Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ απεργία των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης και οι κινητοποιήσεις των αγροτών έχουν δημιουργήσει διάφορα θέματα, μικρότερης και μεγαλύτερης σημασίας, τα οποία χρειάζεται να σχολιασθούν. Μεταξύ αυτών υπάρχει ένα, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα και το οποίο με ενοχλεί ιδιαίτερα. Για τον λόγο αυτόν το σχολιάζω.


Και στις δύο περιπτώσεις, των καθηγητών και των αγροτών, όταν φάνηκε ότι οι απεργοί δεν μπορούσαν να πάρουν αυτό που διεκδικούσαν, ορισμένοι εξ αυτών διετύπωσαν με σχεδόν παρακλητικό ύφος το εξής επιχείρημα: «Ας μας δώσει κάτι. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε με σκυμμένο κεφάλι». Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε, χωρίς να διατυπωθεί, να χρησιμοποιηθεί στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας συμφωνίας. Η δημόσια διατύπωση όμως αυτού του «ας μας δώσει κάτι» είναι άκρως ταπεινωτική για τις δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Μας οδηγεί στη σκέψη ότι οι απεργοί δεν διεκδικούσαν όσα νόμιζαν (ορθά ή εσφαλμένα, κατά την κρίση τρίτων) ότι δικαιούνται, αλλά ότι βγήκαν στους δρόμους για να αποσπάσουν κάτι, οτιδήποτε. Μας δίνει την εντύπωση ότι οι απεργίες αυτές έγιναν απερίσκεπτα και χωρίς σοβαρή εκτίμηση της κατάστασης και κατά συνέπεια μειώνει τη σημασία των κοινωνικών αγώνων. Εμφανίζει τους καθηγητές σαν να σκέφτηκαν: «Αντί να πάμε στην αίθουσα διδασκαλίας, ας κάνουμε μια απεργία, κάτι θα μας δώσει», πράγμα που τους καθιστά παντελώς ανεύθυνους.


Το χειρότερο όμως δεν είναι το «ας μας δώσει κάτι». Το χειρότερο είναι το δεύτερο μέρος της πρότασης, το «δεν μπορούμε να γυρίσουμε με σκυμμένο κεφάλι». Οποιος σκέφτηκε και όποιος συμφωνεί με αυτή την πρόταση είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελής και στη χειρότερη πάσχει από επαγγελματική αντιστροφή, διότι φαίνεται να πιστεύει ότι το πόσο ψηλά θα κρατήσει το κεφάλι του και την επαγγελματική του υπερηφάνεια εξαρτάται από το πόσα λεφτά θα πάρει. Το πόσο παράλογη και προσβλητική είναι η γνώμη αυτή μπορεί να φανεί αν σκεφθεί κανείς ότι σύμφωνα με αυτήν οι κάθε λογής απατεώνες που βγάζουν πολλά λεφτά θα έπρεπε να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά. Αντιλαμβάνομαι ότι το παράδειγμα είναι ακραίο, αλλά έτσι προβάλλεται καλύτερα η ουσία του επιχειρήματος.


Η υπερηφάνεια του δασκάλου όλων των σχολείων, του Δημοτικού, του Γυμνασίου, του Λυκείου και του Πανεπιστημίου, δεν προσδιορίζεται στο ταμείο, στην τράπεζα ή στο σουπερμάρκετ. Προσδιορίζεται μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, από την προσπάθεια όπου ο ίδιος κάνει για να μεταδώσει στους μαθητές του γνώσεις, τρόπο σκέψης και αξιοπρεπή στάση ζωής. Η ουσιαστική αμοιβή του δασκάλου δεν προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά από τον σεβασμό που κατάφερε να εμπνεύσει στους μαθητές του και το κύρος που αποκτά στο επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον.


Φυσικά, κανένας δεν υποστηρίζει ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι φτωχός. Αντίθετα, ο δάσκαλος, που παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των νέων και μέσω αυτών στη διαμόρφωση της μελλοντικής κοινωνίας, πρέπει να αμείβεται ικανοποιητικά.


Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με το πόσο ψηλά ή χαμηλά θα κρατά το κεφάλι του. Οποιος δεν καταλαβαίνει αυτές τις απλές αλήθειες είναι καλύτερα να εγκαταλείψει τον χώρο του σχολείου.


Γνωρίζω πολύ καλά, και από τον δικό μου εκπαιδευτικό χώρο, ότι πολλοί δάσκαλοι δεν είναι δάσκαλοι με την έννοια που περιέγραψα πιο πάνω, αλλά μόνο κατ’ όνομα. Αυτό όμως δεν είναι λόγος για να γίνουμε σαν και αυτούς και να αποδεχθούμε τον δικό τους τρόπο αξιολόγησης της ζωής και συμπεριφοράς. Αντίθετα, είναι λόγος να τους περιορίσουμε και σε αριθμό και σε σημασία.


Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.