Προβληματική κρίνεται η μουσική εκπαίδευση που παρέχεται στα εκατοντάδες ελληνικά ωδεία Οι νέοι σπουδάζουν τη μουσική, την υποκριτική τέχνη, τον χορό. Οι κρατικές σχολές δεν διαθέτουν όμως πάντα τα μέσα για να παρέχουν υψηλό επίπεδο παιδείας. Οσο για τις ιδιωτικές, λειτουργούν χωρίς κανέναν έλεγχο, «εκμεταλλεύονται» συχνά τους σπουδαστές τους χωρίς να τους παρέχουν τα απαραίτητα εφόδια. Η νομοθεσία που αφορά τη θεατρική, μουσική και ορχηστική παιδεία έχει πολλά κενά. Στο μεταξύ στην «αγορά» των τεχνών η ζήτηση ελαττώνεται και η προσφορά αυξάνεται. Οι σχολές δίνουν διπλώματα, πολλά εκ των οποίων δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, οι νέοι φιλόδοξοι ηθοποιοί, μουσικοί και χορευτές αναζητούν δουλειά σε χώρους που έχουν ήδη υψηλά ποσοστά ανεργίας. «Το Βήμα» παρουσιάζει από αυτή την εβδομάδα ένα τρίπτυχο (μουσική, θέατρο, χορός) αφιέρωμα στην καλλιτεχνική παιδεία της Ελλάδας αρχίζοντας από τον χώρο της μουσικής: επισημαίνοντας τα προβλήματα και αναζητώντας τις λύσεις.
Τα στοιχεία που είχε ανακοινώσει παλαιότερα ο συνθέτης και πρώην υπουργός Πολιτισμού Θάνος Μικρούτσικος είναι ενδεικτικά: το 1980 στο σύνολο της επικράτειας υπήρχαν οκτώ δημοτικά ωδεία, 81 ιδιωτικά ωδεία και μουσικές σχολές, 565 καθηγητές και 16.000 σπουδαστές. Το 1992 υπήρχαν 52 δημοτικά ωδεία, 538 ιδιωτικά ωδεία και μουσικές σχολές, 5.762 καθηγητές και 59.000 σπουδαστές. Μέσα σε δώδεκα χρόνια, δηλαδή, συντελέστηκε τεράστια ανάπτυξη της ωδειακής εκπαίδευσης. Μια ανάπτυξη που θα ήταν γεγονός ευτυχές από τη στιγμή που θα έφερνε μαζί της και την αναβάθμιση ενός τομέα που ως σήμερα λειτουργεί ανεξέλεγκτα, μέσα σε μια ελευθερία που συχνά οδηγεί στην παραπαιδεία ή και την απάτη.
Η μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα ήταν και είναι καθαρά θέμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μοναδικό κρατικό ωδείο της χώρας είναι το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Ολα τα άλλα είναι επιχειρήσεις ιδιωτών επιχορηγούμενες σπανίως ξεκινώντας από τα παλαιά, τα παραδοσιακά ωδεία, όπως το Εθνικό, το Ελληνικό και το Ωδείο Αθηνών, και φθάνοντας ως τα πιο νέα και καταξιωμένα, όπως το Athenaeum και ο Νάκας, αλλά και στα εκατοντάδες άλλα που συναντούμε σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, σε κάθε πόλη της περιφέρειας.
«Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει την καλή, έχει όμως και την κακή πλευρά του», επισημαίνει ο συνθέτης και διευθυντής του Ωδείου Πειραιά Γιώργος Κουρουπός. «Η καλή αφορά το αυτορρυθμιζόμενο επίπεδο της παιδείας, χωρίς τους “επικίνδυνους” καμιά φορά κρατικούς παρεμβατισμούς: υπάρχει ανταγωνισμός, η κάθε επιχείρηση καλείται μέσα από την καλή οργάνωση και τη βελτίωση του επιπέδου των παροχών της να “αντιμετωπίσει” τους… αντιπάλους της. Μέσω δε της ελεύθερης αγοράς διαμορφώνεται η γνώση του τι είναι καλό και τι είναι κακό ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί εύκολα σχετικά να διαλέξει το καλύτερο γι’ αυτόν. Οσο για την κακή πλευρά, αυτή αφορά τη χαώδη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την ίδρυση μουσικών σχολών που με λίγα λόγια δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Είναι εξαιρετικά εύκολο σήμερα σε όποιον διαθέτει ένα πτυχίο μουσικής να ανοίξει το δικό του ωδείο. Το ερώτημα είναι από πού πήρε ο κάθε κύριος αυτό το πτυχίο».
Στο συμπόσιο «Μουσική παιδεία Μύθος και πραγματικότητα, σχέδια και όνειρα», που είχε γίνει τον Φεβρουάριο του 1994 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η μουσικοπαιδαγωγός Λίτσα Λεμπέση, κάνοντας μια αναφορά στη μουσική παιδεία που παρέχεται στην Ελλάδα από το 1844, έτος ίδρυσης της πρώτης Σχολής Ψαλτικής, ως την ίδρυση του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1982), είχε τονίσει πως «το κράτος δεν έχει αποφασίσει ακόμη για το πού κατατάσσονται τα ωδεία». Επρόκειτο για παρέμβαση σε μια πραγματικότητα η οποία προκάλεσε το χαώδες παρόν στο οποίο αναφέρθηκε ο Γ. Κουρουπός. Κοντολογίς, τα ωδεία δεν υπάγονται σε καμία βαθμίδα εκπαίδευσης, ακόμη και σήμερα, που οι σπουδές διεθνώς συνεχώς εκσυγχρονίζονται και αναβαθμίζονται.
* Αναβάθμιση και διαβάθμιση
«Η διαβάθμιση κάποιων μεγάλων ωδείων είναι σήμερα ανάγκη επιτακτική», λέει ο συνθέτης και αναπληρωματικός καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Ωδείου Περικλής Κούκος. «Ποτέ οι μουσικές σπουδές στην Ελλάδα δεν υπήρξαν “σοβαρά” δομημένες, ακόμη και αν υπήρχε η καλύτερη των διαθέσεων. Λίγα ήταν και είναι αυτά τα ωδεία που μπορούν να στηρίξουν τη μουσική εκπαίδευση μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο μαθημάτων και όχι μόνο μέσα από την απλή (ερασιτεχνική συχνά) εκμάθηση ενός οργάνου. Είμαστε η μοναδική χώρα της ΕΟΚ που δεν έχει διαβαθμισμένες μουσικές σπουδές. Τα πτυχία των ωδείων μας δεν έχουν κανένα αντίκρισμα στο εξωτερικό. Οσο για τον νόμο του 1957, βάσει του οποίου λειτουργεί το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, αυτός πολύ συχνά δεν τηρείται, για να μην πω πέφτει σε πλήρη αχρησία, γιατί το υπουργείο αδυνατεί να τον εφαρμόσει».
Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στο υπουργείο Πολιτισμού τον περασμένο Ιούλιο αφορά αυτή ακριβώς την ανάγκη διαβάθμισης και αναβάθμισης των μουσικών σπουδών. «Μόνο έτσι, αν δούμε τη μουσική παιδεία να εντάσσεται σε κάποια βαθμίδα της εκπαίδευσης, θα μπορούμε να ελπίζουμε σε μια γενικότερη βελτίωση της υπάρχουσας και θλιβερής συχνά κατάστασης που επικρατεί», λέει ο Π. Κούκος. «Είναι δυνατόν το κράτος να μη στηρίζει οικονομικά σπουδές τόσο δαπανηρές όσο οι μουσικές, αλλά να αφήνει τον σπουδαστή να επωμίζεται ολόκληρη τη δαπάνη; Οι καλοί μουσικοί που βγάζει η Ελλάδα είναι απόδειξη πως κάπου, κατά κύριο λόγο στα μεγάλα ιδιωτικά ωδεία με παράδοση και σε κάποια σύγχρονα, γνωστά σε όσους ασχολούνται με τη μουσική, γίνεται δουλειά. Τα ωδεία όμως αυτά αναγκάζονται να στηρίζουν με τις δικές τους δυνάμεις τους σπουδαστές τους, πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο. Εκτός αυτού, δεν είναι παράλογο ο οποιοσδήποτε επιχειρηματίας που κατάφερε να μάθει ένα όργανο να παίρνει τον τίτλο του καλλιτεχνικού διευθυντή ανοίγοντας δική του σχολή, χωρίς κανέναν έλεγχο;».
Τα «ωδεία – μαϊμούδες» στα οποία αναφέρονται και ο Π. Κούκος και ο Γ. Κουρουπός είναι ένα φαινόμενο που θα είχε εκλείψει αν υπήρχε μεγαλύτερη κρατική μέριμνα και έρευνα. «Η Διεύθυνση Μουσικής του υπουργείου Πολιτισμού δεν είναι σε θέση να ελέγξει όλα τα ωδεία που λειτουργούν σήμερα», επισημαίνει ο Γ. Κουρουπός. Παράλληλα όμως επισημαίνονται και οι κίνδυνοι που θα δημιουργούνταν από μια ενδεχόμενη κρατική παρέμβαση: «Είμαι δύσπιστος όσον αφορά την ανάμειξη του κράτους στη μουσική εκπαίδευση γιατί θεωρώ πως όπου έχει μέχρι σήμερα επέμβει μουσικά γυμνάσια, μουσικές πανεπιστημιακές σχολές δεν γίνεται το καλύτερο που θα έπρεπε», λέει ο Π. Κούκος. «Θα πρέπει να υπάρξει μελέτη και προσοχή στο πώς θα επέμβει και θα δράσει το κράτος σε ό,τι αφορά αυτόν τον τομέα».
Εν τω μεταξύ, παρά τις πολλές αδυναμίες, παρά τα ωδεία – απάτες, παρά τους καθηγητές – μαϊμούδες, όλο και περισσότεροι νέοι ενδιαφέρονται να ασχοληθούν με τη μουσική. Κάποτε όργανα μάθαιναν να παίζουν μόνο τα παιδιά των λεγόμενων «καλών οικογενειών». Τα μαθήματα μουσικής ήταν ένα είδος πολυτελείας. Από τη μεταπολίτευση όμως και μετά η κατάσταση άλλαξε. Οι μουσικές σπουδές εξακολουθούν να μην είναι ιδιαίτερα φτηνές, φαίνεται όμως πως σήμερα ο μέσος Ελληνας μπορεί να αντεπεξέλθει σε αυτές. Παράλληλα, μεγάλα ωδεία, όπως το Εθνικό, ενέταξαν ή σχεδιάζουν να εντάξουν στα προγράμματά τους και άλλα μαθήματα, πέρα από τα γνωστά όπως αυτά της βυζαντικής και της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής.
* Μουσική και παράδοση
«Πόσες από τις γενιές των Ελλήνων, ηλικίας κάτω από τα 40, μπορούν να τραγουδήσουν σωστά, δηλαδή στην παραδοσιακή του κλίμακα ένα δημοτικό τραγούδι;», αναρωτιέται ο μουσικολόγος, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής του Μουσείου Λαϊκών Οργάνων (στο οποίο παραδίδονται μαθήματα παραδοσιακής μουσικής) Λάμπρος Λιάβας. «Το θέμα των σχολών παραδοσιακής μουσικής είναι μεγάλο και “πονάει”, τόσο στο νομικό όσο και στο μεθοδολογικό του πλαίσιο. Για ποια μουσική παιδεία μπορούμε να μιλάμε όταν το κατ’ εξοχήν εποπτικό όργανο για τη διδασκαλία της ελληνικής μουσικής, ο “Κανών” του Πυθαγόρα (το κανονάκι), έχει περάσει ως κλασικό όργανο στους Αραβες και τους Τούρκους, ενώ εμείς αναγκαζόμαστε να προστρέχουμε για κατασκευαστές στην Πόλη;».
Παρά τις όποιες αδυναμίες, το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται από τους νέους (όπως φαίνεται από τη συμμετοχή τους σε μαθήματα παραδοσιακής μουσικής) είναι μεγάλο. «Στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια για ισότιμη συνύπαρξη στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της δυτικής αλλά και της “καθ’ ημάς” μουσικής παράδοσης με πολύ ελπιδοφόρα μέχρι σήμερα αποτελέσματα», λέει ο Λ. Λιάβας.
Είτε είναι μία ακόμη μόδα είτε υπάρχει ειλικρινές και γόνιμο ενδιαφέρον, γεγονός είναι πως τα ωδεία γεμίζουν κάθε χρόνο από νέους μαθητές. «Προτιμώ ένα όχι πολύ καλό ωδείο σε μια γειτονιά της Αθήνας παρά ένα ακόμη σφαιριστήριο», λέει ο Π. Κούκος. Παράλληλα, όμως, και αυτός και οι συνάδελφοί του επισημαίνουν την άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού. Ιστορικά σήμερα ωδεία είχαν ιδρυθεί από μουσικούς, από ανθρώπους με γνώση και μεράκι (π.χ. το Εθνικό από τον Μανώλη Καλομοίρη). Σήμερα τη θέση αυτών των ανθρώπων έχουν πάρει οι έμποροι. Ενα ωδείο μπορεί να είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση. Είναι όμως λογικό το πτυχίο που θα πάρει κάποιος από το Εθνικό ή το Ωδείο Αθηνών να είναι ισότιμο με το πτυχίο που θα πάρει ο σπουδαστής ενός εντελώς αγνώστου περιφερειακού ωδείου, το οποίο λειτουργεί με τις ευλογίες του κράτους, χωρίς όμως να έχει ελεγχθεί ποτέ ώστε να διασπιστωθεί αν κάνει σωστά τη δουλειά του;
Σύμφωνα με τον Γ. Κουρουπό, προτού καν αναφερθούμε στο επίπεδο των σπουδών, πρέπει να σκεφτούμε πως πάρα πολλά είναι τα ωδεία που δεν διαθέτουν καν τις απολύτως απαραίτητες κτιριακές εγκαταστάσεις ή τον κατάλληλο εξοπλισμό. Τέλος, η σωστή ωδειακή παιδεία προϋποθέτει και την ύπαρξη φορέων που θα απορροφήσουν το καλλιτεχνικό δυναμικό που «παράγει» το κάθε ωδείο. «Για να βγάζουμε επαγγελματίες πρέπει, εκτός από καλή εκπαίδευση, να διαθέτουμε και τις ορχήστρες που θα τους απορροφήσουν στη συνέχεια», λέει ο Π. Κούκος, ανοίγοντας έτσι ένα άλλο κεφάλαιο σχετικό με τη μουσική εκπαίδευση. Γιατί τελικά αυτό το θέμα είναι πολύ πιο μεγάλο και πολύπλευρο από ό,τι πιθανόν να φαίνεται με την πρώτη ματιά.



