Με τις κλιμακούμενες αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας και με την επέκταση της κόλασης πυρός στο Βελιγράδι (όπως φάνηκε και από τις χθεσινές αποκλειστικές φωτογραφίες στο «Βήμα» του Σαββάτου) εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα φάση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο προοδευτικός διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, με πρωταγωνιστές τη Σλοβενία και την Κροατία και αργότερα τη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, κατέληξε στον σημερινό ακήρυκτο πόλεμο. Που ίσως τελειώσει με κάποιο συμβιβασμό, έχοντας όμως στήσει το σκηνικό για περαιτέρω ανακατατάξεις.


Αν μάλιστα προσθέσουμε στα φαινόμενα αυτά το ευρωπαϊκό όραμα μιας μελλοντικής «Ευρώπης των περιοχών» (όραμα που φοβίζει ωστόσο τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Βρετανία, τη Ρουμανία και όσες χώρες έχουν μειονότητες ανήσυχες), θα δούμε τους σημερινούς πολιτικούς χάρτες γρήγορα να αποδεικνύονται ξεπερασμένοι. Οι αψυχολόγητοι και ίσως αμελέτητοι συσχετισμοί που έκανε ο πρόεδρος των ΗΠΑ την πρώτη κιόλας ημέρα των επιθέσεων του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας δημιούργησαν στην Ελλάδα και στην Τουρκία ένα κλίμα έντονης ανησυχίας.


Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση. Και, κυρίως, ότι οφείλει τώρα να αναζητήσει και να προωθήσει ενέργειες θετικές, ενέργειες σωστικές για την ειρήνη της γεωγραφικής περιοχής μας.


Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι αντιδράσεις της Τουρκίας, διά του υπουργού της των Εξωτερικών κ. Τζεμ, έδειξαν μιαν αντίστοιχη θέληση μη εμπλοκής στην απροσδόκητη κρίση στο Κοσσυφοπέδιο και στις όποιες προεκτάσεις της. Με τη σειρά τους οι προχθεσινές δηλώσεις του αμερικανού πρεσβευτή κ. Μπερνς προς «Το Βήμα» της Παρασκευής έμοιασαν να θέτουν ένα (προσωρινό;) τέρμα στους ενδοιασμούς για περαιτέρω ανάμειξη του αμερικανικού παράγοντα στις βαλκανικές ισορροπίες. ***


Η Ελλάδα, το ξαναλέμε, δεν επιτρέπεται να τηρήσει στάση παθητική μπροστά στο ενδεχόμενο μιας επέκτασης των σημερινών βαλκανικών ταραχών. Αν η διπλωματική οδός της είναι σήμερα δυσχερής, της ανοίγεται ένας άλλος δρόμος: η ανάληψη πρωτοβουλίας για στενότερη αναπτυξιακή συνεργασία με τα μη εμπόλεμα κράτη των Βαλκανίων και με την Τουρκία. Αυτό μπορεί να έχει αναφερθεί συχνά ως ενδεχόμενο. Σήμερα έχει γίνει επιτακτική ανάγκη.


Τίποτε δεν εμποδίζει τη χώρα μας από το να επιδιώξει τη θωράκιση μιας βαλκανικής ειρήνης με βάση κοινά αναπτυξιακά προγράμματα. Για να φέρουμε ένα και μόνο επιτυχημένο παράδειγμα τέτοιας αναπτυξιακής συνεργασίας, ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της χώρας μας ήδη συνεργάζεται στενά με τον αντίστοιχο οργανισμό της Ρουμανίας. Και έπονται η Βουλγαρία και η Αλβανία. Οσο για την ιδιωτική πρωτοβουλία (τράπεζες, βιομηχανίες κτλ.), είναι και αυτή εξίσου χρήσιμη εν δυνάμει· για να αποδώσει όμως η ειρηνευτική, εξισορροπητική προσπάθεια που εννοούμε, οι πρωτοβουλίες αυτές θα όφειλαν να ενταχθούν σε έναν συνολικό προγραμματισμό, αποσαφηνισμένο και αποδεκτό από τις κυβερνήσεις όσων χωρών θα συμμετέχουν σε αυτόν.


Μια τέτοια πολιτική, διακρατική και εθνική συνάμα, μπορεί να διευρυνθεί αργότερα (όταν η τωρινή σύγκρουση Δύσης και Σερβίας θα έχει καταλαγιάσει) σε ένα νέο είδος «πλάνου Μάρσαλ», με τη στήριξη φυσικά των μεγάλων οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων της Δύσης.


Δεν μπορεί όμως να επιδιώκει κανείς τη στήριξη τρίτων αν πρώτα δεν έχει απόλυτη βεβαιότητα για τη δική του εσωτερική συνοχή. Εδώ περιμένουμε από τον Πρωθυπουργό να αναλάβει πρωτοβουλία για συνεννόηση (όχι για απλή ενημέρωση…) με τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως. Σε στιγμές διεθνούς κρίσης και εθνικών κινδύνων, την ώρα που κλιμακώνεται η επέμβαση του ΝΑΤΟ για αποσταθεροποίηση του καθεστώτος στη Σερβία, δεν είναι διόλου μειωτικό για την κυβέρνηση το να αναζητήσει διακομματική συναίνεση για μια τόσο σημαντική πρωτοβουλία. Πρωτοβουλία η οποία, το επαναλαμβάνουμε, μπορεί να ειδοποιηθεί και να προσδοκά διεθνή στήριξη μόνον υπό την προϋπόθεση της ομοψυχίας του ελληνικού λαού.