Μπορεί οι Βρετανοί να θρηνούν την «πριγκίπισσα του λαού» ή τη «βασίλισσα της καρδιάς τους» ­ όπως μετά θάνατον χαρακτήρισαν την Νταϊάνα ­ αλλά όταν πρόκειται για μπίζνες εμφανίζονται πρόθυμοι να… αναβάλουν κάθε θλίψη, πόνο και οδυρμό. Ακόμη και τους ουσάρους με τις απαστράπτουσες στολές και τις καλογυαλισμένες σέλες στα άλογά τους επιστράτευσαν για να αποδώσουν τιμές στον υπουργό Εθνικής Αμυνας κ. Α. Τσοχατζόπουλο που αφίχθη επισήμως στο Λονδίνο, την περασμένη Τρίτη, μεσούντος του «μεγάλου λαϊκού πένθους», την ώρα που η βρετανική κυβέρνηση είχε αναβάλει, λόγω Νταϊάνας, τις περισσότερες επίσημες επισκέψεις ξένων προσωπικοτήτων. Τα 4,3 τρισ. δρχ. του ελληνικού εξοπλιστικού προγράμματος δεν άφηναν, βλέπετε, στους Βρετανούς κανένα περιθώριο για αναβολή της επίσκεψης του έλληνα υπουργού. Ηταν άλλωστε και η πρώτη επαφή της νέας βρετανικής κυβέρνησης με έλληνα υπουργό.



Η υποδοχή που έγινε στον υπουργός Εθνικής Αμύνης κ. Α. Τσοχατζόπουλο στο Λονδίνο ήταν μοναδική, αφού πρώτη φορά το υπουργείο Αμυνας υποδεχόταν ξένο, υπαίθρια, στο Horse Arch, παρουσία… τουριστών, στην πλειονότητά τους Ιαπώνων και Αράβων, που ξαφνικά είδαν στους δρόμους τις φιλαρμονικές, τους ουσάρους και τα άλογα και τον επικεφαλής των Scots Guards, ταγματάρχη του Ιππικού κ. Tim Jailand και νόμισαν ότι θα γινόταν κάποια τελετή για την Νταϊάνα! Αξιοπρεπείς και στη θλίψη τους οι Βρετανοί, δεν ανέφεραν τίποτα για τον θάνατο της πριγκίπισσας και ούτε θα γινόταν συζήτηση γι’ αυτό το θέμα αν ο ίδιος ο κ. Τσοχατζόπουλος δεν άνοιγε πρώτος τη συζήτηση εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του για τον τραγικό χαμό της Νταϊάνας. Η προσοχή τους θα έλεγε κάποιος ότι ήταν αποκλειστικά στραμμένη στο πώς θα πείσουν τον έλληνα υπουργό να αγοράσει από τα δικά τους όπλα. Η αγωνία τους για να μας πουλήσουν όπλα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε σε μια στιγμή της σύσκεψης ορισμένοι βρετανοί αξιωματικοί είπαν με αρκετή δόση χιούμορ στους έλληνες συναδέλφους τους: «μα σας παρακαλούμε, αγοράστε επιτέλους και κάτι από εμάς»!


Ο έλληνας υπουργός ήταν από τους πρώτους που προσήλθε στα ανάκτορα να υπογράψει το βιβλίο των συλλυπητηρίων για την Νταϊάνα, κάτι που ενθουσίασε τους Βρετανούς και πέτυχε με αυτό πλήρη τηλεοπτική κάλυψη ακόμη και από τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Αντιθέτως, οι συνομιλίες του με τον βρετανό ομόλογό του δεν είχαν κάλυψη από κανένα κανάλι.


Η σύσκεψη στο υπουργείο Αμυνας έγινε σε πολύ φιλικό κλίμα. Ο υπουργός Αμυνας της Βρετανίας κ. Τζ. Ρόμπετσον ήταν παλιός γνώριμος του έλληνα υπουργού, από τις συχνές συναντήσεις που είχαν στο πλαίσιο των συνόδων του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και ο Βρετανός αποκαλούσε συνεχώς τον υπουργό σκέτο «Ακη», αφού, όπως ο ίδιος του εξομολογήθηκε, δυσκολεύεται να προφέρει το… «Τσοχατζόπουλος». Το υπουργείο Αμυνας άλλωστε δεν θυμίζει καθόλου στρατιωτικό υπουργείο, αφού οι μόνοι που ήταν ένστολοι εκεί μέσα ήταν οι έλληνες στρατιωτικοί που συνόδευαν τον υπουργό και ο αρχηγός του Βρετανικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός σερ Τσαρλς Γκέρθι. Κάτι βεβαίως που κίνησε την περιέργεια των δικών μας στρατιωτικών που ρώτησαν κάποια στιγμή τους βρετανούς συναδέλφους τους «γιατί δεν φορούν στολή». Η απάντηση που τους δόθηκε ήταν πράγματι αφοπλιστική: οι στολές στο υπουργείο και στο Γενικό Επιτελείο καταργήθηκαν, λόγω του έντονου ανταγωνισμού που υπήρχε στους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων και βεβαίως, για λόγους ασφαλείας, από τον φόβο του IRA.


Οι δύο υπουργοί είχαν κατ’ ιδίαν δεκάλεπτη συνάντηση κατά την οποία ο κ. Τσοχατζόπουλος ανέπτυξε τις ελληνικές θέσεις στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Ο βρετανός ομόλογός του απέφυγε να πάρει θέση, λέγοντας απλώς ότι καταγράφει τις ελληνικές ανησυχίες. Ούτε όμως τα ελληνοτουρκικά ή η προκλητικότητα της Τουρκίας ή ακόμη το Κυπριακό ήταν θέματα που απασχολούσαν εκείνη την ώρα την ηγεσία του βρετανικού υπουργείου Αμυνας. Το Λονδίνο και γενικά όλη η Βρετανία είχαν στραμμένη την προσοχή τους στην Νταϊάνα. Οι Λονδρέζοι συνωστίζονταν έξω από τα ανάκτορα, το κατάστημα του Harrod’s και τον καθεδρικό ναό του St James για να αποθέσουν ένα μπουκέτο λουλούδια (με πλαστικό περιτύλιγμα) ή να ανάψουν κεριά σε κάθε σημείο του Λονδίνου που τους θύμιζε Νταϊάνα και εκείνο που ενδιέφερε την ηγεσία του υπουργείου Αμυνας ήταν να κλείσουν ένα είδος συμφωνίας με τους Ελληνες. Συγκεκριμένα, φαίνονταν ότι ήθελαν να τελειώνουν γρήγορα με τα τελετουργικά και τα εθιμοτυπικά για να αρχίσουν τη βασική συζήτηση που αφορούσε τα οπλικά συστήματα. Το Λονδίνο έξω «έβραζε».


Οι Βρετανοί έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον να μας πουλήσουν άρματα μάχης, υποβρύχια, επιθετικά ελικόπτερα, πυραύλους ελικοπτέρων, αερόστρωμνα (χόβερκραφτ), τηλεπικοινωνιακό υλικό και αντιαεροπορικά συστήματα. Ετσι άρχισαν να μιλούν για τα όπλα τους εκφράζοντας στην αρχή την ικανοποίησή τους «που οι Ελληνες προμηθεύτηκαν τα επιθετικά ελικόπτερα Απάτσι»! Μόνο που τα Απάτσι η Ελλάδα δεν τα αγόρασε από τους Βρετανούς, αλλά από τους Αμερικανούς. Αυτή όμως η… λεπτομέρεια ολίγον τους ενδιέφερε αφού και αυτοί μετέχουν στην παραγωγή των Απάτσι. Απλώς έμειναν ικανοποιημένοι γιατί­ όπως είπαν­ «η ελληνική παραγγελία κέντρισε το ενδιαφέρον και άλλων χωρών, περιλαμβανομένης και της Τουρκίας». Με την προσδοκία λοιπόν, ότι και άλλες χώρες της Μεσογείου και των Βαλκανίων θα ακολουθήσουν τον δρόμο της Ελλάδος στα επιθετικά ελικόπτερα, οι Βρετανοί άρχισαν να διαφημίζουν ότι τα δικά τους ελικόπτερα τα παραδίδουν σε λιγότερο χρόνο από τους Αμερικανούς και ότι μπορούν να καλύψουν αξιόπιστα μεγάλες παραγγελίες.


Ο έλληνας υπουργός απέφυγε να δεσμευτεί για οτιδήποτε και έλεγε στους Βρετανούς ότι τα οπλικά συστήματα που πρόκειται να προμηθευτεί η Ελλάδα θα αξιολογηθούν από διάφορες επιτροπές εμπειρογνωμόνων, θα βαθμολογηθούν από τους αξιωματικούς και τις τελικές αποφάσεις θα τις λάβει το ΚΥΣΕΑ και τους διαβεβαίωσε ότι τα βρετανικά όπλα περιλαμβάνονται και αυτά στις short lists των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, όπως περιλαμβάνονται και άλλα όπλα από διάφορες χώρες. Η επιμονή όμως των Βρετανών να μας πουλήσουν «εδώ και τώρα» όπλα ήταν τόσο μεγάλη, που διαμαρτυρήθηκαν ότι η Ελλάδα ελάχιστα όπλα αγόρασε από τη Βρετανία και ζήτησαν μάλιστα να μάθουν τον λόγο. Λίγο αργότερα ο υπουργός επληροφορείτο ότι ορισμένες βρετανικές κατασκευάστριες εταιρείες έχουν αναθέσει σε διαφημιστικά γραφεία να κάνουν γνωστά τα οπλικά τους συστήματα στην Ελλάδα. Τόσο πολύ τους «καίει» το ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα.


Βεβαίως οι Βρετανοί δεν έμειναν μόνον στα λόγια. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μετέφεραν τον κ. Τσοχατζόπουλο με ένα τζετ του Βασιλικού Ναυτικού στο Νιούκαστλ για να του επιδείξουν τα άρματα μάχης που προτίθενται να μας πουλήσουν. Η επίδειξη ήταν πράγματι εντυπωσιακή, αφού οι Βρετανοί της κατασκευάστριας εταιρείας εξήγησαν στον έλληνα υπουργό και στους στρατιωτικούς που τον συνόδευαν πώς παράγεται ένα άρμα μάχης και ποιες είναι οι επιχειρησιακές του δυνατότητες. Ολη αυτή η ιστορία διήρκεσε περίπου τρεις ώρες. Εν συνεχεία ο κ. Τσοχατζόπουλος μετέβη αεροπορικώς και πάλι στη ναυτική βάση της νήσου Βάλνεϊ, όπου ναυπηγούνται τα βρετανικά υποβρύχια.


Οι Βρετανοί επιθυμούν να μας πουλήσουν τέσσερα ελαφρώς μεταχειρισμένα, που σήμερα τα έχουν σχεδόν παροπλισμένα, αφού ίδιου τύπου υποβρύχια κατασκευάζονται πλέον για το βρετανικό ναυτικό ως… πυρηνοκίνητα. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι πουλούν έτοιμο και σύγχρονο προϊόν, ετοιμοπαράδοτο δηλαδή, δοκιμασμένο από το Βασιλικό Ναυτικό, ενώ για την παραγγελία νέων υποβρυχίων η Ελλάδα χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα περίπου πέντε ετών. Κάπως «εμπιστευτικά», θέλοντας προφανώς να ασκήσουν ένα είδος πιέσεως, πληροφόρησαν τους έλληνες αξιωματικούς ότι για αυτόν τον τύπο υποβρυχίου ενδιαφέρονται και άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία και ο Καναδάς. Για τα υποβρύχια αυτά κλήθηκε προχθές στο Λονδίνο και ο αρχηγός του ΓΕΝ αντιναύαρχος Παλαιογιώργος.


Πέραν των οπλικών συστημάτων ο κ. Τσοχατζόπουλος και οι επιτελείς που τον συνόδευαν έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον και για την αναδιοργάνωση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με τη μετατροπή τους σε καθαρά επαγγελματικό στρατό. Οι Βρετανοί, βλέπετε, θεωρούνται «σπεσιαλίστες» στην Ευρώπη στη δημιουργία επαγγελματικών Ενόπλων Δυνάμεων, χρημάτισαν πρόσφατα ακόμη και σύμβουλοι των Γάλλων για το θέμα αυτό και η πείρα τους αξιολογείται από την Αθήνα ως «σημαντική». Ο υπουργός Αμυνας σημείωσε το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, λέγοντας ότι η μόνη λύση για να μειωθεί η θητεία είναι η δημιουργία ενός αμιγώς επαγγελματικού στρατού. Οι Βρετανοί δέχθηκαν ευχαρίστως να βοηθήσουν και συμφωνήθηκε μία επιτροπή να αναλάβει να παρουσιάσει πρόταση ώστε να δημιουργηθεί επαγγελματικός στρατός και στην Ελλάδα, αλλά τα προβλήματα όπως παραδέχθηκαν και οι Βρετανοί είναι τεράστια.


Από τα 60 εκατ. Βρετανών μόλις μετά βίας, όπως είπαν, μπορούν να προσλάβουν 117.000 επαγγελματίες στρατιώτες, παρά τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύει κάθε χρόνο για διαφήμιση η βρετανική κυβέρνηση. Ο κάθε στρατολόγος είναι υποχρεωμένος να στρατεύσει τον χρόνο 32 στρατιώτες από όλη τη χώρα και οι περισσότεροι δεν μπορούν να στρατολογήσουν ούτε 10 ή 15! Επιπλέον οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα πλήρωσης των μονάδων, αφού διαθέτουν μονάδες αμιγώς με Σκώτους και στις οποίες δεν μπορούν να στρατολογήσουν φερ’ ειπείν Αγγλους ή Ουαλούς ή ακόμη δεν γνωρίζουν πόση θα πρέπει να είναι η διάρκεια της υπηρεσίας και ποια αποζημίωση θα πάρουν όταν αφυπηρετήσουν. Ολα αυτά θα τα συζητήσουν με τους έλληνες συναδέλφους τους, εδώ στην Αθήνα, τον Οκτώβριο. Επίσης θα συζητήσουν το θέμα της δημιουργίας μεικτών επιτελείων (Αεροπορίας, Ναυτικού και Στρατού Ξηράς) σε κάθε μεγάλο στρατιωτικό σχηματισμό στην Ελλάδα, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερος επιχειρησιακός συντονισμός. Τα θέματα που συζητήθηκαν


Οι ελληνοβρετανικές αμυντικές συνομιλίες κάλυψαν στην ουσία δύο θέματα: Πρώτο, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Συμμαχία με τη δημιουργία ενός νέου στρατιωτικού σχηματισμού ευρωπαϊκής ασφάλειας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τόσο ο έλληνας υπουργός Αμυνας όσο και ο βρετανός ομόλογός του μιλούσαν συνεχώς περί «νέου ΝΑΤΟ». Δεύτερο, το θέμα της επαναλειτουργίας των ΝΑΤΟϊκών στρατηγείων.


Η συζήτηση για τα στρατηγεία αποτέλεσε και τη μεγάλη ελληνική έκπληξη, αφού πρώτη φορά διαπιστώθηκε πλήρη ταύτιση απόψεων των δύο κυβερνήσεων στο ακανθώδες αυτό θέμα. Ισως επειδή και η Βρετανία αντιμετωπίζει πρόβλημα με το Γιβραλτάρ, η νέα βρετανική κυβέρνηση ανέπτυξε θέσεις που βρίσκονται πολύ κοντά με τις ελληνικές. Για το Κυπριακό και για τα ελληνοτουρκικά οι Βρετανοί έδειξαν κατανόηση, αλλά δεν προχώρησαν σε ανάλυση της κατάστασης. Σε πολιτικό επίπεδο ωστόσο οι ελληνοβρετανικές συνομιλίες κατέληξαν και σε μια συμφωνία. Την πλήρη συνεργασία των δύο κυβερνήσεων από την 1η Ιανουαρίου του 1998 σε πολιτικοστρατιωτικά θέματα, αφού η Βρετανία αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης και η Ελλάδα την προεδρία της Δυτικοευρωπαϊκής Ενωσης.


Επί βρετανικού εδάφους διεξήχθησαν και… ελληνοκυπριακές συνομιλίες. Οι υπουργοί Αμυνας Ελλάδας και Κύπρου συναντήθηκαν στο Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου, συζήτησαν το Κυπριακό, συμφώνησαν σε επίσημη επίσκεψη του κ. Τσοχατζόπουλου στις 15 Οκτωβρίου στην Κύπρο και έκαναν ανασκόπηση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος.


Ο κ. Τσοχατζόπουλος σε ομιλία του επιτέθηκε εναντίον της Αγκυρας, σημειώνοντας ότι ακολουθεί χιτλερική πολιτική επεκτατισμού, και προειδοποίησε ότι αν η Τουρκία επιμένει να αμφισβητεί τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Κύπρου «θα βρει άμεση, ευέλικτη και αποτελεσματική απάντηση».