπει να εκδοθεί ότι για την Τουρκία είναι έξω από κάθε συζήτηση η απόσυρση των στρατιωτών της από την Κύπρο. Επανειλημμένα λέω ότι η Κύπρος έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για την Τουρκία, ακόμη και αν δεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι στη νήσο. Οπως είπε ο Ατατούρκ το 1937, η Κύπρος είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των νότιων ακτών της Τουρκίας… Επιπλέον πρέπει να ανοίξει η Αμμόχωστος και να υπογραφεί, το ταχύτερο δυνατό, μια συμφωνία αυτονομίας ανάμεσα στην Τουρκία και στην ΤΔΒΚ. Σε αυτή τη συμφωνία αυτονομίας η Τουρκία θα αναλάβει την ευθύνη για την εξωτερική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική της ΤΔΒΚ, αν και αυτή θα παραμείνει ένα ανεξάρτητο κράτος. Πρακτικά αυτή είναι η de facto κατάσταση τώρα. Με τέτοια συμφωνία αυτή η de facto κατάσταση θα πρέπει να νομιμοποιηθεί».
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα έντασης ο κ. Ντενκτάς αισθάνεται ιδιαίτερα άνετα και φροντίζει να συμβάλει στην παρόξυνση των προβλημάτων. Γι’ αυτό άλλωστε απεικονίζει την κατάσταση με τα πιο μαύρα χρώματα: «Οι Ελληνοκύπριοι αποπειράθηκαν δύο φορές να διεκδικήσουν την Κύπρο με τη χρήση βίας και απέτυχαν. Δεν μπορούν να το επιτύχουν με τη χρήση βίας. Η Ανατολία δεν θα το επιτρέψει. Ούτε εμείς θα το επιτρέψουμε. Τι δικαίωμα έχουν να μας στερήσουν την ελευθερία μας;».
Η Αγκυρα αναλύει την κατάσταση μέσα από το πρίσμα μιας υπέρμετρης αγωνίας για την ασφάλειά της, αναντίστοιχης προς τα πραγματικά δεδομένα. Η αγορά των ρωσικών πυραύλων από τη Λευκωσία εντάσσεται από το στρατιωτικό και πολιτικό κατεστημένο της Τουρκίας στο πλαίσιο μιας ευρύτατης συνωμοσίας σε βάρος της, η οποία περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η αναφορά στο «ορθόδοξο τόξο» έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος στη γεωστρατηγική σκέψη της τουρκικής ελίτ και αποκτά προοδευτικά τη θέση προφητείας που αυτοεπιβεβαιώνεται.
Η ανάλυση που παρουσίασε ο κ. Ετζεβίτ απέδιδε κατά τον καλύτερο τρόπο και τις ανάλογες τοποθετήσεις των στρατιωτικών, του στρατηγού Τορουντάι και του ναυάρχου Μπαγιαζίτ. «Οι Ελληνοκύπριοι… επιδιώκουν να αποκτήσουν και πάλι τον έλεγχο της Βόρειας Κύπρου. Εχουν αρχίσει κιόλας να κάνουν τα πρώτα βήματα σε αυτή τη κατεύθυνση. Οπως γνωρίζετε, οι Ελληνοκύπριοι αποπειράθηκαν να παραβιάσουν τα σύνορά μας για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια συνεχούς ειρήνης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι σαφές ότι οι Ελληνοκύπριοι αγόρασαν τους πυραύλους σαν μέσο για να αποτρέψουν την Τουρκία να εξαπολύσει μια νέα επιχείρηση». Η ιδέα που προβάλλεται στην Αγκυρα είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι ετοιμάζονται για μια εφόρμηση που θα τους οδηγήσει (αν επιτύχει) στην ανακατάληψη όλης της νήσου με στρατιωτικά μέσα. Ο τόνος που παρουσιάζονται αυτές οι ιδέες είναι σοβαρός, έστω και αν στην ουσία της μια τέτοια ανάλυση είναι επιεικώς ερασιτεχνική και αρμόζει περισσότερο στους «επιτελικούς των καφενείων» παρά σε επαγγελματίες.
Ο κ. Ετζεβίτ προχώρησε σε μια αναδρομή και σημείωσε: «Οι Ελληνοκύπριοι εξοπλίζονται εδώ και αρκετό καιρό. Το θέμα των ρωσικών πυραύλων είναι η τελευταία από αυτές τις προσπάθειες. Οι Ελληνοκύπριοι ισχυρίζονται ότι οι εξοπλιστικές τους προσπάθειες είναι για αμυντικούς σκοπούς. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό διότι η Τουρκία θα μπορούσε να είχε καταλάβει τη Νότια Κύπρο και να την είχε προσαρτήσει αν αυτές ήταν οι προθέσεις της παρατείνοντας κατά δύο ημέρες την ειρηνευτική επιχείρηση του 1974. Η Τουρκία εν τούτοις δεν είχε τέτοιες προθέσεις. Κατά τη γνώμη μου, η βάση γι’ αυτές τις προσπάθειες υπέρμετρου εξοπλισμού βρίσκεται στις τελευταίες σημαντικές εξελίξεις στο θέμα της Κύπρου». Ποιες είναι όμως αυτές οι φοβερές «εξελίξεις» που οδηγούν στην ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων; Ο κ. Ετζεβίτ τις περιγράφει ως εξής: «Οι Ελληνοκύπριοι αντλούν το θάρρος τους από το Κοινό Αμυντικό Δόγμα που υπογράφηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση πριν από κάποιο καιρό, στο άνοιγμα των θυρών για την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και από τους Ρώσους, οι οποίοι προσπαθούν να περικυκλώσουν την Τουρκία από τον Καύκασο και τη Σερβία ως τη Νότια Κύπρο μέσω Ελλάδος».
Ουδείς από τους παρισταμένους αμφισβήτησε τα όσα είπε ο κ. Ετζεβίτ. Μόνο ο κ. Γιλμάζ προσπάθησε, πολύ διστακτικά, να προβάλει μια ελαφρά απόχρωση: «Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αυτό το θέμα των πυραύλων ηγέρθη για να χρησιμοποιηθεί σαν χαρτί εναντίον της Τουρκίας. Δεν πιστεύω ότι η Νότια Κύπρος ή η Ελλάδα που την υποστηρίζει θα προβούν σε τέτοια αυτοκτονική απόπειρα. Αυτό είναι παράλογο. Καμιά τουρκική κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι ούτε στο ελάχιστο ευέλικτη απέναντι σε μια απόπειρα που απειλεί την ασφάλεια της Τουρκίας». Ουσιαστικά όμως όλοι αποδέχθηκαν μια κοινή αναλυτική προσέγγιση η οποία έχει στον πυρήνα της τη θεωρία της συνωμοσίας και δίνει προτεραιότητα στον στρατιωτικό ανταγωνισμό.
Το σκηνικό του κυπριακού προβλήματος παρουσιάζεται με έναν εντελώς αυθαίρετο τρόπο: έτσι «οι Ελληνοκύπριοι δεν ενδιαφέρονται πλέον να συνεχίσουν τον διάλογο… ούτε καν μνημονεύουν την πιθανότητα μιας διζωνικής ομοσπονδιακής λύσης. Εχουν ανοικτά επιλέξει τη συμπεριφορά της συνένωσης της Κύπρου υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση…». Ο κ. Ντενκτάς τοποθέτησε όλο το Κυπριακό πάνω σε ένα δίλημμα: «Είτε θα μετατρέψουμε την Κύπρο σε μια γέφυρα ειρήνης σύμφωνα με τις συμφωνίες του 1960, είτε η γέφυρα ειρήνης θα καταστραφεί και θα μετασχηματιστεί σε αιτία πολέμου, όπως έγινε την εποχή του Μακαρίου. Οι Ελληνοκύπριοι μας κοιτούν στα μάτια και απεργάζονται τεχνάσματα στηριγμένοι στην ΕΕ. Ελπίζουν ότι ο κόσμος θα τους προστατέψει και θα τους επιτρέψει να αποκτήσουν όλη την Κύπρο. Αυτοί ελίσσονται ώστε να αποκτήσουν έλεγχο όλης της Κύπρου μέσω της υποστήριξης της ΕΕ». Αυτός ο φόβος φαίνεται να τον κυνηγάει· συνέχεια επανερχόταν διαρκώς στις ίδιες ιδέες ανεξάρτητα από το εκάστοτε αντικείμενο της συζήτησης. Ετσι το κύριο συμπέρασμά του ήταν ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει να επανεκτιμήσουν την κατάσταση και να κατανοήσουν ότι το θέμα είναι ο μετασχηματισμός της Κύπρου σε μια ελληνοκυπριακή δημοκρατία και ότι οι Τουρκοκύπριοι και η Τουρκία δεν θα υποκύψουν σε αυτό».
Η πολιτική που προτείνει είναι πολύ απλή: «Ο,τι συμφωνείται ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και στους Ελληνες θα πρέπει να συμφωνείται και με μας και την Τουρκία. Το λέω εδώ και καιρό. Οποια συμφωνία υπογράφεται ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και στην Ελλάδα θα πρέπει να υπογράφεται και από μας και την Τουρκία. Θα δείξουμε με αυτό τον τρόπο ότι οι συμφωνίες που υπογράφουν δεν είναι δεσμευτικές για την Κύπρο. Αυτές οι συμφωνίες μπορούν να είναι δεσμευτικές μόνο για τους Ελληνοκύπριους. Οι δεσμοί μας είναι με την Τουρκία. Η πολιτική να ανταποδίδουμε κάθε βήμα που κάνουν θα πρέπει να εφαρμοστεί. Δόξα τω Θεώ η στρατιωτική μας προπαρασκευή έχει ολοκληρωθεί. Θα πρέπει όμως να ανταποδίδουμε και τα πολιτικά βήματα».
Οι τελευταίες εξελίξεις ώθησαν την τουρκική πολιτική ηγεσία να διαμορφώσει ένα σχήμα επιχειρηματολογίας για το Κυπριακό που θα εμποδίσει μια παραγωγική προσέγγιση του θέματος. Ο κ. Γκιουλ ήταν αυτός που με τον πιο εναργή τρόπο παρουσίασε το θέμα της οριστικής διαίρεσης της Κύπρου: «Το υπό εξέταση θέμα είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης. Υπάρχουν τα γεγονότα του 1963 και του 1974. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις πήγαν εκεί το 1974. Υπάρχουν και οι μαζικοί τάφοι. Ακόμη και την περίοδο όπου οι δύο κοινότητες ήταν καταδικασμένες να ζουν μαζί δεν υπήρχαν μεταξύ τους γάμοι… Το θέμα υπό διερεύνηση είναι η βαθιά εχθρότητα». Η ιδέα που λανθάνει πίσω από αυτή την ανάλυση του κ. Γκιουλ είναι ότι η αποκατάσταση μιας ενιαίας νήσου θα ξαναφέρει συγκρούσεις, αστάθεια και πόλεμο. Προφανώς ουδείς μπορεί να δοκιμάσει την ακρίβειά της καθώς η Αγκυρα κρατάει τα κλειδιά της ομαλοποίησης και δεν φαίνεται διατεθειμένη να τα χρησιμοποιήσει. Ο κ. Γκιουλ άλλωστε προδιαγράφει την αντιμετώπιση των επερχόμενων πρωτοβουλιών από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη λέγοντας: «Αυτές οι δύο κοινότητες, οι οποίες βρίσκονταν εκεί για πολλά χρόνια, αυτές οι δύο ετερόδοξες κοινότητες θα έπρεπε να μπορούν να ζήσουν μαζί. Δεν επιμένουμε να τις διαχωρίσουμε. Εν τούτοις, αφού δεν μπορούν να συνυπάρξουν, είναι τώρα διαχωρισμένες. Αυτός ο διαχωρισμός δεν έγινε σκόπιμα. Αν, εν τούτοις, αυτές οι δύο διαχωρισμένες κοινότητες, χώρες και κράτη (εκεί τώρα υπάρχουν δύο ξεχωριστά κράτη), συμφωνήσουν στο μέλλον και επιθυμούν να συνυπάρξουν θα τις αφήσουμε. Τώρα, όμως, δεν είναι αυτή η περίπτωση».
Τουλάχιστον μέσα σε όλο αυτό το χάος υπάρχει μια υπόσχεση του κ. Γκιουλ: «Εμείς σαν κράτος θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτρέψουμε τη μετατροπή της περιοχής σε πεδίο μάχης και να αποφύγουμε μια θερμή κατάσταση», η οποία όμως ακούγεται πολύ αδύναμα.
Η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη που ξεχειλίζει από δυναμισμό. Μέσα σε μια θάλασσα από κακοφτιαγμένες πολυκατοικίες ανυψώνονται τεράστιοι πύργοι που ανήκουν σε τράπεζες, κατασκευαστικές ή εμπορικές εταιρείες. Κυκλοφορώντας στο κέντρο της πόλης αναδύονται όλες οι αντιφάσεις της Τουρκίας, απέραντη φτώχεια συνδυασμένη με τεράστιο πλούτο. Το κλίμα αυτό τροφοδοτεί όμως ανησυχίες και προβληματισμούς για ένα τμήμα της τουρκικής ελίτ. Το «Κανάλ Ντε» της τουρκικής τηλεόρασης και ο δημοσιογράφος κ. Γκιουνερί Τσιβάογλου διοργάνωσαν μια στρογγυλή τράπεζα στην οποία συμμετείχαν κορυφαία πολιτικά πρόσωπα της Τουρκίας, ο αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης κ. Μεσούτ Γιλμάζ, ο Αμπντουλάχ Γκιουλ, αντιπρόεδρος του κόμματος της Ευημερίας και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού κ. Ερμπακάν, ο Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο στρατηγός κ. Νετσιπ Τορουντάϊ, τέως αρχηγός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ο ναύαρχος κ. Ντογκάν Μπαγιαζίτ, τέως γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, καθώς και ο κ. Ραούφ Ντενκτάς και ο νομικός του σύμβουλος κ. Μουμτάζ Σοϊσάλ. Από την Ελλάδα συμμετείχε ο υπογράφων. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν ήταν αποκαλυπτικές των τάσεων που διαμορφώνονται στην Αγκυρα. Αγνοια για Ευρώπη
Οι δυνατότητες που ανοίγει η Ευρωπαϊκή Ενωση στην Τουρκία και στην Κύπρο ελάχιστα έχουν γίνει κατανοητές από την Αγκυρα. Η προσέγγισή τους είναι σχεδόν πρωτόγονη και χωρίς κάποιο σαφή προσανατολισμό. Ο κ. Ντενκτάς θεωρεί την υπόθεση της ένταξης της Κύπρου σαν απλή αφορμή για μεμψιμοιρία: «Θα έπρεπε να μας έχουν ρωτήσει για την αίτηση στην ΕΕ. Θα έπρεπε να υποβάλουν αυτή την αίτηση μαζί μας. Γιατί αν η αίτηση υποβαλλόταν από κοινού, τότε θα είχαν διαφυλαχθεί και τα συμφέροντα της Τουρκίας. Τίποτε από αυτά δεν έγινε. Υπό το πρόσχημα ότι είναι η νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου θέλουν να μας σύρουν πίσω τους και να μας αναγκάσουν να καθήσουμε στην αγκαλιά της Ελλάδας. Δεν θα το κάνουμε. Αυτό είναι ένας επικίνδυνος και άδικος δρόμος. Οι Ελληνοκύπριοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν αυτή τη φιλοδοξία». Η δυναμική των οικονομικών ολοκληρώσεων που εξελίσσονται διαφεύγει πλήρως από τους τούρκους πολιτικούς που αρκούνται να επαναλαμβάνουν στερεότυπα μιας άλλης εποχής.



