Αγαπητέ Κύριε,


Καθώς ζούμε μιαν ευρύτερη κοινωνική εξέγερση με τις απεργίες, πορείες, διαμαρτυρίες, καταλήψεις και κάθε άλλου είδους κινητοποιήσεις ως αντίδραση στην πολιτική, στις πράξεις ή παραλείψεις της κυβερνήσεως, δεν μπορεί να υπάρχει δεύτερη γνώμη ότι παρατηρείται μια διάχυτη δυσαρέσκεια σε ευρέα λαϊκά στρώματα. Και ο λόγος θα πρέπει να είναι ή ότι η κυβέρνηση ενεργεί αδιέξοδα, με ανικανότητα και αντίθετα προς τις υποσχέσεις και προσδοκίες του εκλογικού σώματος που τη στήριξε με την πρόσφατη ψήφο του ή ότι ενεργεί μεν σωστά, αλλά δεν είναι σε θέση να εξηγήσει με απλά, σαφή και πειστικά επιχειρήματα γιατί αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι καλό για τον λαό και για τον τόπο και γιατί θα ήταν επιζήμιο αν υπέκυπτε στα αιτήματα και στις αξιώσεις αυτών που έχουν εξεγερθεί και απαιτούν την ικανοποίησή τους.


Και καθώς η κοινωνική αναταραχή προκαλεί αναστάτωση στην ομαλή ζωή των πολιτών, δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στη λειτουργία της οικονομίας και της αγοράς, εμποδίζει τις μεταφορές και τις μετακινήσεις, κλείνει τα σχολεία, αποκλείει νησιά, διώχνει τον τουρισμό και τους επενδυτές και χίλια δύο άλλα κακά, βρίσκουν την ευκαιρία και τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως να κατηγορούν το κυβερνών κόμμα για ανικανότητα, αναλγησία και πρόθεση βλάβης των συμφερόντων του λαού. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καταστροφολογούν συχνά με υποκριτική θλίψη, μεγαλοποιούν ό,τι κακό, συγκαλύπτουν συχνά ό,τι φαίνεται σωστό αλλά δυσάρεστο για τους εξεγερμένους και όλα μαζί συνιστούν ως λύση των προβλημάτων τον διάλογο.


Η πρόταση είναι λογική και η μόνη διέξοδος σε μια δημοκρατία και σε μια συναινετική κοινωνία, που δεν έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις. Το ερώτημα όμως είναι τι συνιστά διάλογο. Ο κοινός νους απαντά ότι η κάθε πλευρά εκθέτει τα επιχειρήματά της και η μία πείθει την άλλη ή και οι δύο πλευρές, πάντα καλοπίστως και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, προσπαθούν να συναντηθούν κάπου στη μέση, όπου και θα καταλήξουν σε συμφωνία.


Δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα, όπου πάρα πολλές έννοιες έχουν διαστραφεί ή γελοιοποιηθεί (όπως, λ.χ., η παραγωγικότητα με τη χορήγηση του ομώνυμου επιδόματος σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, η δημοκρατία, που για πολλούς ταυτίζεται με τη δικτατορία του ενός κόμματος, η κοινωνική ευαισθησία, που σημαίνει να τρέφουν οι λίγοι πραγματικά εργαζόμενοι κάποιους που αρνούνται να εργασθούν και εμποδίζουν και τους άλλους να εργασθούν κ.ο.κ.), διάλογος έχει καταντήσει να σημαίνει δύο μονολόγους συνήθως μεταξύ κωφών. Μάλιστα προτού αρχίσει συχνά δηλώνουν η μία ή καμιά φορά και οι δύο πλευρές ότι αυτά που ζητούν ή προσφέρουν είναι αδιαπραγμάτευτα. Οπότε φυσικό είναι να μην υπάρχει περιθώριο αμοιβαίων υποχωρήσεων και επομένως συνεννοήσεως.


Το άκρως απαράδεκτο και επικίνδυνο είναι όταν η κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, για να ηρεμήσει κάποια διαμαρτυρόμενη τάξη, διεξάγει (νεοελληνικό) διάλογο, δηλαδή ακούει τα διάφορα «αδιαπραγμάτευτα» αιτήματα των όποιων τάξεων που την πιέζουν, υπόσχεται κάποιες ρυθμίσεις για τις οποίες αποδέχεται και χρονοδιάγραμμα και μετά πετάει σε κάποιο συρτάρι αυτά που έχει συμφωνήσει και που συνήθως είναι και μη πραγματοποιήσιμα ή ασύμφορα για τον τόπο, ελπίζοντας ότι οι αιτούντες θα ξεχάσουν τις υποσχέσεις της. Φυσικά, οι τελευταίοι δεν ξεχνούν τίποτα και μόλις συμπληρώνονται οι προθεσμίες και δεν έχει γίνει τίποτα και αφού οι υπομονετικότεροι συμφωνήσουν σε κάποιες λογικές παρατάσεις, εύλογα εξαγριωμένοι πια επανέρχονται στη χρησιμοποίηση των βίαιων κινητοποιήσεων, οι οποίες ταλαιπωρούν ενίοτε ολόκληρο τον υπόλοιπο ελληνικό λαό και κυρίως τον ομαλό εφοδιασμό της αγοράς και τη λειτουργία της οικονομίας, ενώ οι κυβερνήσεις αντί να αναλογισθούν γιατί υπήρξαν ασυνεπείς εύχονται τα θύματα του απεργιακού εκβιασμού να σπάσουν τα κεφάλια των διαμαρτυρόμενων.


Δυστυχώς, αυτή η πρακτική και οι κυβερνητικές ασυνέπειες έχουν εξαγριώσει πλήθος κατηγοριών εργαζομένων και μη, οι οποίοι έτσι διδάχθηκαν να συμπεριφέρονται με πλήρη πια αδιαφορία προς τη λογική και το κόστος των κινητοποιήσεων και των απαιτήσεών τους.


Και είναι δυστυχώς διόλου πειστικοί οι κυβερνώντες, οι οποίοι επικαλούνται οικονομική αδυναμία, πράγμα που αποδεικνύει ότι προηγουμένως κατά τον προηγηθέντα διάλογο είχαν υποσχεθεί πράγματα που ήξεραν ότι δεν θα υλοποιούνταν. Καθώς δε οι πολιτικοί έχουν διδάξει τον λαό να συμπεριφέρεται ως ένα πεισματάρικο παιδί, που θέλει εδώ και τώρα να του αγοράσουν οι γονείς του τον ουρανό με τα άστρα, ενώ το ταμείο της οικογένειας είναι άδειο, δεν τολμούν πια να του πούνε τη σκληρή αλήθεια. Δηλαδή ότι και η προηγούμενη γενναιοδωρία (που κακόμαθε τους αποδέκτες της) γινόταν από άδεια ταμεία και με δανεικά, και κατά συνέπεια κακώς γίνονταν οι παροχές, και ότι με την άσωτη πολιτική του παρελθόντος έχει υπερχρεωθεί η χώρα μας και το σύνολο πια των δημόσιων εσόδων μόλις αρκεί για να πληρώνονται οι τόκοι και τα χρεολύσια των προηγούμενων δανείων. Και ότι συνεπώς δεν υπάρχει πεντάρα για νέες παροχές, αφού κάθε δημόσια δαπάνη καλύπτεται πια μόνο από δάνεια στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.


Η αδυναμία σοβαρού διαλόγου γίνεται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας 15ετίας, και δυστυχώς και η παρούσα (εκσυγχρονιστική), ενώ είναι ειλικρινείς στη δήλωσή τους ότι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των διεκδικούντων γενικότερα αυξήσεις μισθών και συντάξεων, χαρισμούς χρεών, χαμηλότοκα δάνεια, επιδοτήσεις κ.ο.κ., εμφανίζονται ταυτόχρονα γενναιόδωρες προς προκλητικά ευνοούμενες κατηγορίες της κοινωνίας (όπως, λ.χ., οι φοροφυγάδες, οι λαθρέμποροι, οι καταχραστές δημοσίου χρήματος, οι υπεξαιρούντες τον ΦΠΑ, οι μη εξοφλούντες τα χρέη τους, οι συντεχνίες των κρατικών μονοπωλίων, οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, οι ποδοσφαιρικές εταιρείες, που συνήθως ανήκουν σε μεγιστάνες του πλούτου, οι πολυεκατομμυριούχοι αστέρες του μπάσκετ ή οι ιδιοκτήτες γιοτ ή πολυτελών αυτοκινήτων, που εισήχθησαν με διάφορα κόλπα αποφεύγοντας να πληρώσουν τους προβλεπόμενους φόρους). Οπότε οι συνταξιούχοι, οι στρατιωτικοί, οι εκπαιδευτικοί κλπ., οσάκις τους λένε ότι δεν υπάρχουν χρήματα, αποστομώνουν τους κυβερνώντες με το εύλογο: τότε πού βρήκατε τα λεφτά να τα χαρίσετε σε αυτούς που και άφθονα ήδη έχουν και απατεώνες και παρανομούντες είναι;


Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να χάνεις την αξιοπιστία σου και να μη σε πιστεύει κανένας. Και δίκιο βουνό να έχεις δεν μπορείς πια να πείσεις. Και δυστυχώς φθάσαμε σε αυτή την αναξιοπιστία των πολιτικών μας και της πολιτικής πρακτικής που αποσάθρωσε την κοινωνική αρμονία, υποδαυλίζει τους χωρίς όρια εγωισμούς και τις ηροστράτειες συμπεριφορές και καθιστά προβληματική την πορεία της χώρας μας προς ένα καλύτερο αύριο. ΕΝΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ και για την αντιγραφή