Λέγεται ευρέως ότι ο Χάιντεγκερ είναι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του 20ού αιώνα, όπως λέγεται επίσης ευρέως ότι ήταν ναζιστής, χωρίς να συνειδητοποιεί κανείς τι σκάνδαλο αποτελούν οι δύο αυτές δηλώσεις αν τις δούμε μαζί – σκάνδαλο φιλοσοφικό και σκάνδαλο για τη φιλοσοφία. Είναι αλήθεια ότι οι χαϊντεγκερικοί αρνήθηκαν ότι ήταν ναζιστής. Αν προσχώρησε στο κόμμα, λένε, αυτό έγινε γιατί ήταν «δημόσιος υπάλληλος, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς». Αν αποδέχθηκε τη θέση του πρύτανη του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ το 1933, το έκανε «για να προφυλάξει την ανεξαρτησία του πανεπιστημίου από κάθε πολιτική επιρροή». Παραιτήθηκε άλλωστε δέκα μήνες αργότερα. Στην πραγματικότητα, τα λόγια του όσο ήταν πρύτανης μαρτυρούν το βάθος των ναζιστικών αισθημάτων του. Μιλάει για τις δυνάμεις της γης και του αίματος του γερμανικού λαού. Επικρίνει τις πανεπιστημιακές ελευθερίες. Ζητάει από τον Χίτλερ να μη δεχθεί τον σύλλογο των πανεπιστημιακών καθηγητών που ήθελαν να του ζητήσουν κάποια αυτονομία «ως τη στιγμή που θα έχει επιβληθεί η δέουσα πειθαρχία». Δηλώνει ότι «ο Φύρερ και μόνο αυτός είναι η παρούσα και μελλοντική γερμανική πραγματικότητα και ο νόμος της», ότι «όλες οι ιδέες και σκέψεις που ίσχυαν ως τώρα πρέπει να γίνουν άλλες», ότι «από την εργασία για το κράτος δεν μπορεί να προέλθει κανένας κίνδυνος, ο κίνδυνος προέρχεται μόνο από την αδιαφορία και την αντίσταση».


Ο Χάιντεγκερ έκανε προπαγάνδα υπέρ του Χίτλερ για το δημοψήφισμα του 1933 και η παραίτησή του, από τη θέση του πρύτανη του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ, δεν είχε αιτία την απομάκρυνσή του από τον ναζισμό – πώς αισθήματα τόσο βαθιά θα μπορούσαν να εξαφανιστούν τόσο γρήγορα; – αλλά δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τους καθηγητές και την επαρχιακή διοίκηση. Το 1935 μιλάει σε ένα μάθημα για «την αλήθεια και το μεγαλείο» του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος, το 1936 δηλώνει χωρίς επιφυλάξεις στον Λέβιτ την πίστη του προς τον Χίτλερ. Το 1944 ο Ευγένιος Φίσερ, μεγάλη επιστημονική αυθεντία των ναζιστών στον φυλετικό τομέα, έγραφε στον γκαουλάιτερ του Σάλτσμπουργκ ότι ο Χάιντεγκερ ήταν ένας «στοχαστής εξαιρετικός και αναντικατάστατος για το κόμμα», προσθέτοντας: «Δεν έχουμε και τόσους μεγάλους εθνικοσοσιαλιστές φιλοσόφους».


Οπωσδήποτε ο αντισημιτισμός του είναι μετριοπαθής. Οι εβραίοι μαθητές του, όπως η Χάνα Αρεντ, ο Καρλ Λέβιτ και ο Εμανουέλ Λεβινάς, δεν τον αισθάνθηκαν. Το 1929 όμως μιλούσε για «εξεβραϊσμό» του γερμανικού πολιτισμού, δηλώνοντας ότι θα αγωνιστεί εναντίον του. Δεν μπορεί να μη γνώριζε για το Ολοκαύτωμα, έστω από τον Ευγένιο Φίσερ, με τον οποίο ήταν φίλος, ή επειδή ο Δρ Μένγκελε, ο γιατρός του Αουσβιτς, ήταν βοηθός του Βαν Βέρνσερ, του μαθητή του, ο οποίος τον κρατούσε ενήμερο για τις εργασίες τους. Στην καλύτερη περίπτωση δεχόταν το Ολοκαύτωμα, επειδή αποτελούσε προϋπόθεση για ένα καθεστώς το οποίο, κατά τα άλλα, ήταν όπως το ήθελε. Εν πάση περιπτώσει, δεν εξέφρασε ποτέ καμία λύπη ή καταδίκη γι’ αυτό.


* Μια αβάσιμη διάκριση


Πρέπει λοιπόν να κάνουμε διάκριση, όπως προτείνουν οι χαϊντεγκερικοί, ανάμεσα στον άνθρωπο και στον φιλόσοφο; Αν όμως αναφερθούμε στα «φιλοσοφικά» του έργα, στο «Είναι και χρόνος», ο Χάιντεγκερ εξομοιώνει το είναι ενός λαού με το είναι ενός ατόμου. Εφόσον τα διάφορα συστατικά ενός ατόμου (όργανα, μόρια) δεν έχουν καμία αυτονομία, με κίνδυνο την παθολογική αποδιοργάνωση και τον θάνατο, πρέπει να συμπεράνουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα συστατικά ενός λαού, δηλαδή τους πολίτες, κάτι το οποίο αποτελεί τη φιλοσοφική δικαιολογία για την καταδίκη της δημοκρατίας. Αντίστοιχα στο «Ξεπερνώντας τη μεταφυσική» εξηγεί την αρχή του Φύρερ που αποτελεί μια «απαραίτητη συνέπεια», επειδή αλλιώς θα περνούσαμε «σε έναν κόσμο πλάνης, εκεί όπου απλώνεται το κενό που απαιτεί μια τάξη και μια θέση του όντος σε ασφάλεια».


Οσο για τα άτομα, κάθε άτομο «αισθάνεται τον εαυτό του μέσα στο γεγονός ότι ανήκει στη (γενέθλια) γη (του), γιατί του επιτρέπει να νιώθει τελικά με την εμπειρία ότι το ατομικό εγώ είναι σκέτη ματαιότητα» και «η πατρίδα είναι το ίδιο το Είναι». Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν άτομα, αλλά Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι – ή Γερμανοί – που είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο ουσιωδώς διαφορετικοί μεταξύ τους. Γι’ αυτό, για τον Χάιντεγκερ, μόνο οι Ελληνες και οι Γερμανοί μπορούν να φιλοσοφούν. Υπό αυτές τις συνθήκες το έθνος δεν μπορεί να είναι, για τα άτομα, παρά η υπέρτατη αξία και η γη τους δεν μπορεί να είναι γι’ αυτά παρά «ιερή».


Κάποιοι θα πουν ότι υπήρξαν πολλά αυταρχικά ή εθνικιστικά καθεστώτα τα οποία – ό,τι και αν σκεφτόμαστε γι’ αυτά – δεν έφθασαν τη φρίκη του ναζισμού. Τα συγκρατούσε όμως μια θρησκεία και/ή μια οικουμενική ηθική. Δεν υπάρχει, στον Χάιντεγκερ, οικουμενικός θεός ούτε οικουμενική ηθική, και οι χαϊντεγκερικοί, αρνούμενοι την ύπαρξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι από αυτή την άποψη πιστοί στον δάσκαλό τους. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο σκάνδαλο από το οποίο ξεκινήσαμε: η μεγαλύτερη φιλοσοφία του 20ού αιώνα είναι μια ναζιστική φιλοσοφία.


* Ο βασιλιάς είναι γυμνός


Στην πραγματικότητα, και το λέω αυτό ζυγίζοντας τα λόγια μου, ο χαϊντεγκερισμός όχι μόνο δεν είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, αλλά δεν είναι καν φιλοσοφία. Οπως ξέρουμε, το κύριο έργο της σκέψης για τον Χάιντεγκερ είναι η σκέψη του Είναι. Γι’ αυτό το Είναι όμως το μόνο που μπορεί να πει είναι η περίφημη φράση του Παρμενίδη: «Το Είναι είναι». Δεν συνειδητοποιεί ότι η φράση αυτή είναι, από τη δική του οπτική, αντιφατική: αν το Είναι είναι εδώ υποκείμενο του είναι, αυτό σημαίνει ότι είναι το ουσιαστικό, δηλαδή όχι το Είναι, αλλά ένας ων.


Καταλαβαίνει τουλάχιστον ότι η φράση αυτή είναι «μυστηριώδης», ότι ο φιλόσοφος δεν μπορεί να πει τίποτε πέρα από αυτό, ότι μόνο ο ποιητής μπορεί να μιλήσει νόμιμα για το Είναι και ότι ο δικός του ρόλος δεν μπορεί να είναι άλλος παρά να το σχολιάσει. Ο σχολιασμός όμως, έστω και «φιλοσοφικός», ενός ποιήματος, χωρίς να επιδιώκεται η απόδειξη του αν είναι αληθές ή ψευδές, δεν είναι φιλοσοφία, όπως δεν είναι φιλοσοφία ο αντίστοιχος «φιλοσοφικός» σχολιασμός ενός εξ αποκαλύψεως θρησκευτικού κειμένου.


H αποκάλυψη μας τοποθετεί σε μια θρησκευτική οπτική γωνία. H θρησκευτική οπτική γωνία του χαϊντεγκερισμού επιβεβαιώνεται από την αναζήτηση από μέρους του της σωτηρίας. Υπάρχει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τύπο. Οταν υπάρχει αποκάλυψη, ο τόνος είναι πάντα δογματικός, οι θέσεις εκφράζονται χωρίς απόδειξη. Ο Χάιντεγκερ δεν απευθύνεται στους άλλους φιλοσόφους σαν σε ίσους, αλλά όπως ένας δάσκαλος στους μαθητές του, αντίθετα με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, αντίθετα με όλους εκείνους που σημάδεψαν την ιστορία της φιλοσοφίας, αντίθετα με το πώς απευθύνεται ένας μαθηματικός στους άλλους μαθηματικούς ή ένας φυσικός στους άλλους φυσικούς. Ενεργεί σαν γκουρού, σοβαρότερος προφανώς από τους αυτοαποκαλούμενους γκουρού που ανθούν στη Δύση, αλλά ανάλογος με αυτούς που υπάρχουν σε όλα τα πνευματικά επίπεδα στην Απω Ανατολή.


Οπωσδήποτε υπάρχουν στον χαϊντεγκερισμό φράσεις που δίνουν αφορμή για σκέψη. Δεν είναι όμως απαραίτητο να είσαι φιλόσοφος για να δώσεις αφορμή για σκέψεις: η θρησκεία, η ποίηση, η γλώσσα, οι ηθικοί κανόνες μιας κοινωνίας το κάνουν χωρίς να είναι φιλοσοφίες. Δεν αρκεί να δίνεις αφορμή για σκέψη για να είσαι μια φιλοσοφία: η φιλοσοφία αρχίζει πέρα από αυτό, στο να σκέφτεται κανείς φιλοσοφικά αυτό που του δίνεται να σκεφτεί.


Είναι αλήθεια ότι οι χαϊντεγκερικοί δεν έχουν συνείδηση ότι ανήκουν σε μια θρησκεία. Και ο σταλινισμός όμως ήταν θρησκεία, γεγονός το οποίο εξηγεί την τεράστια επιτυχία του, χωρίς οι σταλινικοί να έχουν την αίσθηση ότι έχουν θρησκευτική συμπεριφορά. Τελικά ο 20ός αιώνας υπήρξε ο αιώνας των άθεων θρησκειών που αρνούνται να αποδεχθούν τον εαυτό τους ως θρησκεία. Τέτοιος υπήρξε κυρίως και ο χαϊντεγκερισμός. Πρέπει να αποκτήσουμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε επιτέλους ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.


Ο κ. Francis Kaplan είναι φιλόσοφος.