Οταν ο γερμανός καγκελάριος κ. Γκέρχαρντ Σρέντερ υπό την πίεση του τραπεζικού κατεστημένου αλλά και ενός τμήματος των βιομηχάνων έδιωχνε από την κυβέρνησή του τον υπουργό Οικονομικών κ. Οσκαρ Λαφοντέν ασφαλώς δεν θα φανταζόταν ότι «πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις», δηλαδή προτού καλά καλά συμπληρωθεί μήνας, θα αναγκαζόταν να εφαρμόσει τις οικονομικές συνταγές του «κόκκινου Οσκαρ»!
Οι κακεντρεχείς «Financial Times» βέβαια το είχαν προβλέψει και την επαύριο της αποπομπής του γερμανού υπουργού Οικονομικών έγραφαν ότι αργά ή γρήγορα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Βιμ Ντούιζενμπεργκ και ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ κ. Χανς Τιτμάγερ (οι δύο δηλαδή που ενέπνευσαν την καρατόμηση του Λαφοντέν) θα αναγκάζονταν να εφαρμόσουν την πολιτική που ματαίως εισηγείτο ο τέως υπουργός Οικονομικών. Και πράγματι η μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,5%, από 3% δηλαδή σε 2,5%, ήταν το πρώτο από τα μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης και της ανεργίας που εισηγείτο ο κ. Λαφοντέν.
Η ευρωπαϊκή οικονομία, με εξαίρεση την Ελλάδα, την Ιρλανδία και λίγο την Πορτογαλία, μαστίζεται από σοβαρής εκτάσεως ύφεση από τα τέλη του περασμένου χρόνου. Η γερμανική οικονομία το τέταρτο τρίμηνο του 1998 συρρικνώθηκε και η βιομηχανική παραγωγή της κατέρρευσε. Η Goldman Sachs προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας εφέτος θα είναι 1,4%, σε αντίθετη με πέρυσι που διαμορφώθηκε στο 2,8%. Η γερμανική οικονομία αποτελεί το ένα τρίτο της οικονομίας των χωρών της ΟΝΕ και είναι φυσικό η ύφεσή της να παραλύει όλη την Ευρώπη και να επηρεάζει σκληρότερα τις πιο αδύνατες οικονομικά χώρες, όπως είναι η Ιταλία και η Ισπανία.
Οταν ο κ. Λαφοντέν υποστήριζε από πέρυσι τον χειμώνα την ανάγκη για μείωση των επιτοκίων εισέπραττε την απόλυτη άρνηση των Ντούιζενμπεργκ και Τιτμάγερ, οι οποίοι έλεγαν ότι η ύφεση στην Ευρώπη είναι διαρθρωτικό και όχι συγκυριακό πρόβλημα, δηλαδή προέρχεται από την ακαμψία της αγοράς εργασίας και την κυριαρχία των συνδικάτων και δεν οφείλεται σε ανεπάρκεια της ζήτησης. Εφερναν μάλιστα ως παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η αγορά εργασίας είναι πλήρως απελευθερωμένη (δηλαδή επιτρέπονται ανεξέλεγκτα οι απολύσεις και είναι χωρίς κατώτατο όριο οι αμοιβές εργασίας), για να αποδείξουν ότι η ανεργία περιορίζεται μόνο με τέτοιες δομικές αλλαγές στη λειτουργία της οικονομίας.
Αντίθετα «ο κόκκινος Οσκαρ» υποστήριζε ότι η γερμανική βιομηχανία και προπαντός οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποφέρουν από ύφεση και χάνουν καθημερινά παραγγελίες διότι το κόστος παραγωγής τους είναι υψηλό και συνεπώς η διεθνής ανταγωνιστικότητά τους μειωμένη. Και το υψηλό κόστος τροφοδοτείται εκτός των άλλων από τα υψηλά επιτόκια, διότι μπορεί μεν να εμφανιζόταν χαμηλό το ως προχθές 3% προεξοφλητικό επιτόκιο της Μπούντεσμπανκ, αν συγκριθεί όμως με τον πληθωρισμό, ο οποίος τρέχει με 0,3% τώρα στη Γερμανία, είναι όντως υψηλό!
Τελικά ο κ. Γκέρχαρντ Σρέντερ αλλά και ο κ. Λιονέλ Ζοσπέν τρομαγμένοι από τα εκατομμύρια των ανέργων πίεσαν τους τραπεζίτες και η μείωση που πείσμονα αρνούνταν στον κ. Λαφοντέν έγινε τελικά. Αν και όπως λένε «οι κακές γλώσσες» στους «Financial», τελικά και τη ρύθμιση την επέβαλαν οι Αμερικανοί που ενδιαφέρονται για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, όχι όμως με κριτήριο την κάμψη της ανεργίας αλλά την αύξηση της εισαγωγής πρώτων υλών και ημικατεργασμένων προϊόντων από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία, το Μεξικό και τις άλλες υπερατλαντικές οικονομίες που έχουν προβλήματα στο ισοζύγιο, τα οποία βαρύνουν την Ουάσιγκτον και το ΔΝΤ. Pax Americana λοιπόν και στην περίπτωση αυτή. nnikolaou@dolnet.gr



