Αν στο προσκήνιο αυτά που φαίνονται να τρέχουν είναι τα κυβερνητικά στελέχη ανά τις επαρχίες και τα τρακτέρ και τα περιπολικά στις εθνικές οδούς, στο παρασκήνιο το ΠαΣοΚ διατρέχεται από την πιο μεγάλη κρίση του από τη στιγμή της ίδρυσής του. Μία όψη της κρίσης είναι οι διαρκώς αναρριπιζόμενες διαφωνίες, διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις στις κυβερνητικές επιλογές του κ. Κ. Σημίτη από υπουργούς και κομματικά στελέχη. Αυτή η πλευρά, όμως, όσον και αν απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και τροφοδοτεί τα πολυποίκιλα «παράθυρα» των τηλεοράσεων, στην πραγματικότητα έχει πολύ μικρό ειδικό πολιτικό βάρος. Αυτού του είδους οι αντιπαραθέσεις είναι τα τελευταία, ωχρά και ασθμαίνοντα, υστερόγραφα του συνεδρίου. Είναι οι ανακλαστικοί σπασμοί συμπεριφορών και «συσχετισμών» που συντηρούνται από τη φορά της αδρανείας περισσότερο, παρά από την ένταση των διαφορετικών προσεγγίσεων και διεκδικήσεων που περικλείουν.
Στη νέα πραγματικότητα του ΠαΣοΚ ένα είναι βέβαιο: η «μετά Σημίτη» εποχή (όποτε και όπως και αν έλθει) δεν θα εκφραστεί από τα «προ Σημίτη» φιλόδοξα πολιτικά στελέχη. Ο κ. Τσοχατζόπουλος βεβαίως, με την υπεύθυνη και σώφρονα στάση του, κέρδισε μάλλον οριστικά μια κεντρική θέση σε όποια μέλλουσα διάταξη δυνάμεων στο ΠαΣοΚ. Αλλά, οπωσδήποτε, ουδείς προσβλέπει στον κ. Τσοχατζόπουλο ως δυνάμει διάδοχο του κ. Σημίτη. Από πουθενά επίσης δεν προκύπτει η πιθανότητα να αποκτήσει εκ νέου ο κ. Αρσένης τη δυνατότητα έκφρασης ενός ρεύματος στο ΠαΣοΚ που να τον οδηγήσει στη διεκδίκηση έστω της κορυφής.
Δύο είναι τα δεδομένα στο σημερινό ΠαΣοΚ: αφενός η αναντίρρητη επιβολή του κ. Σημίτη και αφετέρου ότι νέα πρόσωπα και νέοι συσχετισμοί δυνάμεων θα διαμορφώσουν το τοπίο του μέλλοντος στο κυβερνών κόμμα. Πώς εμβάλλεται, επομένως, το στοιχείο της «κρίσης» σε ένα κόμμα που δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα νομιμοποίησης της ηγεσίας και των επιλογών της από ένα υπαρκτό, επικίνδυνο και πειστικό «μπλοκ» εσωτερικής αντιπολίτευσης;
Το πρόβλημα, ο πυρήνας της κρίσης του ΠαΣοΚ βρίσκεται στο γεγονός ότι η παλαιά δομή του κόμματος καταρρέει και αποσυντίθεται καθημερινά με ένα είδος «κοινωνικού αυτοματισμού», όπως θα έλεγε ο κ. Ρέππας, χωρίς να είναι ορατοί οι τρόποι και οι μορφές αναδημιουργίας ενός νέου τύπου κομματικού ιστού. Για παράδειγμα, ένα από τα σημεία στο οποίο συμφωνούν απολύτως όλα τα κορυφαία ηγετικά στελέχη του ΠαΣοΚ είναι η ανησυχία του κ. Κ. Σκανδαλίδη ότι, «αν δεν αλλάξουμε κομματικές λειτουργίες, στις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές του 1998 θα έχουμε στους περισσότερους νομούς και στους περισσότερους μεγάλους δήμους δύο και τρία χωριστά ψηφοδέλτια ΠαΣοΚ, που το καθένα θα κάνει διαφορετική επιλογή τοπικών πολιτικών συμμαχιών».
Αξίζει να σημειωθεί προσθέτως ότι αυτή η «ανησυχία» αντανακλά μια νέα κομματική πραγματικότητα, την οποία επισημαίνει υπουργός και μέλος του ΕΓ: «Οι Τοπικές Οργανώσεις χάνουν πλέον και το τελευταίο δυναμικό ενεργών μελών, που ήταν οι συνταξιούχοι. Οι ΤΟ στις περισσότερες περιπτώσεις διαπλέκονται με τοπικά στελέχη βουλευτές, νομάρχες κλπ. ως παλαιού τύπου προσωπικό πελατειακό δίκτυο, και δευτερογενώς τούτο συνδυάζεται με την αγκίστρωση σε κάποιους κεντρικούς μηχανισμούς. Η έννοια της οργάνωσης ως στοιχειώδες πολιτικό κύτταρο έχει πλέον εκλείψει οριστικά για το ΠαΣοΚ».
Την ίδια ακριβώς κρίση, αλλά από άλλες αιτίες, διέρχονται οι κλαδικές οργανώσεις. Τι ρόλο μπορούν να έχουν οι οργανώσεις των αγροτών, όταν το μήνυμα του ανταγωνισμού εξατομικεύει τις επιλογές του αγρότη; Τι νόημα έχει η δράση του συνδικαλιστικού, όταν και ορθά η κυβέρνηση και το κράτος αρνούνται πλέον να παίξουν το παλαιό παιχνίδι του «μπουκώματος» με παροχές προς χάριν των «ημετέρων»;
Με απλά λόγια, η ίδια η φύση των πολιτικών του εκσυγχρονισμού αποδιαρθρώνει τους εσωτερικούς δεσμούς ενότητας ενός κόμματος, του οποίου ο ομφάλιος λώρος με την κρατικιστική πατρωνεία αποτελούσε έναν από τους πιο ισχυρούς συνεκτικούς ιστούς. Η πραγματικότητα αυτή δεν διαφεύγει του κ. Κ. Σημίτη και του μπλοκ των «εκσυγχρονιστών». Απάντηση σε αυτή την αποσάθρωση του παλαιού κομματικού οικοδομήματος είναι η «επιχείρηση ανασυγκρότησης» και η πρόταση δημιουργίας «θεματικών οργανώσεων».
Οργανώσεις δηλαδή που στηρίζονται περισσότερο στη λογική εγκόλπωσης ή δημιουργίας νέων κοινωνικών κινημάτων (οικολογικά – ποιότητας ζωής) ή σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως ο τουρισμός κλπ., παρά στην οικοδόμηση των παλαιού τύπου πυραμιδωτών οργανώσεων.
Αλλά για να επιτύχουν όλα αυτά χρειάζεται νέου τύπου κοινωνική ενεργοποίηση. Και αυτό δεν το επιτυγχάνει μια κυβέρνηση με την πολιτική της, αλλά ένα κόμμα και μια ηγεσία με τη νέα πνοή της πειθούς του.



