Οταν το 1947 ανέβηκε στο Παρίσι το έργο του Γάλλου Ζαν Ζενέ «Οι Δούλες», σε σκηνοθεσία Λουί Ζουβέ, τα καθίσματα της πλατείας ήταν άδεια. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε τρία χρόνια αργότερα, στην ίδια πόλη, όταν ο Ρουμάνος Ευγένιος Ιονέσκο πρωτοπαρουσίασε τη «Φαλακρή τραγουδίστρια», σε σκηνοθεσία Νικολά Μπατάιγ. Αλλά και το 1953, παγκόσμια πρώτη του θεατρικού έργου του Ιρλανδού Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό», πάλι στη γαλλική πρωτεύουσα, σε σκηνοθεσία Ροζέ Μπλεν, τα πράγματα δεν είχαν βελτιωθεί. Πενήντα χρόνια αργότερα, κανείς από τους τρεις συγγραφείς δεν βρίσκεται εν ζωή· το έργο τους όμως εξακολουθεί να παρουσιάζεται στις σκηνές όλου του κόσμου. Τόσο ο Μπέκετ όσο ο Ιονέσκο και ο Ζενέ πέρασαν από το ανάθεμα στη δικαίωση, από την κατακραυγή στην αποδοχή, από την άρνηση στην κατάφαση. Και κέρδισαν την αιωνιότητα.


Κλασικοί, λιγότερο ή περισσότερο, οι τρεις πρωτοπόροι πρόλαβαν την αναγνώριση πριν από την υστεροφημία. Τα αρχικά πειραματικά ανεβάσματα των έργων τους, σε μικρούς, υπόγειους, υγρούς και ανήλιους χώρους, ακολούθησαν οι μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής. Η Ελλάδα χρωστά πολλά στον Κάρολο Κουν, που πρώτος γνώρισε τους «Παράλογους» στο αθηναϊκό κοινό. Ακολούθησαν ο Μίνως Βολανάκης, ο Αλέξης Μινωτής, οι οποίοι συνέβαλαν στην εξοικείωση των θεατών με ένα θέατρο δύσκολο και προκλητικό, ενίοτε ακατανόητο και ανατρεπτικό, γοητευτικό όμως και πρωτοποριακό.


Η σύμπτωση έφερε φέτος τρεις θιάσους να προτείνουν, μέσα στον Φεβρουάριο, στο κοινό της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, έργα των Ιονέσκο, Ζενέ και Μπέκετ. Σύμπτωση; Πιθανώς. Μια σύμπτωση όμως που υπαγορεύεται, έστω και ερήμην των δημιουργών της, από την επικαιρότητα του θεάτρου του Παραλόγου και από μια ανάγκη να «ξανακοιταχτούν» συγγραφείς αλλά και έργα ηλικίας μισού αιώνα.


Το Εθνικό Θέατρο ανεβάζει την Παρασκευή (Κεντρική Σκηνή) το έργο του Ιονέσκο «Ρινόκερος» (1959) σε μετάφραση Δημήτρη Ροδήμου, σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη, με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο (Μπερανζέ) και τον Γιώργο Μοσχίδη (Ζαν). Η Ρούλα Πατεράκη, προσκεκλημένη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης, σκηνοθετεί το άπαιχτο στη χώρα μας «Spendid’s» (1948) του Ζενέ. Σε μετάφραση της Μίνας Γαρέφη, το έργο θα κάνει πρεμιέρα στις 20 Φεβρουαρίου, στη Θεσσαλονίκη (θέατρο «Αυλαία») ενώ στη συνέχεια θα παρουσιασθεί στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Η Αντιγόνη Βαλάκου είναι από τις 31 Ιανουαρίου η Γουίνι, στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ στο θέατρο «Ριάλτο». Τη μετάφραση της παράστασης υπογράφει ο Λευτέρης Γιοβανίδης και τη σκηνοθεσία ο Κοραής Δαμάτης, ο οποίος ερμηνεύει τον ρόλο του Γουίλι (το έργο θα παίζεται μόνο για είκοσι παραστάσεις).


Κάνοντας την περίληψη του έργου του, ο Μπέκετ είχε πει για τις «Ευτυχισμένες μέρες»: «Μια γυναίκα κινείται ανάμεσα στα πράγματά της και ένας τύπος βρίσκεται πίσω». Η Γουίνι (win=κερδίζω), μόνη της ουσιαστικά μέσα στον «λόφο», βλέπει τον εαυτό της να βυθίζεται κατά τη διάρκεια του έργου και του δικού της μονολόγου, που διακόπτεται ­ ελάχιστα ­ από τον «τύπο που βρίσκεται πίσω», τον άνδρα της, τον σχεδόν βουβό Γουίλι. Το 1963 η Μαντλέν Ρενό ήταν η πρώτη που ερμήνευσε τον ρόλο στη Γαλλία. Το έργο είχε ήδη ανέβει το 1961 στη Νέα Υόρκη, στην αγγλική γλώσσα, στην οποία και το είχε γράψει ο Μπέκετ.


Για να γράψει τον «Ρινόκερο», ο Ιονέσκο βασίστηκε σε μια προσωπική, τραυματική εμπειρία: ήταν το 1937-’38, στο Βουκουρέστι, όταν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι πολλοί από τους φίλους τους ασπάστηκαν τον φασισμό, σαν να μολύνθηκαν από κάποιο μικρόβιο. «Η πρόθεση αυτού του έργου», έγραφε ο ίδιος, «είναι να περιγράψει τη διαδικασία ναζιστοποίησης μιας χώρας». Στο θέατρο, το μικρόβιο πήρε τη μορφή της «ρινοκερίτιδος» και ο ήρωάς του, ο Μπερανζέ, είναι ο μόνος που θα μείνει αμόλυντος. Η τεράστια επιτυχία που γνώρισε ο «Ρινόκερος» παγκοσμίως (Αμερική, Γερμανία, Αγγλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Γιουγκοσλαβία, σκανδιναβικές χώρες) έκανε τον Ιονέσκο να αναρωτιέται: «Μα, ο κόσμος καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται; Από τη μια ενδίδουν στη “μαζικοποίηση” και από την άλλη παραμένουν μεμονωμένα άτομα;».


Καταχωνιασμένο από τον ίδιο του τον συγγραφέα, το «Splenid’s», ανακαλύφθηκε και παρουσιάστηκε το 1994 από τον Κλάους Μίκαελ Γκρύμπερ, στη βερολινέζικη Σάουμπίνε. Γραμμένο μετά την «Υψηλή εποπτεία» και τις «Δούλες», το έργο αυτό του Ζενέ συμπίπτει με την εποχή που ο ίδιος είχε μόλις απαλλαγεί από μια σωρεία ποινών και ένιωθε σαν να έχει προδώσει τον χώρο όπου φυσικά και ηθικά ανήκε: τη φυλακή και τους παρανόμους. Ωστόσο δεν το κατέστρεψε (παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυριζόταν), αφού αντίγραφά του είχαν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (ο οποίος το χαρακτήρισε αριστούργημα), o γάλλος εκδότης του (Μαρκ Μπαρμπεζά) και ένας αμερικανός εκδότης. Και ίσως είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι πότε δεν καταστάλαξε για τον τίτλο του έργου. Εκτός από «Splendid’s» το είχε βαφτίσει «Φρόλικ» και «Ηταν διάσημοι για το τουπέ τους».