Ο «Μπλομπ» είναι ένας θαλάσσιος ελέφαντας (Mirounga leonine) που «βαφτίστηκε» έτσι από τον Ρας Χέλζελ και την Αννα Φαμπιάνι του Πανεπιστημίου του Ντάρχαμ στη Βρετανία. Οι δύο ερευνητές πραγματοποίησαν γενετικά πειράματα πάνω στο συγκεκριμένο είδος ζώων στις νήσους Φόκλαντ και στο γειτονικό νησί των Ελεφάντων. Υστερα από σύγκριση του γενετικού υλικού των ζώων πάνω στα οποία διεξήχθησαν τα πειράματα με τις ακολουθίες του DNA που φέρουν οι πληθυσμοί θαλασσίων ελεφάντων οι οποίοι ζουν σε περιοχές της Ανταρκτικής, οι ερευνητές είδαν ότι ο Μπλομπ είναι «πατέρας» τουλάχιστον 19 μικρών στις νήσους Μακουάρι, κοινώς στην αντίθετη πλευρά των Φόκλαντ όπου κατοικεί το είδος στο οποίο ανήκει. Προκειμένου να ζήσει την… πατρότητα ο Μπλομπ ταξίδεψε απλώς μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα!
Αυτού του είδους οι «επιδόσεις» των θαλασσίων ελεφάντων δεν είναι πρωτόγνωρες στους ειδικούς. Οι επιστήμονες γνώριζαν ότι τα θηλυκά του είδους μετακινούνται κατά εκατοντάδες χιλιόμετρα σε αναζήτηση τροφής, παραμένουν όμως πιστά σε ό,τι αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής. Για τα αρσενικά αντιθέτως, αποτελεί κανόνα η μετανάστευση σε μακρινά μέρη προκειμένου να βρουν τη «σύζυγό» τους. Ωστόσο ποτέ ως σήμερα δεν είχε αποκαλυφθεί ένα τόσο μεγάλο ταξίδι όπως αυτό που έκανε ο Μπλομπ για να βρει το έτερόν του ήμισυ.
Και αν ο Μπλομπ διένυσε 8.000 χιλιόμετρα από Βορράν προς Νότο για να συναντήσει την αδελφή ψυχή του, μουρούνες (Dissostichtus eleginoides) κάλυψαν από… σφάλμα τη διπλάσια απόσταση προς την αντίθετη κατεύθυνση! Τα ψάρια αυτά, με μήκος περίπου δύο μέτρα και βάρος 70 κιλά, τα οποία εντοπίστηκαν στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Γροιλανδίας, έκαναν μάλιστα τέτοιο ρεκόρ ώστε να παρουσιασθούν σε πρόσφατο τεύχος της έγκριτης επιθεώρησης «Nature». Σύμφωνα με τους ειδικούς, πρόκειται για ένα μεγάλο κατόρθωμα. Η μουρούνα είναι ένα ψάρι που ζει συνήθως στα νερά των υπο-ανταρκτικών περιοχών. Ακολουθώντας τα ψυχρά ρεύματα μπορεί να ταξιδεύσει προς τον Βορρά και ως σήμερα τα όρια που οι επιστήμονες γνώριζαν ότι μπορεί να αγγίξει ήταν σε αντιστοιχία με την Ουρουγουάη για τον Ατλαντικό και το Εκουαδόρ για τον Ειρηνικό.
Το πώς λοιπόν τα ψάρια του είδους που έφθασαν ως την Γροιλανδία διέσχισαν τα ζεστά τροπικά νερά παραμένει μυστήριο και ίσως να οφείλεται σε λάθος, σύμφωνα με τους ειδικούς.
Το μυστήριο ωστόσο ελύθη σε ό,τι αφορά τη μετανάστευση των αστακοκαραβίδων της Καραϊβικής, οι οποίες ταξιδεύουν μόνο κατά ομάδες επί ημέρες και νύχτες στα βάθη του ωκεανού, διανύοντας περίπου 200 χιλιόμετρα. Σήμερα, χάρη στις έρευνες του Λάρι Μπόουλς και του Κένεθ Λόχμαν από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στις ΗΠΑ, γνωρίζουμε ότι τα ζώα αυτά αποτελούν τα μοναδικά ασπόνδυλα θαλάσσια όντα που χρησιμοποιούν ως πυξίδα για να προσανατολισθούν τα μαγνητικά πεδία της Γης, τα ίδια πεδία που ως φαίνεται βοηθούν στον προσανατολισμό και τους καρχαρίες στην άβυσσο των ωκεανών.
Οι καρχαρίες έχουν το χαρακτηριστικό να συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας σε ομάδες ακόμη και εκατό ατόμων γύρω από την κορυφή υψωμάτων που σχηματίζονται στον βυθό της θάλασσας και να απομακρύνονται, ακόμη και κατά 16 χιλιόμετρα προκειμένου να βρουν τροφή. Επιστρέφουν όμως στο σημείο από το οποίο αναχώρησαν τις πρώτες πρωινές ώρες. Ο βιολόγος Πίτερ Κλίμλεϊ διατύπωσε πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα θεωρία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουν. Σύμφωνα με αυτήν, οι καρχαρίες ακολουθούν τις «μαγνητικές οδούς» που διατρέχουν τους ωκεανούς, χρησιμοποιώντας ως σημεία αναφοράς αυτά τα υψώματα του βυθού, τα οποία λόγω της γεωλογικής φύσης τους αποτελούν ένα είδος μαγνητικών πόλων. Τα σήματα από τους πόλους αυτούς «διαβάζουν» οι καρχαρίες χάρη στους μοναδικούς ηλεκτροϋποδοχείς που φέρουν στο κεφάλι τους.
Η αποδημία είναι… επιστήμη
Η μεταναστευτική περίοδος άρχισε και σμήνη σπάνιων μαυροπελαργών έκαναν ήδη την εμφάνισή τους στην Ευρώπη, προερχόμενοι από την Αφρική. Η είδηση αυτή δημιούργησε αισιοδοξία στους ειδικούς καθώς ο πληθυσμός του συγκεκριμένου είδους συνεχώς μειώνεται, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη. Το γεγονός ότι τα πουλιά αυτά πετούν σε σχηματισμό είναι πολύ σημαντικό, καθώς τους χαρίζει μεγάλη εξοικονόμηση δυνάμεων. Αυτό ανακάλυψε ο Χένρι Βέιμερκιρς του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών στο Βιλέρ αν Μπουά της Γαλλίας μελετώντας πελεκάνους που πετούν επίσης σε ομάδες. Ο ερευνητής είδε ότι τα πουλιά αυτά που ταξιδεύουν μέσα στην ασφάλεια που τους παρέχει η παρουσία συντρόφων έχουν καρδιακούς παλμούς κατά 11% ως 14% χαμηλότερους από εκείνα που πετούν μόνα. Επιπλέον τα πουλιά που πετούν σε σμήνη χτυπούν τα φτερά τους με μικρότερη συχνότητα και περνούν περισσότερο χρόνο πετώντας με τα φτερά τους ακίνητα σε σύγκριση με τους… μοναχικούς ταξιδιώτες.
Οι εναλλαγές στο μαγνητικό πεδίο της Γης είναι εκείνες που υποδεικνύουν στους «μετανάστες» να κατέβουν στη Γη για σύντομη ξεκούραση. Για παράδειγμα το αηδόνι, που βρίσκεται στα βόρεια της Αιγύπτου, προτού διασχίσει την έρημο της Σαχάρας κάνει μια στάση προκειμένου να γεμίσει τις λιπαποθήκες του. Ο Θορντ Φράνσον και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης τοποθέτησαν ορισμένα από τα πουλιά αυτού του είδους σε διαφορετικά μαγνητικά πεδία αναπαράγοντας τέσσερις διαφορετικές καταστάσεις που αυτά συναντούν στον δρόμο από τη Σουηδία ως την Αφρική. Είδαν ότι η «προσομοίωση» του μαγνητικού πεδίου που τα πουλιά συναντούν στη Βόρεια Αίγυπτο τους προκαλούσε μια έντονη ανάγκη να «γεμίσουν τις μπαταρίες» τους, σε σημείο που η σωματική μάζα τους αυξανόταν κατά περίπου 3,5 γραμμάρια. Περίπου το τριπλάσιο συγκριτικά με την ανάπτυξη που παρουσίαζαν τα πουλιά που είχαν εκτεθεί σε μαγνητικό πεδίο ανάλογο με αυτό που εντοπίζει κανείς στη Σουηδία.



