Με γνώμονα τη σημερινή αντιμετώπιση των ιδιωτικών συλλογών, τα εγκαίνια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης τον Απρίλιο του 1926 θα αποτελούσαν αφορμή έντονων καταγγελιών, ενδεχομένως και επεισοδίων. Αν συνυπολογιστεί και η αρωγή του ελληνικού κράτους, το οποίο παρεχώρησε τη σχετική έκταση, το ζήτημα βεβαίως θα είχε αναχθεί σε μέγα σκάνδαλο και κατά μία έννοια της λέξης, εκείνη του αδύνατου να πιστέψει κανείς, ορθώς. [Ευτυχώς, ο τσοπάνης της φωτογραφίας δεν φαίνεται να ανήκε σε εξωραϊστικό σωματείο].
Ο συλλέκτης, διπλωμάτης και λόγιος, Ιωάννης Γεννάδιος είχε δωρίσει την περίφημη βιβλιοθήκη του στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει το κατάλληλο κτίριο που θα στέγαζε τους περίπου είκοσι τρεις τόνους βιβλίων και η Εταιρεία Κάρνεγκη κατέβαλε τα σχετικά κονδύλια. Οι οικοδομικές εργασίες δεν κράτησαν παρά μόνο τριάντα πέντε μήνες. Δεν ήταν ο πρώτος Γεννάδιος που ίδρυε Βιβλιοθήκη. Είχε προηγηθεί ο Γεώργιος Γεννάδιος, πατέρας του, πρώτος Επιστάτης της χωρισμένης από το Μουσείο και ανεξάρτητης από το 1832 Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μάλιστα, και ο Ιωάννης για την Εθνική προόριζε τη συλλογή του, αλλά η εμπειρία του από παλαιότερη επαφή που είχε μαζί της κάθε άλλο παρά τον ενεθάρρυνε να πάρει την απόφαση και να δωρίσει την πολύτιμη συλλογή του στην πρώτη βιβλιοθήκη της χώρας: έστειλε τους καταλόγους της συλλογής του, που τότε αριθμούσε περί τους 25.000 τόμους και η Εθνική τους… έχασε.
Εχοντας ως μέτρο σύγκρισης την κατάσταση που επικρατεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη εδώ και δεκαετίες, ο ακατάστατος υπάλληλος που έχασε τον κατάλογο απέφυγε μεν τον κόπο να παραλάβει τόσες χιλιάδες τόμων, αλλά, το σημαντικότερο, βεβαιότατα ευεργέτησε τον τόπο του πείθοντας τον φιλόπατρη Γεννάδιο να προστατέψει τη βιβλιοθήκη του από το ελληνικό κράτος.
Οι βιβλιοθήκες, κατά τη διατύπωση του Ροΐδη, «ασχολούνται επιπόνως να λύσωσι διά συμβιβασμού τινος το δύσκολον ζήτημα της αμειώτου διασώσεως της περιουσίας αυτών μετά της όσον ένεστι μείζονος αυτής χρησιμοποιήσεως». Με τα κριτήρια μιας εποχής που αποτελεί οριστικά παρελθόν, η Γεννάδειος θα μπορούσε να υπερηφανευθεί ότι έχει λύσει «το δύσκολον ζήτημα» με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο. Συντηρεί και εμπλουτίζει μια εντυπωσιακή συλλογή η οποία διαρκώς προσελκύει εξαιρετικά προσκτήματα, ενημερώνεται στους τομείς που συγκροτούν το κύριο σώμα της βιβλιοθήκης, ενώ στο γαλήνιο αναγνωστήριό της χαρακτηρισμός καθόλου αυτονόητος στη χώρα μας ένας εξαιρετικός κατάλογος επιτρέπει την πρόσβαση στην πληρέστερη συλλογή έργων σχετικών με τις ελληνικές σπουδές, από τον δέκατο πέμπτο αιώνα ως σήμερα.
Είναι, όμως, προφανής σε όσους έχουν σχετική εμπειρία από άλλες χώρες η ανάγκη μιας σοβαρής αναδιοργάνωσης. Για πόσον καιρό ακόμη η νέα γενιά ερευνητών, εξοικειωμένη με τους ρυθμούς που επιτρέπει η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και μάλιστα οι ξένοι ερευνητές που κατ΄ εξοχήν χρησιμοποιούν τη Γεννάδειο θα αρέσκεται στο φυλλομέτρημα δεκάδων δελτίων ώσπου να εντοπίσει αυτό που αναζητεί; Βεβαίως, το φυλλομέτρημα αυτό συχνά προσέφερε στον ερευνητή γνώσεις που μπορούσαν να αποδειχθούν γονιμότατες, αλλά στη σημερινή εποχή της βιομηχανίας δημοσιεύσεων και των ακαδημαϊκών διαγκωνισμών αυτά αποτελούν πολυτέλεια. Και από την εποχή της Εταιρείας των Ντιλετάντι, της οποίας ο Γεννάδιος είχε την τιμή να είναι ο πρώτος ξένος που έγινε μέλος, έχουν αλλάξει πολλά. Το κυριότερο, η κλασική παιδεία και η γνώση του Λεβάντε έπαψαν να είναι εφόδια για να δραστηριοποιηθεί κανείς στον ευρύτερο χώρο της περιοχής μας, ως διπλωμάτης, ως επενδυτής, ως περιηγητής, αλλά ακόμη και ως αρχαιολόγος.
Οι προσπάθειες επίλυσης του «δύσκολου ζητήματος» έχουν οδηγήσει τις «εκσυγχρονισμένες» βιβλιοθήκες σε όλο τον κόσμο σε ερωτήματα που καταλήγουν να φαίνονται σχεδόν «υπαρξιακά». Βιβλιοθήκες είναι τα βιβλία, οι συλλογές, ή μήπως είναι το σύστημα ανάσυρσης πληροφοριών, η επικοινωνία με άλλες βιβλιοθήκες, ο on-line κατάλογος; Ακραίο και πρόσφατο παράδειγμα στην Ελλάδα η πρόταση διακοπής λειτουργίας της βιβλιοθήκης του Βρετανικού Συμβουλίου, στη μορφή που γνωρίζαμε ως τώρα, και η διατήρηση μόνο των ηλεκτρονικών καταλόγων της. Τόσο σπάνιες συλλογές όπως της Γενναδείου καλούνται επειγόντως να το αντιμετωπίσουν: θα έχουν τη δυνατότητα να εκσυγχρονιστούν, να γίνουν φιλικές προς τον χρήστη για να χρησιμοποιήσουμε την απαραίτητη διατύπωση της διαλέκτου των υπολογιστών ή θα γίνουν εσωστρεφείς συλλογές με βασικό μέλημα τη συντήρηση και διαφύλαξη των θησαυρών τους; Η εμπλοκή της Αμερικανικής Σχολής, που αυτομάτως φέρει στο προσκήνιο τη σύγκριση με τις μεγάλες ερευνητικές βιβλιοθήκες των αμερικανικών πανεπιστημίων, δεν αρκεί για να αντεπεξέλθει η Γεννάδειος στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Το πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η συγκρότηση ενός νέου Συμβουλίου Επιτρόπων της Σχολής ειδικά για τη Βιβλιοθήκη. Τα μέλη του, με πρόεδρο τον μεγάλο συλλέκτη Lloyd Cotsen πανεπιστημιακοί, φιλέλληνες, μάνατζερ κολοσσιαίων εταιρειών και κορυφαίοι επιχειρηματίες (Lloyd Cotsen, Σ. Αθανασιάδης, Al. Boeghold, D. Clay, Μάικλ Δουκάκης, Ed. Keeley, Κ. Λεβέντης, Κρ. Σαρμπάνη) ήξεραν από πού πρέπει να ξεκινήσουν. Αποφάσισαν να αναζητήσουν μια σημαντική επιχορήγηση. Μέσα σε διάστημα τριών ετών το ποσό που πρέπει να εξασφαλιστεί για να μπορέσει η Γεννάδειος να μπει σε τροχιά αναδιοργάνωσης είναι 2.500.000 δολάρια, από τα οποία το ήμισυ πρέπει να ανευρεθεί εκτός ελληνικών ορίων και το υπόλοιπο στην Ελλάδα (από αυτό έχουν ήδη δοθεί οι 300.000 δολάρια). Η ανάγνωση του καταλόγου των μελών και η δυνατότητά τους να επηρεάσουν σοβαρούς χρηματοδότες επιτρέπει αισιοδοξία.
Την ίδια αισιοδοξία συμμερίζεται και η σημερινή διευθύντρια της Βιβλιοθήκης κυρία Χάρις Καλλιγά. Η σχετική ανεξαρτησία που προέκυψε από τις πρόσφατες εξελίξεις αλλά και η αύξηση του αριθμού των αναγνωστών (κατά 15% το τελευταίο έτος) επιτρέπουν τη δρομολόγηση σχεδίων που δεν θα αφήσουν τη Γεννάδειο να βρεθεί στο περιθώριο. Αμεσης προτεραιότητας έργο θεωρεί η διευθύντρια της Βιβλιοθήκης την ανάπτυξή της μέσα στον χώρο των σημερινών κτιρίων της. Η συντήρηση και στις περισσότερες περιπτώσεις η ανανέωση των ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων είναι ανάγκη επιτακτική. Αυτό θα επέτρεπε τη χρησιμοποίηση χώρων που σήμερα είναι κλειστοί ως επικίνδυνοι, απειλούμενοι από διαρροές ή πλημμύρες. Ακολουθεί η ανάγκη συντήρησης των βιβλίων, με πρώτο βήμα τη δημιουργία ενός κατάλληλου εργαστηρίου μέσα στη Σχολή, και έπεται ένας μακρός κατάλογος ειδικών εργασιών αλλά και μηχανημάτων ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία της συλλογής. Η μηχανογράφηση, τέλος, του καταλόγου των βιβλίων και των αρχείων θα δώσει στη Βιβλιοθήκη τη δυνατότητα να προβάλει έναν πλούτο που για πολλές άλλες βιβλιοθήκες σε όλο τον κόσμο είναι οριστικά χαμένος.
Η αναζήτηση πόρων αυτή τη στιγμή είναι το βασικό μέλημα του νέου Συμβουλίου. Αν τα παραπάνω δεν αρκούν για να μας παρακινήσουν να συμβάλουμε στην προσπάθεια αυτή, ας αναφέρουμε πού θα βρεθεί η Βιβλιοθήκη, αν ποτέ έφευγε από την Ελλάδα η Αμερικανική Σχολή, στο υπερήφανο (και) για την κατάσταση των σπουδαστηρίων του Πανεπιστημίου Αθηνών.



