Πρωτοέφερα τον Νουρέγεφ στην Ελλάδα το 1963, τότε που χόρεψε δίπλα στη Μαργκό Φοντέιν στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στο Ηρώδειο. Από την πρώτη στιγμή το ελληνικό κοινό τον λάτρεψε, μαζί και εγώ.


Επρεπε να περάσουν δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να τον ξαναφέρω. Ηταν το 1981 που χόρεψε «Ωραία Κοιμωμένη» με το Μπαλέτο της Οπερας της Βιέννης. Το 1982 με το Μπαλέτο της Οπερας της Ζυρίχης χόρεψε τον «Μάνφρεντ», το 1984 με το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού «Ραϋμόνδα», το 1989, πάλι με το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού, τη «Σταχτοπούτα» και το 1991 ­ αυτή τη φορά ως μαέστρος ­ διευθύνει τη Wiener Rezidenze Orchestra.


Από το 1963 που εμφανίστηκε η περίπτωσή του στο μπαλετικό στερέωμα ως το 1993 που έφυγε από αυτή τη ζωή ­ λέω από αυτή γιατί ένα αγγελικό πλάσμα όπως ο Ρούντι σίγουρα θα έχει βρει τη θέση του ανάμεσα στους αγγέλους ­ δεν περνούσε ούτε μέρα που η αίσθηση της εκθαμβωτικής παρουσίας του να μην είναι ορατή. Είτε χόρευε είτε δεν χόρευε, όλος ο κόσμος μιλούσε γι’ αυτόν. Γιατί ο Νουρέγεφ δεν ήταν απλά ένας μεγάλος χορευτής, ήταν κάτι πολύ πιο αέρινο και νεραϊδένιο. Υπήρξε η προσωποποίηση ενός οράματος, μιας εξαίσιας φιγούρας, μιας άυλης προσωπικότητας. Ενας θρύλος, για να μεταχειρισθώ το όνομα που δίνουμε σε κάτι το διαφορετικό, το πολυσήμαντο, το ονειρικό.


Η γνωριμία μου μαζί του δεν σφραγίστηκε μόνον από μια στενή επαγγελματική σχέση. Υπήρξε κάτι πολύ πιο πλατύ. Ηταν η χαρά που αισθανόμουν ότι ο Ρούντι με είχε ανάμεσα στα πρόσωπα που ξεχώριζε και εκτιμούσε. Βέβαια, ο τρόπος που έδειχνε αυτή του την εκτίμηση ήταν διαφορετικός από τον συνηθισμένο.


Εχω γράψει και σε άλλες ευκαιρίες ότι ο Νουρέγεφ υπήρξε ένα κράμα μουζίκου και ρώσου πρίγκιπα. Αυτός ο Τάταρος, που έφθασε πολύ νέος κάποια μέρα από το Ντουσαμπέ (την πρωτεύουσα του Μπασκίρ) στο Λένινγκραντ, με στόχο να τελειοποιήσει την τεχνική του στη φημισμένη σχολή χορού της Βαγκάνοβα, δεν πέρασε πολύς καιρός κι έγινε το πιο περιζήτητο πρόσωπο της ελίτ όλων των πρωτευουσών στον κόσμο.


* Με τους μεγιστάνες


Στο «Μαξίμ» του Παρισιού, στο «Κρόνε» της Ζυρίχης, στο «Ιμπέριαλ» και στο «Ζάχερ» της Βιέννης, στο «Russian Tea Room» της Νέας Υόρκης, στο «Σαβόι» του Λονδίνου, ο σεφ του εστιατορίου κρατούσε σε μόνιμη βάση τραπέζι για τον Νουρέγεφ. Γιατί ο Ρούντι έφθανε πάντοτε απροειδοποίητα με το πολυφορεμένο του μπουφάν, το πέτσινο κασκέτο και το τριμμένο από την πολλή χρήση παντελόνι. Οταν έκανε την εμφάνισή του στην είσοδο, τον υποδέχονταν με χειροκροτήματα. Και αυτός με την άνεση ενός απογόνου της τσαρικής οικογένειας υπέγραφε αυτόγραφα και πετούσε πειράγματα. Εσκυβε και φιλούσε το χέρι κάποιας γηραιάς κυρίας που γνώριζε. Αλλοτε πάλι, που δεν ήταν στα κέφια του, έμπαινε συνοφρυωμένος και σκυθρωπός στο εστιατόριο. Δεν χαιρετούσε κανέναν και έδειχνε ότι τους είχε όλους γραμμένους στα παλιά του παπούτσια, χωρίς καθόλου να του φταίνε.


Θα πρέπει να θυμίσω ότι ο θρύλος Νουρέγεφ δεν είχε μαγεύσει μονάχα το πλατύ κοινό αλλά και πολλούς μεγιστάνες του πλούτου όπως, π.χ., τον Σταύρο Νιάρχο, ο οποίος κολακευόταν με τη φιλία που του έδειχνε ο Νουρέγεφ. Ο Νιάρχος, που ήταν χορτασμένος από χρήμα και φήμη, όχι μόνο επεδίωκε τη φιλία του Ρούντι αλλά του άρεσε να το δείχνει με κάθε ευκαιρία. Τον φιλοξενούσε συχνά στη Σπετσοπούλα και του διέθετε ελικόπτερο για να πηγαινοέρχεται από την Αθήνα στο νησί του. Οταν κάποιο καλοκαίρι έδωσα μεσημεριανό πάρτι για τον Ρούντι στο εξοχικό μου σπίτι, στο «Απολλώνιο» στο Πόρτο Ράφτη, έφθασε ο Ρούντι από τον… ουρανό με το ελικόπτερο που του έδωσε ο Νιάρχος. Αυτό που λέμε… ουρανοκατέβατος! Οταν είχε δώσει στο Ηρώδειο την τελευταία του παράσταση με τη «Ραϋμόνδα» (το άλλο βράδυ θα χόρευε τον «Δον Κιχώτη» στη Στοκχόλμη), ο Νιάρχος τού διέθεσε το ιδιωτικό του λίαρ τζετ. Από το αεροδρόμιο της Στοκχόλμης μου τηλεφωνεί ότι είχε ξεχάσει στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρεταννίας» το κοστούμι που θα φορούσε εκείνο το βράδυ στην παράσταση του «Δον Κιχώτη». Του το έστειλα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και γύρισε πίσω από τη Στοκχόλμη το τζετ του Νιάρχου να το παραλάβει και να του το πάει στη Στοκχόλμη.


Οταν έκανε πρόβες με το Μπαλέτο της Οπερας της Ζυρίχης προετοιμάζοντας τον «Μάνφρεντ» για το Ηρώδειο, μετά την πρόβα πηγαίναμε για φαγητό στο κοσμικό εστιατόριο «Κρόνε». Και όταν τελειώναμε το φαγητό, ήθελε να πηγαίνουμε για καφέ στο «Οντεόν» για να πιούμε τον καφέ μας στο ίδιο μαρμάρινο τραπέζι στο οποίο, όταν ήταν εξόριστος, ο Λένιν είχε γράψει το περίφημο μανιφέστο του.


Στο Μιλάνο προτιμούσε τις ταπεινές τρατορίες, στη δε Βιέννη του άρεσε να του σερβίρουν σαμπάνια στο εστιατόριο του ξενοδοχείου «Ιμπεριάλ», από το μπαλκόνι του οποίου είχε κηρύξει ο Χίτλερ στον λαό της Βιέννης το Ανσλους της Αυστρίας με τη Γερμανία.


* Μοναδική τεχνική


Προτιμούσε το λευκό ξηρό κρασί και όταν του το έφερναν γέμιζε το ποτήρι του με πολλά παγάκια. Ετσι το ήθελε.


Χόρευε αλλά και δίδασκε. Χορογραφούσε αλλά και αυτοσχεδίαζε τις δικές του φιγούρες. Η τεχνική του ήταν μοναδική και ασύγκριτη σε σχέση με κάθε άλλον χορευτή στον κόσμο. Εχει γραφτεί ότι ο Νιζίνσκι ήταν κάτι το εντελώς εξαιρετικό. Κανένας δεν το αμφισβήτησε. Ο Νουρέγεφ όμως ήταν που ανύψωσε το ενδιαφέρον του σύγχρονου κοινού για τον κλασικό χορό. Η Ιστορία θα γράψει ότι δίδαξε στους χορευτές που είχαν χορέψει μαζί του την αληθινή τέχνη του χορού. Και όχι μόνον. Με τις έκτακτες εμφανίσεις που πραγματοποιούσε συνεργαζόμενος με μπαλέτα που δεν συγκαταλέγονταν στα καλύτερα, όπως εκείνο της Οπερας του Μιλάνου, της Οπερας της Ζυρίχης, της Οπερας της Βιέννης, του Μάντσεστερ, της Οπερας της Ρώμης κ.ά., εξύψωνε το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτά κι έτσι συντελούσε στο να ανεβεί η στάθμη της φήμης τους σε επίπεδα που χωρίς τη συνεργασία τους με τον Νουρέγεφ δεν θα είχαν γνωρίσει.


Κάποτε ο ατίθασος χαρακτήρας του με έβαλε σε πολύ δύσκολη θέση. Ηταν όταν χόρεψε την «Ωραία Κοιμωμένη» με το Μπαλέτο της Οπερας της Βιέννης. Είχα φέρει από την Πράγα μια τσεχική ορχήστρα για να συνοδεύσει τις παραστάσεις, σε εποχή που ο Μπρέζνιεφ χαρακτήριζε τον Νουρέγεφ προδότη της πατρίδας του και αποστάτη. Πριν από την πρες κόνφερανς συνέστησα στον Νουρέγεφ να αποφύγει να απαντήσει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων που θα εστιάζονταν γύρω από την αποστασία του από τη Ρωσία. Ιδιαίτερα του είπα να μην εκφρασθεί με χαρακτηρισμούς που να θίγουν τη Σοβιετική Ενωση. Του εξήγησα ποιο ήταν το πρόβλημα: ότι η ορχήστρα που θα τον συνόδευε ήταν τσεχοσλοβακική, η δε τσεχοσλοβακική κυβέρνηση έπαιρνε εντολές απευθείας από τη Μόσχα. Οταν οι έλληνες δημοσιογράφοι τον παραστρίμωξαν με τις περί αποστασίας του από τη Ρωσία ερωτήσεις τους, ο Νουρέγεφ δεν κρατήθηκε και τους είπε: «Γιατί διάλεξα την ελευθερία», προσθέτοντας κι άλλα πολλά για τις συνθήκες καταπίεσης και τρόμου που είχε επιβάλει το σοσιαλιστικό καθεστώς στη Ρωσία. Ιδιαίτερα στον καλλιτέχνη, που δεν τον άφηναν ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του. Και ότι τώρα, που εργάζεται στη Δύση, μπορεί να διαλέγει τους ρόλους που θα χορέψει και τους παρτενέρ του.


Την άλλη ημέρα τα όσα είπε έγιναν τίτλοι των ρεπορτάζ των καλλιτεχνικών συντακτών των εφημερίδων. Εκείνο το βράδυ η ατμόσφαιρα ανάμεσα στα μέλη της τσεχικής ορχήστρας και στον Νουρέγεφ ήταν ψυχρή. Στο τραπέζι που παρέθεσα μετά την παράσταση προς τιμήν του Νουρέγεφ στο «Μεριντιέν», στο οποίο ο Ρούντι έφερε μαζί του τα δύο παιδιά του Νιάρχου και τις κοπέλες τους, κανένα μέλος της τσεχικής ορχήστρας δεν ήρθε. Είχαν πάρει «γραμμή» από την πρεσβεία τους να κρατήσουν απόσταση.


Την επόμενη ημέρα με καλούν στην πρεσβεία της Τσεχοσλοβακίας για να μου ανακοινώσουν ότι η ορχήστρα πήρε την απόφαση να μη συνοδεύσει το βιεννέζικο μπαλέτο εφόσον εξακολουθούσε να είναι σολίστ της παράστασης ο Νουρέγεφ. Τους παρακάλεσα να αφήσουν να περάσει χωρίς επεισόδιο η παράσταση εκείνης της ημέρας και η ανακοίνωση της απόφασής τους να διατυπωνόταν την επομένη γιατί, ούτως ή άλλως, στην παράσταση, που ήταν και η τελευταία του μπαλέτου στο Ηρώδειο, δεν επρόκειτο να χορέψει ο Νουρέγεφ αλλά ο πρώτος χορευτής του βιεννέζικου μπαλέτου.


Ο Νουρέγεφ, παρά τη φήμη του ως ιδανικού ερμηνευτή των ρομαντικών εραστών κλασικών έργων, ήταν και θαυμάσιος χορευτής «κάρακτερ». Μπορούσε να χορέψει τον Πετρούτσκα το ίδιο ιδανικά όπως και τον πρίγκιπα στη «Λίμνη των Κύκνων». Κάποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να θαυμάσω τον τρόπο που χόρεψε το μέρος του Μερκούτιο στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Εδωσε το σαρκαστικό χιούμορ του ανέμελου φίλου του Ρωμαίου με έναν τρόπο που δεν είχα δει σε ερμηνεία κανενός άλλου χορευτή.


Σε μια άλλη περίπτωση, που βρισκόμουν στο στούντιο του Μπαλέτου της Οπερας του Παρισιού, όπου ο Νουρέγεφ προετοίμαζε μια παράσταση του «Ρωμαίου», τον είδα να διδάσκει σε έναν από τους πρώτους χορευτές του παρισινού μπαλέτου τον Μερκούτιο. Του έδειχνε την κίνηση, του μάθαινε την έκφραση. Του κάκου. Ο χορευτής, που ήταν ένας από τους κορυφαίους σολίστ του παρισινού μπαλέτου, στάθηκε αδύνατον να τον αντιγράψει. Γιατί ο Νουρέγεφ ήταν ένας και μοναδικός. Δεν θα μπορούσε να τον αντιγράψει κανένας.


* Τα σημάδια της αρρώστιας


Οσο περνούσε ο καιρός, η φοβερή αρρώστια άρχισε να δείχνει τα σημάδια της. Αισθανόσουν λύπη μεγάλη να βλέπεις την αγωνιώδη προσπάθεια που κατέβαλλε ο Νουρέγεφ εκείνο τον καιρό στην μπάρα του στούντιο για να εκτελεί τα γυμνάσματα ρουτίνας που κάθε χορευτής είναι υποχρεωμένος να περνάει κάθε ημέρα για να διατηρεί τη φόρμα του κορμιού του. Τα μέλη του είχαν παύσει να τον υπακούουν όπως άλλοτε. Είχε πρόωρα γεράσει. Κι όμως, επέμενε να χορεύει, να χορεύει. Κάποια ημέρα μου τηλεφωνεί ξαφνικά από τη Βιέννη για να με ρωτήσει αν ήμουν σύμφωνος να τον φέρω στο Ηρώδειο. Μα βέβαια, του είπα. «Ναι, αλλά δεν θα χορέψω, θα διευθύνω μια βιεννέζικη ορχήστρα ως μαέστρος της», μου λέει. Εμεινα άφωνος. Ο Ρούντι, όμως, επέμενε: «Yes or no?». Περίμενε να ακούσει την απάντησή μου. Του είπα «ναι» χωρίς να το πολυσκεφθώ. Το πρώτο που σκέφθηκα ήταν πως δεν μπορούσα να τον απογοητεύσω με μια άρνησή μου και το άλλο ότι πίστεψα πως οι έλληνες θαυμαστές του θα ενδιαφέρονταν να τον χειροκροτήσουν ακόμη και ως μαέστρο. Είχα πέσει έξω. Του γύρισαν απλά την πλάτη.


Από εδώ και πέρα αρχίζει για τον Νουρέγεφ η αντίστροφη μέτρηση.


Από τον σταθμό της Λυών (εκείνη την ημέρα ταξίδευα από Γενεύη για Παρίσι) πήγα κατευθείαν στα γραφεία του Palais Garnier, όπου είχα να κλείσω δύο σημαντικές συμφωνίες: η μία αφορούσε την εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής της σχολής χορού της Claude Bessy, η δε άλλη την έλευση στο Φεστιβάλ Αθηνών του Μπαλέτου της Οπερας του Παρισιού. Η ατμόσφαιρα που συνάντησα στα γραφεία της παρισινής όπερας ήταν φορτισμένη από τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν ότι ο Νουρέγεφ βρισκόταν στα τελευταία του.


Πήγα στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό, από την ημέρα δηλαδή που τον μετέφεραν άρον άρον από την Καραϊβική, όπου είχε πάει για να ξεκουραστεί μετά το ανέβασμα της «Μπαγιαντέρας». Στον διάδρομο έξω από τον θάλαμο βρήκα συγκεντρωμένους πολλούς από τους φίλους του Ρούντι. Ολοι τους ήταν σιωπηλοί και θλιμμένοι. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα. Και τότε ξεχώρισα το ­ τραγικά αγνώριστο από την αρρώστια ­ πρόσωπο του θρυλικού χορευτή που τόσο πολύ αγαπήθηκε και χειροκροτήθηκε. Μου είπαν πως δεν αναγνώριζε πια κανέναν. Στην πραγματικότητα ήταν ήδη φευγάτος από τη ζωή. Ποιος μπορεί τάχατες να ξέρει αν μέσα στο κενό της θύμησής του δεν σχεδίαζε εκείνη τη στιγμή κάποιο καινούργιο μπαλέτο;


Το οριστικό τέλος του Ρούντι ήλθε σε λίγες ημέρες, όπως ακριβώς το περίμεναν όλοι όσοι γνώριζαν ότι η καλπάζουσα προς την κατιούσα πορεία της αρρώστιας του είχε φθάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι.


Υστερόγραφο: Στις 24 Μαΐου 1994 έγινε στο Παρίσι η γενική συνέλευση των φίλων του σωματείου «Κύκλος των Φίλων του Νουρέγεφ». Μεταξύ τους κι εγώ.


Ο «Κύκλος των Φίλων του Νουρέγεφ» έχει σκοπό να συγκεντρώσει όλους όσοι συνδέθηκαν φιλικά ή επαγγελματικά μαζί του, να διαφυλάξει τη μνήμη του, να προβάλλει τις δραστηριότητές του ως χορευτή, σκηνοθέτη και χορογράφου, να υποστηρίζει την τέχνη της χορογραφίας και την εκπαίδευση των χορευτών και, τέλος, να συνεισφέρει με κάθε τρόπο στην ιατρική και επιστημονική έρευνα για το AIDS, σε συνεργασία με τα ιδρύματα που ίδρυσε ο Ρούντολφ Νουρέγεφ.


Οταν ρώτησα αν η πόλη του Παρισιού πήρε απόφαση για την ονομασία κάποιου κεντρικού δρόμου που θα φέρει το όνομά του, μου απάντησαν: «Ο γαλλικός νόμος προνοεί οι ονομασίες να μπορούν να γίνονται μόνον ύστερα από παρέλευση πέντε ετών από τον θάνατο μιας διασημότητας».


Στην Ελλάδα σπεύδουμε την επόμενη κιόλας ημέρα από τον θάνατο μιας διασημότητας να δώσουμε σε δρόμο το όνομά της και να της στήσουμε ανδριάντα. Χωρίς να αφήσουμε να περάσει ένας εύλογος χρόνος ώσπου να καταλαγιάσουν οι συγκινησιακές υπερβολές και τότε με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα αλλά και ανεπηρέαστα να λάβουμε τις σωστές αποφάσεις.


Το κείμενο αυτό είναι το έκτο από μια σειρά οκτώ πορτρέτων προσωπικοτήτων που ο κ. Θεόδωρος Κρίτας έγραψε ειδικά για «Το Βήμα» επιστρατεύοντας τις προσωπικές αναμνήσεις του.