• Αναζήτηση
  • «Εχασα τον κόσμο»

    «Εχασα τον κόσμο» Π. ΒΟΓΛΗΣ Μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις για τα βασανιστήρια στις φυλακές Αμπου Γκράιμπ, τα περισσότερα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά εστίασαν στη βαρβαρότητα των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής στο Ιράκ. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν αποδείκνυαν ότι οι «απελευθερωτές» και διαπρύσιοι υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραβίαζαν με τον πιο ωμό τρόπο το Αρθρο


    Μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις για τα βασανιστήρια στις φυλακές Αμπου Γκράιμπ, τα περισσότερα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά εστίασαν στη βαρβαρότητα των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής στο Ιράκ. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν αποδείκνυαν ότι οι «απελευθερωτές» και διαπρύσιοι υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραβίαζαν με τον πιο ωμό τρόπο το Αρθρο 5 της Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που ψηφίστηκε το 1948 και όριζε ότι κανένα άτομο δεν μπορεί να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε βάναυση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Σχεδόν 30 χρόνια μετά τη Διακήρυξη, το 1975, στο Αρθρο 1 του Παραρτήματος του Ψηφίσματος 3452 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ σχετικά με την προστασία των κρατουμένων από τα βασανιστήρια προσδιοριζόταν ως βασανιστήριο οποιαδήποτε πράξη που αποσκοπεί να προκαλέσει στον κρατούμενο ισχυρό πόνο και να τον κάνει να υποφέρει είτε σωματικά είτε ψυχικά. Οι φωτογραφίες από τις φυλακές Αμπου Γκράιμπ φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα των βασανιστηρίων και θέτουν με επιτακτικότητα ένα γενικότερο ερώτημα: Σε τι αποσκοπούν τα βασανιστήρια;


    * H σωματική διάσταση


    Οι βασανιστές θέτουν στο στόχαστρό τους το σώμα και την ψυχή του κρατουμένου. Οι σωματικές και ψυχολογικές διαστάσεις των βασανιστηρίων, αν και διακριτές, είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες η μία με την άλλη. H σωματική διάσταση αφορά την πρόκληση του οδυνηρότερου πόνου με τη μέγιστη δυνατή χρονική διάρκεια, να οδηγηθεί ο κρατούμενος στα όρια της φυσικής του αντοχής, χωρίς όμως να πεθάνει. Το σώμα του κρατουμένου δεν ανήκει πλέον στον ίδιο αλλά στον βασανιστή του, ο οποίος με τη σειρά του «ανατέμνει» το σώμα του βασανιζομένου σε περιοχές που καθεμιά παράγει τον δικό της ιδιαίτερο πόνο. Από τη μία πλευρά τα μέρη του σώματος, όπως το κεφάλι, τα πλευρά, τα δάχτυλα, τα γεννητικά όργανα, τα πέλματα των ποδιών, και από την άλλη οι μέθοδοι βασανισμού, όπως γροθιές και κλωτσιές, κάψιμο, φάλαγγα, ηλεκτροσόκ, ορθοστασία. Το σώμα του κρατουμένου καταπονείται επιπλέον από την έλλειψη ύπνου, τις αισθητηριακές διαταραχές που προκαλεί ο τεχνητός φωτισμός, την κακή διατροφή, τη μη ικανοποίηση των φυσικών αναγκών. Στον χώρο των βασανιστηρίων ο κρατούμενος χάνει τον έλεγχο στο σώμα του το οποίο μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης της εξουσίας του βασανιστή.


    Συχνά λέγεται ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ο βασανισμός δεν επικεντρώνεται τόσο στο σώμα όσο στην ψυχή του κρατουμένου. H άσκηση ψυχολογικής βίας όμως πολλές φορές προϋποθέτει την καταπόνηση του σώματος του κρατουμένου, ούτως ώστε να «σπάσει» ευκολότερα ο κρατούμενος. Οι κρατούμενοι στον χώρο των βασανιστηρίων πρέπει να περιέλθουν σε μια κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Οπως έγραψε στο ημερολόγιό του ένας κρατούμενος των ναζιστικών φυλακών, το «να τρως ξύλο ντυμένος και όρθιος δεν είναι βασανιστήριο. Να σε χτυπάει όμως ένας ντυμένος, ενώ εσύ είσαι γυμνός, αυτό είναι η αρχή του βασανιστηρίου». Σκοπός της ψυχολογικής βίας είναι ο κρατούμενος να νιώσει φόβο, ανασφάλεια και να φτάσει σε απόγνωση μέσα από μια σειρά απειλών και εξευτελισμών. Ο κρατούμενος βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση φόβου και ανασφάλειας, επειδή δεν γνωρίζει αν και πότε θα βασανιστεί, για πόση ώρα, πού και με ποιον τρόπο. Οι εξευτελισμοί και οι ψυχικές δοκιμασίες κλονίζουν την υποκειμενικότητα του κρατουμένου επειδή πλήττουν τις αξίες, πρότυπα και ιδέες πάνω στα οποία έχει οικοδομηθεί η ταυτότητά του. Από αυτή την άποψη μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ιρακινούς κρατουμένους χειρότερο και από τη φυσική βία ήταν το γεγονός ότι αυτοί που τους διαπόμπευαν γυμνούς και τους μετέτρεπαν σε σεξουαλικά αντικείμενα ήταν γυναίκες δεσμοφύλακες του αμερικανικού στρατού – ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ανδρική τους ταυτότητα και βίαιη επίδειξη της παντοδυναμίας του κατακτητή απέναντι στον ηττημένο.


    * H αντιστροφή του οικείου


    Τα βασανιστήρια συνιστούν τη βίαιη αποδόμηση της υποκειμενικότητας του κρατουμένου. Ενας πολιτικός κρατούμενος τα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου, αναφερόμενος στην εμπειρία του βασανισμού του, έγραψε: «Οταν μ’ έβαλαν στον φάλαγγα για να μαρτυρήσω, με χτυπούσαν με λύσσα στα πέλματα των ποδιών μου ώσπου έχασα το φως μου, έχασα τον κόσμο». H φράση «έχασα τον κόσμο» συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο την εμπειρία του βασανισμού. Κατ’ αρχήν υποδηλώνει την απώλεια ελέγχου του κρατουμένου πάνω στη ζωή, το σώμα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Οι βασανιστές αποφασίζουν για το πόσο θα διαρκέσει η ανάκριση, πότε θα ξεκινήσουν ή θα σταματήσουν τα βασανιστήρια, αν θα φάει ή θα κοιμηθεί ο κρατούμενος, αν θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Από την άλλη πλευρά τα βασανιστήρια αποτελούν τη μεθοδική αντιστροφή εκείνου που ο κρατούμενος θεωρεί δεδομένο, γνωστό ή οικείο. Στον χώρο των βασανιστηρίων η καρέκλα, το τραπέζι, η μπανιέρα δεν αποτελούν απλά αντικείμενα της καθημερινής ζωής, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον βασανισμό των κρατουμένων. Οι γιατροί δεν παρευρίσκονται για να βοηθήσουν τους κρατουμένους αλλά τους βασανιστές, είναι το δεξί τους χέρι, όπως γράφει ο Σολζενίτσιν στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. H νύχτα δεν είναι χρόνος ανάπαυσης αλλά αγωνίας· το πλύσιμο από καθημερινή συνήθεια γίνεται σπάνιο προνόμιο, η επαφή με τα οικεία πρόσωπα σταματά και ο κρατούμενος βρίσκεται σε ένα εχθρικό περιβάλλον όπου η όποια φιλική χειρονομία κινεί υποψίες. Ο κόσμος της καθημερινής ζωής, όπου ο κρατούμενος είχε συνήθειες, ρόλους, σχέσεις, αξίες, συστηματικά και βίαια αντιστρέφεται και αποσυντίθεται.


    Ο Εντουαρντ Πίτερς, ένας από τους πιο σημαντικούς μελετητές των βασανιστηρίων, έχει επισημάνει ότι η βασική διαφορά των βασανιστηρίων στον 20ό αιώνα, σε σχέση με παλαιότερες εποχές, είναι ότι στο επίκεντρό τους δεν βρίσκεται η πληροφορία που ενδεχομένως γνωρίζει ο κρατούμενος αλλά ο ίδιος ο κρατούμενος – ο κρατούμενος δεν βασανίζεται γι’ αυτά που γνωρίζει αλλά γι’ αυτό που είναι. Σε παλαιότερες εποχές η ομολογία του κρατουμένου εθεωρείτο απαραίτητο στοιχείο της ανακριτικής διαδικασίας και τα βασανιστήρια αποτελούσαν το σύνηθες μέσο για να «ομολογήσει» ο κρατούμενος. Στον 20ό αιώνα οι πολιτικοί, εθνικοί, φυλετικοί, θρησκευτικοί αντίπαλοι βασανίζονται γιατί έχουν κατασκευαστεί ως το απόλυτο κακό, η ύψιστη απειλή για μια κοινωνία: προδότες, πράκτορες, κομμουνιστές, αντιδραστικοί, φανατικοί, τρομοκράτες. Ο κρατούμενος είναι ο ηττημένος εχθρός και το τρόπαιο της νίκης: μπορεί να τιμωρηθεί, εξευτελιστεί, χλευαστεί, κακοποιηθεί. Προχωρώντας παραπέρα, απώτερος στόχος των βασανιστών είναι είτε η μεταστροφή του κρατουμένου είτε η πλήρης εξουδετέρωσή του ως μέρους της ευρύτερης οργάνωσης, κόμματος ή κοινότητας στην οποία πριν ανήκε ούτως ώστε αυτή σταδιακά να διαλυθεί. Ο αντίπαλος (ως άτομο και ως συλλογικότητα) πρέπει να καμφθεί, να αποδυναμωθεί, να πάψει να υπάρχει ως τέτοιος. Κάτι που πάρα πολύ δύσκολα μπορεί να συμβεί στην περίπτωση της αμερικανικής κατοχής στο Ιράκ.


    Ο κ. Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

    Γνώμες