Δοκίμασα να γράψω ένα δράμα που να είναι κωμωδία στην οποία μάλιστα ο άξονας της πλοκής θα ήταν βοντβίλ, ενώ η αλληλουχία των σκηνών και ο μηχανισμός των προσώπων θα ήταν δραματικά». Με αυτό το σημείωμα, ο Ζαν Κοκτό δίνει το στίγμα του έργου του «Τρομεροί γονείς», που έγραψε το 1938 και ανέβασε την ίδια χρονιά στο Παρίσι. Στην αρχή η παράσταση απαγορεύθηκε λόγω της «τολμηρότητας» του κειμένου ενώ στη συνέχεια θριάμβευσε στις παρισινές σκηνές και έκτοτε στα θέατρα όλου του κόσμου. Με θέμα τις σχέσεις γονέων – παιδιών, ο γάλλος συγγραφέας καταπιάστηκε ιδιαίτερα με τον ισχυρό δεσμό που συνδέει τη μάνα με τον γιο της, κάνοντας σαφείς νύξεις στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις συζυγικές και αδελφικές σχέσεις.
Δύο αδελφές, ο σύζυγος της μιας και ο γιος της, ζουν μαζί μέσα σε ένα αστικό πλην παρακμάζον σπίτι, όπου τίποτα δεν θυμίζει τον έξω κόσμο. Οταν όμως ο έρωτας χτυπά την πόρτα του νεαρού γιου, τότε οι (τεχνητές) ισορροπίες ανατρέπονται, οι σχέσεις ταράζονται και οι συνέπειες είναι οδυνηρές.
Η επιλογή του έργου έγινε από την Αννα Παναγιωτοπούλου. «Αν δεν είχε παιχθεί πρόσφατα στο Μπρόντγουεϊ», λέει η ηθοποιός, «δεν θα το θυμόμουν. Το διάβασα όμως και αμέσως το πρότεινα στη Μίρκα. Στην αρχή είχε τις αντιρρήσεις της, το φοβόταν. Επέμεινα όμως και τελικά συμφώνησε». «Πράγματι», λέει η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, «χωρίς να ξέρω γιατί αυτό το έργο με πανικόβαλεΩ ευτυχώς όμως που η Αννα επέμεινε. Είναι ένα έργο που διαθέτει στέρεη δομή και έχει πολλά να πει».
Τι ήταν αυτό που κέντρισε, τελικά, το ενδιαφέρον τους; «Το γεγονός ότι όλοι και όλα είναι πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Ωστόσο πρόθεση του Κοκτό ήταν να τηρηθεί μια ισορροπία και σ’ αυτό μας βοήθησε το κείμενό του. Με τη μετάφραση όμως έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί», λέει η Α. Παναγιωτοπούλου, για να συμπληρώσει η έτερη του θιάσου: «Ο ποιητικός λόγος του Κοκτό έπρεπε να διατηρηθεί ενώ το κείμενο έπρεπε να περικοπεί, γιατί είναι μεγάλο. Η δυσκολία δεν ήταν στην υπόθεση όσο στις ανθρώπινες σχέσεις που βγαίνουν μέσα από τις λέξεις. Είναι έργο που δίνει πολλές δυνατότητες και ευκαιρίες στους ηθοποιούς. Δεν είναι ούτε ένα ζοφερό δράμα ούτε μια εκρηκτική κωμωδίαΩ οδηγεί όμως στη λύτρωση της ψυχής».
Οι δύο ηθοποιοί είναι αδελφέςΩ η μία (Α. Παναγιωτοπούλου) είναι η μάνα, με σύζυγο τον Μίμη Χρυσομάλλη. Η δεύτερη είναι η αδελφή της. Οταν η μάνα μαθαίνει ότι ο γιος της ερωτεύεται, κάνει τα πάντα για να τον αποτρέψει από αυτή τη σχέση. «Είναι ένας ρόλος που δεν έχω ξανακάνειΩ είναι λίγο πιο ακραίος από τους υπόλοιπους ρόλους του έργου που είναι επίσης ακραίοι. Κι όμωςΩ ήρθε μια μάνα και μου είπε ότι όλα όσα κάνει αυτή η γυναίκα στο έργο τα έκανε κι εκείνη για να μη χάσει τον γιο της. Και αυτό είναι που επιβεβαιώνει τον διαχρονικό και σύγχρονο χαρακτήρα του έργου». Ποια είναι η ηρωίδα της; «Είναι μια γυναίκα αφάνταστα εγωκεντρική που θέλει να καθορίζει τα πάντα και τους πάντες. Είναι σατανικήΩ προβάλλει την αδυναμία της για να πετύχει ό,τι θέλει και όταν καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί πια να καθορίζει τις ζωές των άλλων δεν θέλει να ζήσει».
«Ο δικός μου ρόλος», εξηγεί η Μ. Παπακωνσταντίνου, «είναι δραματικός. Η ηρωίδα έχει επιλέξει τα τελευταία 23 χρόνια να ζει μαζί με την οικογένεια της αδελφής της ενώ παραμένει ερωτευμένη με τον άνδρα εκείνης. Με γοητεύει αυτή η γυναίκα καθώς είναι ένα εσωστρεφές πλάσμα χωρίς να το δείχνει. Συνυπάρχουν αποχρώσεις πικρής κωμωδίας και δράματος, είναι δυνατή και αδύναμη».
Για την παράσταση στο «Βρετάνια» οι δύο κυρίες επέλεξαν έναν σκηνοθέτη της νεότερης γενιάς, που με τους «Τρομερούς γονείς» κάνει το ντεμπούτο του σε κεντρική αθηναϊκή σκηνή. Πρόκειται για τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. «Το έργο κινείται ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα. Το ενδιαφέρον για μένα ήταν ότι στο ανέβασμα αυτό οι ρόλοι παίζονται από ηθοποιούς που έχουν λαμπρή θητεία στην κωμωδία, οπότε προσεγγίζουν το κωμικό μέσα από δραματικούς δρόμους. Ετσι ώστε να μπορούν να συγκινήσουν εκεί όπου πρέπει και να υπονομεύσουν στις στιγμές όπου πρέπει. Ετσι το έργο δεν γίνεται μελό». Οπως λέει, το έργο του Κοκτό τον ενδιέφερε θεματικά, κυρίως η οιδιπόδεια σχέση μάνας – γιου, η οποία «μας αφορά όλους». Στο στήσιμο της παράστασης ο Β. Θεοδωρόπουλος βοηθήθηκε, όπως παρατηρεί, από το γεγονός ότι οι ηθοποιοί είχαν κοινό θεατρικό κώδικαΩ «τον κοινό κώδικα τον αναζητούμε πάντα σε μια παράσταση αλλά χρειάζεται χρόνος για να βρεθεί. Στην περίπτωση της Αννας, της Μίρκας και του Μίμη προϋπήρχε». Για την πρώτη του δουλειά σε «εμπορικό» θέατρο ο σκηνοθέτης τονίζει ότι «οι συνθήκες ήταν εξαιρετικές. Απλώς διαφέρουν από τον τρόπο που δουλεύω σε μικρούς, πιο προσωπικούς χώρους». Οπως θα είναι η δική του δουλειά τον Μάρτιο, με τη «Νέα Σκηνή Τέχνης»Ω θα παρουσιάσει τα κείμενα – μαρτυρίες της Ελλης Παπαδημητρίου «Κοινός λόγος» παράλληλα με τις ζωγραφιές του Σάββα Χαρατσίδη «Γυναίκες», σαν φόρο τιμής και στους δύο.
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Θέατρο Βρετάνια: «Τρομεροί γονείς» του Ζαν Κοκτό. Μετάφραση – διασκευή Αννα Παναγιωτοπούλου – Αλέξης Καλλίτσης. Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Σκηνικά Γιώργος Ασημακόπουλος. Κοστούμια Εβελυν Σιούπη. Μουσική επιμέλεια Ιάκωβος Δρόσος. Φωτισμοί Τάσος Ράντζος. Με τους Αννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Μίμη Χρυσομάλλη, Ρένια Λουιζίδου, Δημήτρη Βογιατζή.



