Εντονη ανησυχία αλλά και δικαιολογημένη δυσφορία προκάλεσαν στην Αθήνα οι αναφορές του προέδρου Κλίντον για το ενδεχόμενο επέκτασης της κρίσης στο Κοσσυφοπέδιο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη στιγμή μάλιστα που η υπόθεση Οτσαλάν είχε αρχίσει να ξεθωριάζει και από τις δύο πλευρές είχαν ξεκινήσει ενέργειες για να πέσουν οι τόνοι. Οι αναφορές αυτές θα πρέπει να ενταχθούν μάλλον στην αγωνιώδη προσπάθεια του Αμερικανού Προέδου να πείσει τόσο το Κογκρέσο όσο και την κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα των βομβαρδισμών, δραματοποιώντας όσο είναι δυνατόν την κατάσταση.


Γνωστό είναι ότι οι Αμερικανοί αρέσκονται να επαναλαμβάνουν δίκην μπαμπούλα την περιώνυμη θεωρία του ντόμινο, που προβλέπει μια σειρά από αλυσιδωτές κρίσεις μετά την ανάφλεξη στο Κοσσυφοπέδιο. Μέσα στην αλυσίδα αυτή, που έχει ως επίκεντρο τις διενέξεις σχετικά με τις διάφορες μειονότητες, εντάσσεται και το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής κρίσης με αφορμή τη δήθεν καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης.


Στην πραγματικότητα όμως η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να εμπλακεί άμεσα στις συγκρούσεις αυτές. Πρώτον, διότι δεν έχει την πρόθεση να εκμεταλλευθεί την κρίση για να προωθήσει δικές της διεκδικήσεις ή να επιβάλει τετελεσμένα. Και, δεύτερον, επειδή αυτό που επιθυμεί είναι να τερματισθεί η παρούσα κρίση όσο το δυνατόν ταχύτερα, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η πορεία της οικονομίας της χώρας, τη στιγμή που επίκειται η επίτευξη του στόχου για την ένταξη στην ΟΝΕ.


Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Αθήνα αρνείται με κάθε τρόπο να μετάσχει στις επιχειρήσεις εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, έστω και αν τυπικά τις έχει εγκρίνει. Μπορεί η θέση αυτή να εμφανίζεται αντιφατική και ασφαλώς είναι. Αλλά δεν θα πρέπει να ξεχασθεί το κλίμα που είχε δημιουργηθεί εις βάρος της Ελλάδας παλαιότερα, όταν συνεχώς (με τους γνωστούς αστερίσκους στα ΝΑΤΟϊκά ανακοινωθέντα) εμφανιζόταν να διαφοροποιείται από τους υπολοίπους Συμμάχους, με αποτέλεσμα η Τουρκία να επωφελείται από αυτή την κατάσταση.


Θεωρητικά ο μόνος κίνδυνος εμπλοκής της Ελλάδας μπορεί να προκύψει αν οι αλβανόφωνοι πρόσφυγες του Κοσσυφοπεδίου προωθηθούν από το αλβανικό κράτος σε περιοχές της Νότιας Αλβανίας και προκληθούν συγκρούσεις με την ελληνική μειονότητα. Στην περίπτωση αυτή ευνόητο είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορεί να παραμείνει απαθής. Γι’ αυτό θα πρέπει από τώρα η Αθήνα να προειδοποιήσει τα Τίρανα ότι δεν θα ανεχθεί ένα νέο ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου.


Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα υποστεί και πάλι ένα τεράστιο κύμα προσφύγων. Το θέμα των προσφύγων από το Κοσσυφοπέδιο είναι άλλωστε το μόνο ουσιαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει τη στιγμή αυτή η ελληνική πλευρά και θα πρέπει να το χειριστεί στο επίπεδο μιας καθαρά ανθρωπιστικής επιχείρησης.


Αυτή την περίοδο που με τους άφρονες αμερικανικούς βομβαρδισμούς απειλείται η γενικότερη σταθερότητα στην περιοχή η Αθήνα θα πρέπει να αποδείξει και στην πράξη (και όχι θεωρητικά, όπως γινόταν ως σήμερα) ότι παραμένει ο κύριος παράγοντας σταθερότητας στα Βαλκάνια.


Αυτό που δεν αντελήφθησαν άλλωστε οι Αμερικανοί είναι ότι στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τη σταθερότητα στην περιοχή πετυχαίνουν με τους βομβαρδισμούς τους το ακριβώς αντίθετο: τον κίνδυνο πλήρους αποσταθεροποίησης.


Διότι οι Σέρβοι δεν θα διστάσουν να προχωρήσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα σε εκκαθαρίσεις στο Κοσσυφοπέδιο και θα προσπαθήσουν στη συνέχεια να κρατήσουν όσα περισσότερα εδάφη μπορούν και τα υπόλοιπα εκ των πραγμάτων θα οδηγηθούν στην ανεξαρτησία ή στην προσάρτηση από την Αλβανία. Ετσι θα ανατραπεί οριστικά η συμφωνία του Ραμπουγέ.


Βέβαιο είναι ότι με τους βομβαρδισμούς οι Αμερικανοί διαπράττουν στρατηγικό σφάλμα, το οποίο όμως δεν θα πληρώσουν αυτοί αλλά οι λαοί της περιοχής, οι οποίοι ούτε προς τους Ευρωπαίους μπορούν να στραφούν, καθώς η Ευρώπη για μία ακόμη φορά υπήρξε τραγικά απούσα. Και όσο η ενωμένη Ευρώπη δεν κατορθώνει να υψώσει τη δική της φωνή στα θέματα εξωτερικής πολιτικής τόσο η Ουάσιγκτον θα παραμένει ανεξέλεγκτη στις δικές της επιλογές.