ΥΠΑΡΞΗ τάσεων μέσα στα κόμματα είναι φαινόμενο σύμφυτο με τη Δημοκρατία. Σε αρκετά από τα ευρωπαϊκά κόμματα οι τάσεις είναι οργανωμένες, οι βουλευτές και τα κομματικά στελέχη που μετέχουν σε αυτές συνεδριάζουν, σε αρκετές περιπτώσεις, όπως π.χ. στην Ιταλία, χωριστά και έχουν και δικά τους όργανα. Στην Ελλάδα τέτοιο πολιτικό φαινόμενο είναι κατά κάποιο τρόπο νομιμοποιημένο σε μικρότερα κόμματα, όπως κάποτε στο ΚΚΕ εσωτερικού και τώρα στον Συνασπισμό, όχι όμως στα δύο μεγάλα που, και μετά την αποχώρηση (πολιτική ή και βιολογική) των ιδρυτών τους, δεν έχουν χάσει εντελώς τον αρχηγικό και συγκεντρωτικό τους χαρακτήρα. Εξάλλου, οι διαφωνίες και αντισυσπειρώσεις στα κόμματα εξουσίας, ιδιαίτερα στο διάστημα όπου αυτά βρίσκονται στη διακυβέρνηση της χώρας, θεωρούνται από τμήμα των οπαδών τους και γενικότερα της κοινής γνώμης ύποπτες, με την έννοια ότι αυτές οφείλονται σε προσωπικές φιλοδοξίες και δυσαρέσκειες.


Αρκετοί αναρωτιούνται αν υπήρξαν στο ΠαΣοΚ και στη ΝΔ, που κυβέρνησαν τις τελευταίες δεκαετίες τη χώρα, περισσότεροι από ένας ή δύο υπουργοί που παραιτήθηκαν διαφωνώντας με τη γενική ή την ειδικότερη στον τομέα τους κυβερνητική πολιτική. Μπορεί να είναι δίκαιες ή άδικες αυτές οι κρίσεις μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης, αλλά οπωσδήποτε δεν συμβάλλουν στην άνοδο του επιπέδου του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και στη στερέωσή του. Ασφαλώς όχι μόνο όσοι διετέλεσαν υπουργοί και τώρα είναι «εκτός κυβερνήσεως», αλλά και βουλευτές που δεν διακρίθηκαν για τις γνώσεις τους ή τις επιδόσεις τους στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να έχουν γνώμη και να διαφωνούν για την εξωτερική πολιτική. Αλλά δικό τους θέμα είναι να πείσουν και την κοινή γνώμη ότι οι διαφωνίες και οι ομαδοποιήσεις τους είναι ειλικρινείς και δεν ξεκινούν από κομματικούς μικροϋπολογισμούς, τάση προς τη δημαγωγία και καπήλευση των εθνικών θεμάτων και πολιτικές ιδιοτέλειες.


Μια άλλη, ίσως και πιο σοβαρή, πλευρά του ίδιου θέματος είναι ότι όλοι οι έλληνες πολιτικοί οφείλουν να γνωρίζουν πως η δημαγωγία και η καπηλεία ιδιαίτερα στα λεγόμενα εθνικά θέματα, δηλαδή στην εξωτερική πολιτική της χώρας, είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Ενα από τα στοιχεία που προκύπτουν από τα Αρχεία Καραμανλή που άρχισαν να δημοσιοποιούνται είναι οι αγωνιώδεις προσπάθειες του επί τόσα κρίσιμα χρόνια πρωθυπουργού της χώρας για μια συνεννόηση με την τουρκική ηγεσία για την ειρηνική συμβίωση των δύο λαών. Η υπογράμμιση από μέρους του τού γεγονότος ότι το Αιγαίο δεν είναι λίμνη ελληνική, αλλά περιλαμβάνει και τα διεθνή και τα τουρκικά χωρικά ύδατα, γίνεται ασφαλώς για να υπογραμμιστεί η ανάγκη της ελληνοτουρκικής συνεργασίας. Γίνεται για να ενισχυθούν οι παράγοντες που επιζητούν τη φιλία και τη συνεργασία και να απομονωθούν οι ζητωπόλεμοι και οι πολεμοκάπηλοι.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια η επιθετικότητα και η προκλητικότητα αναπτύσσεται από την πλευρά των αδιαλλάκτων της Αγκυρας, που με αυτόν τον τρόπο πιστεύουν ότι δίνουν διέξοδο στα εσωτερικά τους προβλήματα και περισπούν την προσοχή των δικών τους λαών από τη δυσπραγία, τη φτώχεια και την καταπίεση, πολιτική και εθνική. Είναι όμως κοινό μυστικό ότι για τη σημερινή τραγωδία του διαμελισμού της Κύπρου ευθύνονται και οι δικοί μας υπερπατριώτες, ιωαννιδικοί πραξικοπηματίες, που με την ανατροπή του Μακαρίου και την εισβολή του Ιουλίου του 1974 προκάλεσαν τη δεύτερη εθνική καταστροφή στον 20ό αιώνα.


Οπως προκύπτει από τα Αρχεία, το 1975 ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Καραμανλής έλεγε στον τούρκο «ομόλογό» του Μπ. Ετζεβίτ:


«Ο ισχυρισμός ότι παρέβημεν διεθνείς συμφωνίες μερικώς μόνο είναι αληθής. Γιατί τα πρακτικά της υποεπιτροπής που ασχολήθηκε με την υπόθεση στη Λωζάννη, υποδείκνυαν ότι, αν και η αποστρατιωτικοποίησις των νήσων είχε γίνει αποδεκτή, η εφαρμογή του όρου αυτού δεν θα αποστερούσε αμύνης τα νησιά εις περίπτωσιν απειλής. Το θέμα αυτό μπορεί να διευθετηθεί κατά τρόπον καλύπτοντα τις απαιτήσεις ασφαλείας αμφοτέρων των χωρών όταν αρθεί η απειλή».


Οι κραυγές των αδιαλλάκτων και «υπερπατριωτών», που απευθύνονται στην εκλογική τους πελατεία, δεν εξαλείφουν την αναγκαιότητα της ελληνοτουρκικής συνεργασίας, που μπορεί να αναπτυχθεί σε πολλούς τομείς προς όφελος και των δύο λαών.