Αποτελεί κοινότοπη αλήθεια ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε τους φυσικούς πόρους ανεξάντλητους ή την οικολογική ισορροπία του πλανήτη δεδομένη. Το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος, από όλες τις απειλές που υφίσταται και κυρίως από τον ίδιο τον άνθρωπο, έχει τεθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες. Προβλήματα που προκύπτουν από τη μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, την πραγματοποιούμενη ή επαπειλούμενη εξαφάνιση ορισμένων βιολογικών ειδών ή την τρύπα του όζοντος, μεταξύ άλλων, απασχολούν όλο και περισσότερο τις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες όλων των χωρών. Η περιβαλλοντική αυτή ευαισθητοποίηση έχει οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό μελετών, ακόμη και στη δημιουργία νέων κλάδων γνώσης.
Συγχρόνως όμως αναπτύχθηκε το δόγμα και το κίνημα του οικολογικού φονταμενταλισμού. Οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι αυτού του κινήματος αυτοαποκαλούνται «οικολόγοι», χωρίς να αποσαφηνίζεται ποτέ αν περιγράφουν μια γνωστική εξειδίκευση ή στράτευση σε μια πίστη. Και ενώ πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πρώτη πλευρά της οικολογίας ως περιβαλλοντικής επιστήμης και στη δεύτερη που αναφέρεται σε ένα «θρήσκευμα» στο οποίο όλοι πρέπει να υποκύψουν (ακριβώς όπως και στο Ισλάμ), στον νου των περισσοτέρων οι δύο έννοιες ταυτίζονται μεταξύ τους. Χειρότερο ακόμη: θεωρείται ότι η πρώτη οφείλει να υποτάσσεται στη δεύτερη. Οι εκπρόσωποι της τελευταίας, δηλαδή οι φονταμενταλιστές οικολόγοι, αυτοανακηρύσσονται υπερασπιστές της φύσης, θεωρώντας ότι κατέχουν το μονοπώλιο της περιβαλλοντικής ευαισθησίας και προσδίδοντας στους εαυτούς τους προνομιακή πρόσβαση στην ακριβή γνώση τού τι δέον γενέσθαι. Οι ιερεμιάδες τους, το κοσμικό «θρήσκευμα» που ευαγγελίζονται και το «σύμπαν λόγου» που τους χαρακτηρίζει, δεν συναρτώνται λογικά με την ουσιαστική και σοβαρή πλευρά της περιβαλλοντικής έρευνας. (Βλ. σχετικά άρθρα των καθηγητών Θ. Ξανθόπουλου και Δ. Κουτσογιάννη, «Το Βήμα», 17-9-00 και 2-6-02).
Αυτό φαίνεται να έχουν αντιληφθεί και ορισμένοι οικολόγοι που απομακρύνονται από το σύνδρομο της πλανητικής καταστροφολογίας που κατατρύχει τους ζηλωτές της οικολογικής ιδεολογίας, ενώ παράλληλα αναζητούν φιλελεύθερες και όχι αυταρχικές λύσεις στα προβλήματα του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας τάσης αποτελεί ο Bjorn Lomborg. Ο οικολόγος αυτός επιχείρησε πριν από λίγα χρόνια να γράψει ένα βιβλίο που θα ανέτρεπε την επιχειρηματολογία του οικονομολόγου Julian Simon κατά των δυσοίωνων προβλέψεων που έκαναν οι οικολογικές Κασσάνδρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε φέτος με μεγάλη επιτυχία, όπου κάνει το αντίθετο και δικαιώνει τον Simon! Οι οικολογικές οργανώσεις έσπευσαν να αποκηρύξουν τον «προδότη», αλλά η κυβέρνηση της Δανίας, μιας χώρας που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για περιβαλλοντική αναισθησία, ανέθεσε πρόσφατα στον Lomborg τη διεύθυνση του Εθνικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Μελετών.
Ο Lomborg, και μαζί του όλο το νέο ρεύμα σοβαρών περιβαλλοντολόγων, αναζητεί νέους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος του περιβάλλοντος μέσα από μια λογική που βασίζεται σε αυτοεπιβαλλόμενες αρχές και όχι εκείνες που αποτελούν μέρος των παραδοσιακών μεθόδων «κάθετου» εξουσιαστικού ελέγχου τον οποίο επιβάλλει το κράτος. Η υιοθέτηση των τελευταίων βασίζεται σε μια λανθασμένη διάγνωση για τα κακώς κείμενα του περιβάλλοντος. Αυτά αποδίδονται από τους φονταμενταλιστές οικολόγους στην ενεργειακή και γενικότερα στην καταναλωτική βουλιμία του κοινού της «πολιτισμένης» Δύσης (τα εισαγωγικά δικά τους). Γι’ αυτό και καταφεύγουν στην αστυνόμευση μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα την απαγόρευση θήρας και αλιείας ορισμένων ειδών που έχουν κηρυχθεί «υπό εξαφάνιση». Οσο όμως παράδοξο και αν φαίνεται, απειλείται με εξαφάνιση το είδος εκείνο που κηρύσσεται υπό εξαφάνιση εφόσον η ζήτηση για αυτό μεγαλώνει όταν τεθεί υπό την προστασία του κράτους.
Το αντίθετο συμβαίνει όταν αίρεται αυτή η προστασία, όπως έγινε με τους ελέφαντες στη Νότιο Αφρική και στη Ζιμπάμπουε. Η αυξανόμενη ζήτηση για ελεφαντόδοντο στον κόσμο απείλησε με εξαφάνιση τον ελέφαντα, όσο ήταν είδος που ανήκε στην κοινή ιδιοκτησία του δασικού περιβάλλοντος. Οταν αυτό περιήλθε στην ιδιοκτησία συγκεκριμένων φυλετικών ομάδων, που έχουν κάθε συμφέρον να επιβιώσει ο ελέφαντας για εκμετάλλευση, ο πληθυσμός του αυξήθηκε σχεδόν απειλητικά!
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι επιδεκτικά τέτοιων λύσεων. Είναι όμως δυνατόν να αναζητηθούν λύσεις μέσα στο πλαίσιο της αγοράς και των περιουσιακών δικαιωμάτων, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα από αυτά, όπως είναι η επιβίωση βιολογικών ειδών, η προκαλούμενη ρύπανση του περιβάλλοντος και η μείωση των ενεργειακών πόρων. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε εντελώς από τα μέτρα που βασίζονται στην κρατική επιβολή ελέγχων και απαγορεύσεων. Η λήψη τέτοιων μέτρων δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία, ούτε πολιτικό θάρρος. Η αναζήτηση άλλων προσεγγίσεων χρειάζεται και τα δύο. Κυρίως χρειάζεται να απομυθοποιηθεί η κυρίαρχη ιδεολογία του οικολογικού φονταμενταλισμού. Και αυτό το δέχονται όλοι όσοι θεωρούν ότι το περιβάλλον είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στους οικολόγους – για να παραφράσουμε τον αφορισμό του Κλεμανσό για τους στρατιωτικούς και τον πόλεμο.
Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



