Παρακολούθησα με προσοχή την πρόσφατη εξέγερση των αγροτών όλης της χώρας με επίκεντρο τη Θεσσαλία. Ηταν μια εξέγερση η οποία είχε μεγάλες και αρνητικές συνέπειες για την οικονομία, η οποία προκάλεσε σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων επαγγελματικών ομάδων και η οποία, ουσιαστικά, αμφισβήτησε το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται η οικονομική πολιτική της χώρας. Αναπόφευκτα οι κοινωνικές συγκρούσεις και τριβές μεταφέρθηκαν στο επίπεδο των πολιτικών φορέων.


Η σημασία αυτής της εξέγερσης (ή όπως αλλιώς θέλει κανείς να ονομάσει τις αγροτικές κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου 1996) είναι τόσο μεγάλη ώστε αποτελεί μια καλή «περίπτωση μελέτης», μια case study, όπως λένε στην Οικονομική των Επιχειρήσεων, της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων, που έχουν ή διεκδικούν συμμετοχή στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ελλάδας, σε σχέση με την εξέγερση αυτή. Υπάρχουν δύο σημεία επί των οποίων αξίζει να σχολιασθεί η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων, δηλαδή η ουσία των αιτημάτων και ο χειρισμός της εξέγερσης.


Ως προς την ουσία των αιτημάτων των αγροτών είναι εκπληκτικό ότι κανένα από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν παρουσίασε μια συγκροτημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ανάλυση. Π.χ., τι συνέπειες θα είχε η ικανοποίηση ενός αιτήματος, σε ποιο βαθμό ήταν δυνατό να ικανοποιηθεί, τι αντιδράσεις θα προκαλούσε, ποιος θα έφερε το οικονομικό βάρος κλπ. Αντ’ αυτού φάνηκαν να παρέχουν την καθολική, αλλά όχι πάντοτε ρητή, υποστήριξή τους προς τους αγρότες. Η κυβέρνηση ήταν, εκ των πραγμάτων, σε πλεονεκτικότερη θέση να αναλύσει τα ζητήματα αυτά και να παρουσιάσει με τεκμηριωμένο τρόπο τις απόψεις της.


Ως προς τον χειρισμό της εξέγερσης, η κυβέρνηση επέλεξε τον διάλογο, όπου μπορούσε και όπου είχε έννοια να γίνει, τις με διαφόρους τρόπους ανακοινώσεις, την κομματική της επιρροή και την διά του χρόνου κόπωση και εκφυλισμό. Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, πλην του ΚΚΕ, δεν διατύπωσαν σαφή θέση. Ακούστηκαν φυσικά ορισμένες ασθενικές φωνές περί διαλόγου και κοινωνικών συμφωνιών αλλά κανένας δεν πρότεινε σαφή τρόπο αποκατάστασης της ήρεμης ζωής του τόπου. Αντίθετα το ΚΚΕ είχε σαφή γραμμή μετωπικής σύγκρουσης, όπως τουλάχιστον φαίνεται και από το γεγονός ότι στελέχη του και ένας βουλευτής του μετείχαν ενεργά και υποστήριξαν αυτή την άποψη. (Παρενθετικά, θέλω να θέσω το ουσιαστικό κατά τη γνώμη μου ερώτημα: μπορεί ένας βουλευτής που ορκίζεται να τηρεί και να φυλάττει το Σύνταγμα και τους νόμους να παρανομεί συμμετέχοντας στην κατάληψη των εθνικών οδών, όπως έκανε ο βουλευτής του ΚΚΕ κ. Μπούτας;).


Η στάση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων κατά τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις φαίνεται ότι ήταν γενικά θετική για τις διεκδικήσεις των αγροτών και επικριτική για την πολιτική της κυβέρνησης. Ιδια ήταν η στάση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων σε κάθε προηγούμενη κινητοποίηση ή απεργία, ανεξαρτήτως του ποιος και γιατί απεργεί. Φαίνεται ότι τα αντιπολιτευόμενα κόμματα έχουν μια κοινή και μοναδική πολιτική που έχει γίνει πλέον ρουτίνα. Είναι πάντοτε υπέρ των απεργών και των διαμαρτυρομένων και πάντοτε εναντίον της κυβέρνησης. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό και με τέτοιο πεζό τρόπο που οι εκάστοτε αντιπαραθέσεις δεν έχουν ούτε κοινωνικό, ούτε πολιτικό, ούτε φυσικά αναλυτικό ενδιαφέρον. Η κατάσταση είναι χειρότερη αν αναλογισθεί κανείς ότι η ίδια τακτική ακολουθείται και σε άλλα ζητήματα. Αν τύχει η κυβέρνηση να κάνει κάτι που φαίνεται να είναι θετικό για μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, τότε η αντιπολίτευση αμέσως χαρακτηρίζει την πολιτική αυτή λαϊκίστικη και προεξοφλεί την αποτυχία της.


Αυτή την εποχή βρισκόμαστε στην παράδοξη αλλά και από ορισμένες πλευρές ενδιαφέρουσα κατάσταση κατά την οποία η μοναδική ουσιαστική αντιπολίτευση της κυβέρνησης να είναι μέσα στην ίδια την κυβέρνηση.


Η κατά σύστημα επικριτική στάση της αντιπολίτευσης είναι άνευ ουσίας και την εμποδίζει να ανταποκριθεί στον πραγματικό της ρόλο. Νομίζω πως θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η στιγμή κατά την οποία ένας αρχηγός ή ένας βουλευτής αντιπολιτευόμενου κόμματος θα υποστηρίζει μια κυβερνητική επιλογή, απλώς και μόνο επειδή πιστεύει ότι θα είναι προς όφελος της χώρας.


Ο κ. Θ. Π. Λιανός είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.