«Σύντομη ή μακρά»;

«Σύντομη ή μακρά»; * H σημερινή δημοκρατία όχι μόνο δεν έχει οδηγήσει στη χειραφέτηση, αλλά σφραγίζεται από νέες έμμεσες μορφές χειραγώγησης K. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ H «σύντομη» αλλά καταλυτική για τις πολιτικές και τις κοινωνικές εξελίξεις δεκαετία του 1960 ζωντάνεψε για τέσσερις ημέρες στα αμφιθέατρα του Παντείου Πανεπιστημίου. Υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης (ΕΕΠΠ) οι κοινωνικές,

H «σύντομη» αλλά καταλυτική για τις πολιτικές και τις κοινωνικές εξελίξεις δεκαετία του 1960 ζωντάνεψε για τέσσερις ημέρες στα αμφιθέατρα του Παντείου Πανεπιστημίου. Υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης (ΕΕΠΠ) οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές διεργασίες της δεκαετίας έγιναν ­ από την περασμένη Τετάρτη ως και χθες ­ αντικείμενο ανάλυσης, συζήτησης αλλά και προβληματισμού. Πολλοί από τους ομιλητές ήταν νέοι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, οπότε, εκτός από την επιστημονική άποψή τους, μετέφεραν και την προσωπική εμπειρία, τη νοσταλγία τους για τα χρόνια της νεότητάς τους. Οι ομιλίες αφορούσαν την περίοδο προ της 21ης Απριλίου 1967, οπότε η δημοκρατία μπήκε για επτά χρόνια στον γύψο. Ακολουθούν οι απόψεις ορισμένων από τους ομιλητές του συνεδρίου που διοργάνωσε η ΕΕΠΠ και αφορούν μια σειρά από θέματα τα οποία ακόμη και σήμερα απασχολούν τους μελετητές της πολυτάραχης εκείνης περιόδου.


Αντίθετα με τις περιόδους του Εμφυλίου και της χούντας, που μοιάζουν να έχουν πλέον καταχωνιασθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο, η δεκαετία του ’60 παραμένει ακόμη εν πολλοίς ανερμήνευτη. Ισως επειδή σηματοδότησε πολλαπλή «ρήξη» με το παρελθόν, άνοιξε τον δρόμο προς ένα ανεξέλεγκτο μέλλον, σφράγισε πολλαπλά το ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά δεν θα ολοκληρώθηκε παρά μόνο μακροπροθέσμως μέσα από σειρά απρόσμενων μεταχρονολογήσεων και μετασημασιολογήσεων. H σύντομη δεκαετία του ’60 εμφανίζεται ως χαρακτηριστικά μεταβατική, «ενδεχομενική», «ανοικτή» και ανολοκλήρωτη. Αντί του εκδημοκρατισμού, τον οποίον επαγγελλόταν, οδήγησε στη χούντα. Γέννησε ελπίδες που αμέσως διαψεύσθηκαν και επιχείρησε να ανασυντάξει μια κοινωνικοπολιτική ατζέντα που δεν πρόλαβε καν να αποκρυσταλλωθεί. Αν η ιστορία μπορούσε να αναγνωσθεί ως έλλογη κίνηση ενός εμπρόθετου όντος, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η δεκαετία του ’60 λειτούργησε «δοκιμαστικά».


* Ρήξη με όλες τις αγκυλώσεις


Ετσι, οι δυναμικές που εξαπολύθηκαν κατά τη δεκαετία του ’60 τέθηκαν σε παρένθεση. Αν δεχθούμε ότι η θέσπιση της δημοκρατίας αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της μεταπολεμικής περιόδου, είναι σαφές ότι ολόκληρη η περίοδος 1961-1974 είναι μεταβατική. Ο Μαρκ Μπλοχ είχε πει κάποτε ότι οι ενότητες δεν συγκροτούνται στον χώρο ή στον χρόνο αλλά αναδεικνύονται μέσα από ένα «πρόβλημα». Και στο μέτρο ακριβώς που το βασικό «πρόβλημα» της μετεμφυλιακής Ελλάδας ήταν η διαδικασία του εκδημοκρατισμού της, η «κυοφορούσα» δεκαετία του ’60 δεν είναι «βραχεία» αλλά «μακρά». Σηματοδοτεί τη μετάβαση από την «ανωμαλία» στη φιλελεύθερη πολιτική ομαλότητα, από το παρακράτος στη δικαιωματοκρατία, από το παρασύνταγμα στο Σύνταγμα, από την αυταρχική και καταπιεστική αυθαιρεσία στη δημοκρατία. H «σύντομη» δεκαετία δεν είναι λοιπόν παρά μια πρώτη φάση μιας περιόδου, η οποία δεν θα ολοκληρωθεί παρά το 1974.


H παρατήρηση αυτή αποκτά την ευρύτερη σημασία της αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η «εκκρεμής» κοινωνικοπολιτική «ανωμαλία» δεν χρονολογείται από το 1946. Οι ιστορικές ρίζες της πρέπει να αναζητηθούν πολύ παλαιότερα, ίσως από το 1909, με το οποίο «κλείνει» η μακρά περίοδος της «ειδυλλιακής» σε σύγκριση με όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες πολιτικής ομαλότητας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, και «ανοίγει» η περίοδος των συνεχών πολέμων, σχισμάτων, πολιτειακών ανατροπών, πραξικοπημάτων, δικτατοριών και εμφυλίων.


Ετσι, το αίτημα του εκδημοκρατισμού συμπυκνώνει ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό αίτημα άρσης των αδιεξόδων της ελληνικής κοινωνίας. H «άνοιξη» των ετών ’60 εκφράζει την ολική επαναφορά μιας άρρητης αλλά και πρωτόγνωρης νέας ουτοπικής βούλησης που απαιτεί τη ρήξη όχι μόνο με το εμφυλιακό παρακράτος αλλά και με όλες τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που το συνόδευαν, και μάλιστα σε όλα τα πολιτικά στρατόπεδα. H σκοτεινή μαυρόασπρη μεταπολεμική Ελλάδα του εσωτερικευμένου φόβου, της κατήφειας και της μιζέριας εκρήγνυται σε μια πανδαισία χρωμάτων και αποχρώσεων. Πρώτη φορά, η Ελλάδα εισδέχεται όλες τις ιδέες, προβληματίζεται για όλες τις προεκτάσεις τους, συζητεί για όλα τα ενδεχόμενα και πάλλεται με όλες τις μουσικές. H επιθετική πολιτιστική έκρηξη των ετών ’60 δεν είναι μόνο προϊόν των δημιουργών της αλλά και ενός «κοινού» που απαιτούσε προ παντός άλλου να αποτινάξει τον ασφυκτικό ζυγό της έμφοβης λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας.


* H νέα μετεμφυλιακή «γενεά»


Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι φυσικό ο εκδημοκρατισμός να εμφανίζεται όχι μόνο ως πολιτική αλλά και ως πολιτιστική πανάκεια. Το πρωτόγνωρο για τον τόπο μας πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας, τα οράματα της αναρχίας και του αντικρατισμού, η συνείδηση των αδιεξόδων του σταλινισμού και η απόρριψη της επιθετικής εθνικιστικής ενδοστρέφειας ξαναέρχονται σε ένα ιδεολογικό προσκήνιο που φαίνεται να ανακτά την πρωτοβουλία των κινήσεων προς κάθε νοητή κατεύθυνση. H πρώτη εμφάνιση ανεξάρτητων κοινωνικών κινημάτων όπως ο φεμινισμός και οι χίπηδες κατακλύζουν μια «νεολαία» που, όπως και παντού αλλού, αποκτά πρώτη φορά συνείδηση της πολιτικής αλλά και ιδεολογικής ιδιαιτερότητάς της.


Ετσι, αρνούμενη πλέον να υποκύψει στους αμετακίνητους κληρονομημένους όρους ενός φιμωμένου και κίβδηλου παιχνιδιού, η νέα μετεμφυλιακή «γενεά» φαίνεται να επιχειρεί από τα κάτω την συλλήβδην υπέρβαση τραυμάτων που πάνε πιο πίσω από τον Εμφύλιο. H καταγγελία της «βίας και νοθείας» των εκλογών του 1961 και ο «ανένδοτος» που «ανοίγουν» τη νέα δεκαετία εκφράζουν πολύ περισσότερα από μια συγκυριακή εκλογική αμφισβήτηση. Στρέφονται εναντίον όλων των εσωτερικευμένων παραμέτρων μιας μακράς ιστορικής πορείας που στηρίζονταν στην εκατέρωθεν συναποδοχή του αξιώματος ότι η βία, η καταστολή, η αυτολογοκρισία και η χειραγώγηση αποτελούν αναγκαίες συνιστώσες της πραγματικότητας. H πολιτειακή ομαλότητα εμφανίζεται πλέον ως προϋπόθεση της οποιασδήποτε ουτοπικής προβολής.


* Οι «αναστολείς» του μετασχηματισμού


Αίφνης, λοιπόν, το άρρητο γίνεται ρητό. H τραυματικά κοντόφθαλμη ιστορική μνήμη διαχέεται μέσα σε μια μετατραυματική αναζήτηση νέων ερμηνευτικών σχημάτων και νέων προοπτικών. Θυμάμαι τον Angelus Novus του Paul Klee όπως διαβάζεται από τον Walter Benjamin. «Ο Αγγελος της Ιστορίας απομακρύνεται από τις εκατόμβες που σωρεύονται στα πόδια του. Θα ήθελε να σταθεί εκεί όπου βρίσκεται για να αποκαταστήσει τις ζημιές. Αλλά τα φτερά του είναι αιχμάλωτα της καταιγίδας που τον σπρώχνει προς ένα μέλλον στο οποίο στρέφει τη ράχη του, ενώ μπροστά στα μάτια του μεγεθύνεται ο σωρός των ερειπίων. Αυτή την καταιγίδα την ονομάζουμε πρόοδο».


Για μια στιγμή, όμως, τη δεκαετία του ’60 – που από την άποψη αυτή προαναγγέλλει το 1968 -, ο Αγγελος της Ιστορίας φάνηκε να επιχειρεί να αποστρέψει το βλέμμα του από τις εκατόμβες του παρελθόντος και να ατενίσει μπροστά. Το αίτημα του εκδημοκρατισμού εμφανίζεται να υπερβαίνει το θεσμικό και πολιτικό αίτημα της «δημοκρατικής ρήξης», που, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, αποτελεί απόρροια της αδυναμίας όλων των δικτατορικών καθεστώτων να αυτομεταρρυθμισθούν ελέγχοντας εκ των άνω τις διαδικασίες μετάβασης στη δημοκρατία. H μετάβαση από το φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό κράτος στο κράτος εξαίρεσης δεν μπορεί να επιτελεσθεί παρά μόνο μέσα από μια «πολιτική κρίση».


Ετσι, γρήγορα κατέστη σαφές ότι η πολυεπίπεδη δημοκρατική άνοιξη της δεκαετίας του ’60 δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί δίχως αντιστάσεις. H κρίση των νόθων εκλογών του ’61, η ανίσχυρη και ψευδεπίγραφη δημοκρατικοποίηση του ’64, τα Ιουλιανά και κυρίως η κρίση των επερχόμενων εκλογών του ’67 δεν ήταν παρά επεισόδια που επιβεβαίωναν την εγγενή αδυναμία αυτομεταρρύθμισης του καθεστώτος. H χούντα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια απόρριψη του φύλλου συκής που κάλυπτε τη μετεμφυλιακή ψευδοδημοκρατία, η αναμενόμενη «συστημική» συνέχεια ενός μόνιμου κράτους έκτακτης ανάγκης, το οποίον ήταν αδύνατον να αυτοκαθαρθεί.


* Ο λαός τα θέλει «όλα»


Εξάλλου, ρητά ή σιωπηρά, το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου συναποδεχόταν, με διάφορες αποχρώσεις, το αναπότρεπτο ή το επιθυμητό της συνέχισης ενός μόνιμου κράτους έκτακτης ανάγκης. Το μεγαλύτερο μέρος της EK η άρχουσα τάξη, το σύνολο σχεδόν της κυρίαρχης «κοινής γνώμης» και του αστικού Τύπου αλλά και ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου αναζητούσαν ως την τελευταία στιγμή συμβιβαστικές πολιτικές «λύσεις» που θα απέτρεπαν τον απειλούμενο άμεσο μετασχηματισμό του διαμεσολαβημένου «παρακράτους» σε απροκάλυπτη δικτατορία. Το «τυχαίο» γεγονός ότι οι συνωμότες συνταγματάρχες προκατέλαβαν και υποκατέστησαν τους καταξιωμένους «θεσμικούς εκφραστές» της παραδοσιακής εξουσίας – το στέμμα, τις πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες και την κατεστημένη γνώμη – δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε ότι μια μεγάλη μερίδα της δημοκρατικής παράταξης προέκρινε μιαν άνευ όρων στρατηγική «υποχώρηση» αντί της ευθείας αντιπαράθεσης.


Με αυτή την έννοια, η έρπουσα «πολιτική κρίση» που οδήγησε στο πραξικόπημα του 1967 θα είχε πιθανότατα εκτονωθεί και ματαιωθεί, δίχως την πρωτοφανή μαζική λαϊκή συμμετοχή στο εκδημοκρατιστικό κίνημα. Ο «ανένδοτος αγώνας» σήμανε την απαρχή μιας ασυγκράτητης κοινωνικής δυναμικής που αναζητούσε ρήξεις σε όλα τα επίπεδα του γίγνεσθαι. H EK, που στην πρώτη φάση υπήρξε το προϊόν μιας απλής τακτικής ανακατάταξης του πολιτικού προσωπικού, πιεζόταν να ασπασθεί πολύ ριζικότερες θέσεις και προτάσεις. Ως φορέας μιας άρρητης μετασχηματιστικής βούλησης που επιβεβαιωνόταν ημέρα με την ημέρα από τα κάτω, η υπό δημιουργίαν «δημοκρατική παράταξη» εξωθούνταν να αμφισβητήσει το σύνολο των πυλώνων της παρακρατικής εξουσίας, να αντιπαρατεθεί, εν πολλοίς άθελά της, με το στέμμα και το στράτευμα και να ασπασθεί τα κοινωνικά αιτήματα που πολλαπλασιάζονταν. Μέσα σε λίγα χρόνια, η πολιτική αντιπαράθεση εμπλουτιζόταν με σαφείς ταξικές παραμέτρους. Κυρίως μετά το 1965, ήταν σαφές ότι ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πλέον ανίκανος να ελέγξει τη χειραφετητική ταξική δυναμική που είχε εξαπολύσει. Ο «ανένδοτος» δεν προσλαμβανόταν ως μεταβατικό αλλά ως αμετάβατο αίτημα. Ο λαός τα ήθελε πια «όλα».


Υπό αυτούς τους όρους, το φάσμα μιας «δημοκρατικής ρήξης» που δεν αντιστοιχούσε στη ρητή βούληση των πρωταγωνιστών της εμφανιζόταν ως ανεξέλεγκτο. Μαζί με την οργανωμένη παρακρατική εξουσία και τις συμβολικές θεμελιώσεις του καθεστώτος απειλούνταν και οι εύθραυστες ταξικές ισορροπίες. Ηδη από το 1965, η υφέρπουσα κοινωνική και ιδεολογική σύγκρουση επέβαλλε τους δικούς της απρόσμενους όρους στο παίγνιο του κομματικού εποικοδομήματος. Το άτυπο λαϊκό κίνημα που δεν έπαψε να διογκώνεται οδηγούσε νομοτελειακά σε μια ρήξη με άδηλη έκβαση.


* Το τέλος της ελπίδας;


H φάση αυτή βέβαια κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια. H δημοκρατική ρήξη δεν θα ολοκληρωθεί παρά το 1974, μετά την προδοσία της Κύπρου, την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την εσωτερική αποσύνθεση της χούντας. Τότε και μόνο θα ανθήσει η άνοιξη της δεκαετίας του ’60. Το τι τελικώς προήλθε από την εξομάλυνση αυτή είναι ένα άλλο ερώτημα, που δεν μπορεί να τεθεί παρά μόνο σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την εγκαθίδρυσή της. Και είναι σαφές ότι σήμερα ζούμε σε μια χώρα που απέχει παρασάγγας από τη μετεμφυλιακή. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων, η οικονομική ανάπτυξη, η πολιτική ομαλότητα και η ένταξη στην EE αποτελούν τεράστια και αναμφισβήτητα επιτεύγματα. Ολα όμως συμβαίνουν ως εάν ο Angelus Novus είχε και πάλι αποστρέψει το βλέμμα του από το μέλλον, χωρίς καν να κοιτάει το παρελθόν. Παρασυρόμενος από την καταιγίδα της Ιστορίας, ο Αγγελος μοιάζει πια τυφλός. H σημερινή δημοκρατία όχι μόνο δεν έχει οδηγήσει στη χειραφέτηση, αλλά σφραγίζεται από νέες έμμεσες μορφές χειραγώγησης που μας έχουν αποστερήσει όχι μόνο από τη δυνατότητα να αντιδρούμε αλλά και από την ελπίδα. Και αυτός ίσως είναι και ο λόγος για τον οποίον η ενασχόληση με την «ανοικτή», ανολοκλήρωτη και μεταβατική δεκαετία του ’60 αφήνει μια πικρή γεύση. Τότε η μετάβαση προς τη δημοκρατία μπορούσε ακόμη να εμφανίζεται ως πανάκεια. Σήμερα αναρωτιόμαστε προς «τι» είναι δυνατόν να ευελπιστούμε ότι πορευόμαστε. Πάντα, οι «γενιές» σφραγίζονται από τις ελπίδες τους. Αλλά μετά τη «γενιά» του Εμφυλίου, τη «γενιά» του ’60 και τη «γενιά» του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης, η σημερινή «γενιά» κινδυνεύει να μείνει ανονόμαστη.


Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk