Τα «Αξιος» από κάθε πλευρά ήταν μαζικά και ενθουσιώδη. Κανένας νομίζω δεν βρέθηκε να χαρακτηρίσει ανάξιο τον νέο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ούτε από τα πιο ακροαριστερά έντυπα και τα πιο σκανδαλοθηρικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Και έτσι ο ως τώρα Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Χριστόδουλος ανέλαβε πανηγυρικά την ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος μέσα σε ατμόσφαιρα βυζαντινής μεγαλοπρέπειας αλλά και λαϊκής επιδοκιμασίας. Και οι συνεχείς επευφημίες και τα χειροκροτήματα μέσα και έξω από τη Μητρόπολη, που κάθε τόσο επικροτούσαν τα όσα έλεγε στον ενθρονιστήριο λόγο του, επιβεβαίωναν την εικόνα ενός νέου ηγέτη που έχει τη λαϊκή στήριξη σε ένα χώρο που είχε πολλές δεκαετίες να αναδείξει μια προσωπικότητα με γνώσεις, έργο, ρητορική ικανότητα και επικοινωνιακότητα, σχετικά μικρή ηλικία, σιδερένια αντοχή και βούληση να ανταποκριθεί με σθένος στην αποστολή του, έστω κι αν χρειάζονται ρήξεις ή και θυσίες, όπως υπόσχεται.
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, που εμφανιζόταν έτοιμος από καιρό να διεκδικήσει και να ασκήσει τον οδηγητικό ρόλο του στον θώκο μιας εξουσίας που δεν αντλεί τη δύναμή της μόνο εκ του κόσμου τούτου αλλά κυρίως από την κοινή πίστη της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού, εύλογα, λοιπόν, δημιούργησε ανησυχίες σε άλλες εξουσίες και εξελήφθη ως απειλή.
Ετσι τουλάχιστον ο δικός μου κοινός νους αντιλαμβάνεται την ανακίνηση με τόση έμφαση του πάντα υφισταμένου αιτήματος για χωρισμό Εκκλησίας και κράτους και άλλων δευτερευόντων ζητημάτων, όπως ο όρκος στην Αγία Τριάδα από τους αναλαμβάνοντες πολιτειακά αξιώματα. Και χαρακτηρίζω δευτερεύον το θέμα αυτό γιατί εκείνο που προέχει δεν είναι ο τύπος του όρκου αλλά το κατά πόσον οι ορκιζόμενοι σέβονται τα όσα μεθ’ όρκου υπόσχονται.
Δύο μείζονα θέματα προβλήθηκαν αυτές τις ημέρες και πολύ συζητούνται. Το πρώτο αναφέρεται στον χωρισμό κράτους και Εκκλησίας και το δεύτερο στο κατά πόσον δικαιούται ο Αρχιεπίσκοπος να έχει άποψη επί παντός θέματος που απασχολεί τον λαό και τη χώρα μας.
Και για τα δύο, μαζί με τη σχετική επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους, προσετίθετο το ενδιαφέρον των προτεινόντων για την απαλλαγή της Εκκλησίας από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους ώστε να συνεχίσει ακώλυτα και ελεύθερα το πνευματικό και κοινωνικό έργο της. Ας μου επιτραπεί να διερωτηθώ κατά πόσον είναι ειλικρινές το ενδιαφέρον αυτό αφού εκδηλώνεται εκτός σπανίων εξαιρέσεων από ανθρώπους που διόλου τυχαία είναι και το δηλώνουν θρησκευτικά αδιάφοροι, αν όχι και άθεοι. Ενώ επίσης διόλου συμπτωματικά σχεδόν στο σύνολό τους ανήκουν ή προέρχονται από τη μαρξιστική Αριστερά, η οποία πολέμησε ως πρόσφατα με κάθε τρόπο τη θρησκευτική πίστη, χλεύαζε τους θρησκευομένους και στηλίτευε τις βλαβερές συνέπειες του οπίου των λαών.
Αιχμή αυτής της πολεμικής υπήρξε και παραμένει η περιουσία της Εκκλησίας, από την οποία χρηματοδοτείται το αποσιωπούμενο συνήθως τεράστιο φιλανθρωπικό έργο της και συνεπώς συντηρείται και έμμεσα η επιρροή της. Γι’ αυτό άλλωστε αντιμετωπίζεται εχθρικά και ο κ. Χριστόδουλος. Είναι εκείνος που με την πυριφλεγή ομιλία του στην πλατεία Συντάγματος το 1987, όταν ψηφιζόταν από τη Βουλή ο περίφημος νόμος Τρίτση, διά του οποίου έμμεσα δημευόταν η μοναστηριακή κυρίως περιουσία, προκάλεσε ανησυχία και ανασφάλεια στην πολιτική εξουσία. Ο φόβος ενός νέου διχασμού απέτρεψε την εφαρμογή αυτού του νόμου από τον τότε πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου. Πολύ σοφά δε. Διότι τα μοναστήρια που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν προς τον νόμο εκείνο και προσέφυγαν στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο δικαιώθηκαν από αυτό. Πράγμα που φαίνεται ότι ελάχιστοι γνωρίζουν ακόμη και σήμερα. Το ανώτατο αυτό δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο νόμος Τρίτση όχι μόνο ήταν αντίθετος προς το Ελληνικό Σύνταγμα αλλά παραβίαζε και βασικές διατάξεις της Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη των Ηνωμένων Εθνών οι οποίες είναι υποχρεωτικές και για την Ελλάδα.
Αυτή η ντροπή δεν έφθασε σε γνώση του ελληνικού λαού αφού παρέμεινε επτασφράγιστο μυστικό και δεν προεβλήθη ποτέ από τα μέσα δημοσιότητας. Οπως κανένας δεν έχει μάθει ότι το δικαστήριο αυτό έχει επιδικάσει αποζημίωση 3 τρισ. δρχ. (καλά διαβάσατε το νούμερο) στα μοναστήρια που έκαναν την αγωγή εναντίον του ελληνικού Δημοσίου. Και η αποζημίωση αυτή ουδέποτε πληρώθηκε στα θύματα του νόμου Τρίτση. Πράγματι λοιπόν ο νόμος Τρίτση εκκρεμεί, όπως γράφουν και λένε διάφοροι κραυγάζοντες συνάδελφοι, αλλά από την ανάποδη. Εκκρεμεί η ακύρωσή του ως αντισυνταγματικού και αντιθέτου προς το διεθνές δίκαιο, όπως αποφάνθηκε το Διεθνές Δικαστήριο, αλλιώς θα πρέπει το Δημόσιο να καταβάλει στην Εκκλησία 3 τρισ. δρχ. τουλάχιστον.
Η Εκκλησία όμως δεν πιέζει για πληρωμή, ακριβώς διότι δεν επιθυμεί τον χωρισμό της από το κράτος. Και καλό θα ήταν να σκεφθούμε επίσης ότι η μισθοδοσία του κλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό συνδυάστηκε στο παρελθόν και με την απαλλοτρίωση τεραστίων εκτάσεων γης της Εκκλησίας, αν θυμάμαι καλά. Αν ο χωρισμός σημαίνει και διακοπή της μισθοδοσίας του κλήρου από το κράτος, τότε αυτόματα ανακύπτει θέμα επιστροφής και εκείνης της ακίνητης περιουσίας.
Υποθέτω ότι κανένας από τους υπεραμυνομένους του χωρισμού δεν γνωρίζει αυτές τις πολύ συγκεκριμένες συνέπειες που θα είχε η υλοποίηση της προσδοκίας τους.
Οπως επίσης προφανώς δεν γνωρίζουν ότι και στη Βρετανία η Εκκλησία είναι ταυτισμένη με το κράτος, αφού αρχηγός της μάλιστα είναι από την εποχή του Ερρίκου Η’ ο ίδιος ο βασιλιάς. Οπως δεν ξέρουν ότι και η Αγγλικανική Εκκλησία διαθέτει τεράστια ακίνητη κυρίως περιουσία, όπως άλλωστε και η Καθολική, που φυσικά όχι μόνο δεν απαλλοτριώνεται από το κράτος αλλά αντίθετα αξιοποιείται επιχειρηματικά, όπως θα έπρεπε να πράξει και η Ορθόδοξη.
Τέλος, να σημειωθεί ενδεικτικά ότι το βελγικό κράτος μισθοδοτεί όχι μόνο τους καθολικούς αλλά και τους ορθόδοξους ιερείς και με μισθούς αξιοπρεπείς και όχι πείνας, όπως στην Ελλάδα, ενώ στη Γερμανία όχι μόνο μισθοδοτούνται από το κράτος οι ιερείς αλλά στην περίπτωση των πολιτών που στη φορολογική τους δήλωση αναφέρουν και το θρήσκευμά τους ένα ποσοστό από τον φόρο εισοδήματός τους αποδίδεται στην αντίστοιχη εκκλησία.
Αλλά θα χρειασθεί να συνεχίσω.



