Ο κ. Π. Ι. Μαρινόπουλους μιλώντας προς «Το Βήμα» για το κρίσιμο θέμα των σχέσεών του με τους προμηθευτές, που έχει αποτελέσει αντικείμενο ποικίλων συζητήσεων στην αγορά, είναι σαφής: «Η βιομηχανία πρέπει να χρηματοδοτήσει το λιανεμπόριο»· και εξηγεί ότι «η βιομηχανία έχει, πρώτον, τη δυνατότητα να απολαμβάνει τις κρατικές επιδοτήσεις και, δεύτερον, να αυξάνει τις τιμές των προϊόντων της. Καμία από τις δύο δυνατότητες δεν έχει το λιανεμπόριο· και εκτός των επιδοτήσεων βρίσκεται και τις τιμές του δεν μπορεί να αυξήσει, λόγω του έντονου ανταγωνισμού που επικρατεί στον κλάδο». Προσθέτει μάλιστα ότι «η Ελλάδα παραμένει χώρα των προμηθευτών, η βιομηχανία αρνείται να κατανοήσει ότι υπάρχει και άλλος παίκτης στην αγορά». Και συμπληρώνει λέγοντας: «Εμείς εφέτος στο σύνολο των προϊόντων πουλάμε φθηνότερα κατά 2%».
Πρόκειται για τον μεγαλύτερο λιανεμπορικό όμιλο της ελληνικής αγοράς, στον οποίο οι περισσότερες προμηθευτικές επιχειρήσεις, όταν έρχεται η στιγμή για να συζητήσουν μαζί του τις ετήσιες συμφωνίες, σίγουρα έχουν… «έλλειμμα» ψυχραιμίας. Ο όμιλος Μαρινόπουλου από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν τα δύο αδέλφια Γιάννης και Δημήτρης αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν στον τομέα του λιανεμπορίου, έδειξε ότι διαθέτει μια εντελώς διαφορετική νοοτροπία. Συνεταιρίστηκε ανταλλάσσοντας πακέτα μετοχών με ένα μεγάλο τότε γαλλικό όμιλο, την Prisunic. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Prisunic οδηγήθηκε σε παρακμή, ο εταίρος άλλαξε και τη θέση του κατέλαβε ο επίσης γαλλικός όμιλος Promodes. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η οικογένεια Μαρινόπουλου απευθύνθηκε «σε αυτούς που γνωρίζουν τη δουλειά καλύτερα από τους ίδιους». Η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών εξάλλου, αμοιβαίως επωφελών, αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της.
Από το 1991, όταν εμφανίστηκε η Promodes στην Ελλάδα, ο όμιλος Μαρινόπουλου γνώριζε ότι τις συνέπειες ενός έντονου ανταγωνισμού πρωτίστως θα τις δεχόταν ο ίδιος, αφού κατείχε ηγετική θέση στον κλάδο των σουπερμάρκετ. Και η «απάντησή» του ήταν πράγματι σκληρή, δηλαδή η… αναμενόμενη.
Οι εταιρείες Καρούλιας ΑΕ και Μύλοι Αγίου Γεωργίου ΑΕ ακόμη θυμούνται τα Χριστούγεννα του 1991, όταν οι τιμές των προϊόντων τους είχαν καταρρεύσει. Το ίδιο «έργο» επαναλήφθηκε και στην αγορά της Θεσσαλονίκης 15 μήνες αργότερα αλλά με πιο σκληρές «σκηνές». Και μετά ήλθε ο «έρωτας»! Αίφνης οι δύο «μονομάχοι» έγιναν μέτοχοι ο ένας στον άλλον. Και μετά ήλθαν τα Dia και ο κοινός προμηθευτικός οργανισμός, που «τρομοκράτησε» την αγορά, η ΚΕΑΠ.
Από το 1993 ως το 1998 η αναδιοργάνωση μια μάλλον συνεχής διαδικασία και η προσαρμογή του ομίλου στις νέες συνθήκες δεν τον άφησαν να «ησυχάσει». Τώρα πλέον ολοκληρώνεται και οι συνέπειές του αποτυπώνονται στη λειτουργία των καταστημάτων του.
Οι επιχειρήσεις της οικογένειας Μαρινόπουλου η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας αρχίζει από το 1890 έχουν περάσει πια στα χέρια της τρίτης γενιάς. Το «συμβούλιο των εξαδέλφων» είναι εκείνο που καθορίζει τις επιχειρηματικές τύχες της οικογένειας και, όπως εξηγεί ο κ. Π. Ι. Μαρινόπουλος, «δεν υπάρχει αρχηγός, όλες οι αποφάσεις είναι συλλογικές».
Απλώς υπάρχει ένας «εσωτερικός καταμερισμός εργασίας» μεταξύ των τεσσάρων εξαδέλφων των κκ. Π. Ι. Μαρινόπουλου, Στ. Ι. Μαρινόπουλου, Π. Δ. Μαρινόπουλου και Λ. Δ. Μαρινόπουλου για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της οικογένειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Βαλκάνια αποτελούν πρόκληση για τον όμιλο και σύντομα θα κάνει την εμφάνισή του σε κάποια από τις γειτονικές χώρες.
Το μέγεθος του ομίλου οι πωλήσεις του στη διάρκεια του 1998 ανήλθαν σε 320 δισ. δρχ. και οι απαιτήσεις που ως εκ τούτου έχει από τις προμηθευτικές επιχειρήσεις έχουν προκαλέσει πολλές αντιδράσεις.
Είναι γεγονός ότι το περασμένο φθινόπωρο προκάλεσε έκπληξη σε κάποιους οδυνηρή, σε κάποιους ευχάριστη το αιφνιδιαστικό «σπάσιμο» των τιμών σε περίπου 500 προϊόντα. Ο κ. Μαρινόπουλος λέει ότι αυτό συνέβη «σε βάρος των αποτελεσμάτων του ομίλου, η κίνηση αυτή μας στοίχισε 1 δισ. δρχ. και έκτοτε τις τιμές αυτών των προϊόντων δεν τις αυξήσαμε».
Ισως αυτό να δείχνει και τις στρατηγικές επιλογές του, αν και ο ίδιος αρνείται ότι αντιμετωπίζει τις άλλες επιχειρήσεις του κλάδου από τη θέση του «επικυρίαρχου». «Εμείς θέλουμε σοβαρό και σωστό ανταγωνισμό» επισημαίνει και προσθέτει: «Δεν χτυπάμε κάτω από τη ζώνη, τους αντιμετωπίζουμε όλους ως ίσους. Αλλοι κερδίζουν και άλλοι όχι».
Ενα από τα κρίσιμα μεγέθη των σχέσεων λιανεμπορίου και βιομηχανίας αποτελεί ο χρόνος πληρωμής των προμηθευτών. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο κ. Μαρινόπουλος λέει ότι «ο μέσος χρόνος πληρωμής δεν ξεπερνά τις 100 ημέρες, αν και αυτό διαφοροποιείται από επιχείρηση σε επιχείρηση και πολλές φορές έχει σχέση με την εποχικότητα των προϊόντων». Εξάλλου, τονίζει, «και οι προμηθευτές έχουν έναν παρόμοιο τρόπο πληρωμής των προμηθευτών τους».
Αν για τις μικρές βιομηχανίες ο προαναφερόμενος χρόνος είναι μεγάλος, ο εκπρόσωπος του ομίλου υποστηρίζει ότι «αν τα προϊόντα τους δεν τα βάλουμε στο ράφι δεν έχουν άλλο τρόπο να διακινηθούν πανελλαδικά»· έτσι, συμπληρώνει, «το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δύο το πρόσωπο».
Στη διάρκεια του 1998 οι πωλήσεις του ομίλου ήταν 320 δισ. δρχ. Ο κ. Μαρινόπουλος υποστηρίζει ότι ο όμιλος είναι από τους μεγαλύτερους επενδυτές στη χώρα μας και προς επίρρωσιν αυτού αναφέρει ότι οι επενδύσεις το 1998 ανήλθαν σε 27,6 δισ. δρχ. και οι αποσβέσεις των επενδύσεων ανήλθαν σε 8,6 δισ. δρχ. Απασχολεί 7.200 εργαζομένους.
Βεβαίως την πρωτοκαθεδρία στον όμιλο την έχει η Νίκη ΑΕ, οι πωλήσεις της οποίας, με 110 καταστήματα στη δύναμή της, ανήλθαν σε 200 δισ. δρχ. και τα κέρδη της κινήθηκαν στα περυσινά επίπεδα, δηλαδή μικρότερα των 500 εκατ. δρχ. Οι επενδύσεις της πέρυσι ανήλθαν σε 12,4 δισ. δρχ. και οι αποσβέσεις της στα 4,5 δισ. δρχ.
Τα έξι καταστήματα Continent, τα οποία ανήκουν στις εταιρείες Continent Hellas ΑΕ και Υπέρ Μαρινόπουλος ΑΒΕΤΕ, είχαν πωλήσεις 96 δισ. δρχ. και οι επενδύσεις τους ανήλθαν σε 12,8 δισ. δρχ. ενώ οι αποσβέσεις τους σε 3,2 δισ. δρχ. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο εταιρείες είχαν αξιόλογη μείωση των ζημιών τους, ενώ ήδη δημιουργούνται δύο υπερκαταστήματα ακόμη στην περιοχή της Αττικής, τα οποία θα λειτουργήσουν ως τον Ιούνιο.
Η Dia Hellas ΑΕ, η πρώτη εταιρεία discount στην ελληνική αγορά, ως τον Δεκέμβριο του 1998 είχε 102 καταστήματα στη δύναμή της και οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 26,5 δισ. δρχ. ενώ προγραμματίζει τη δημιουργία άλλων 57 καταστημάτων στη διάρκεια του 1999. Οι επενδύσεις της ανήλθαν σε 2,45 δισ. δρχ.
Ο όμιλος Μαρινόπουλου είναι γεγονός ότι δίνει τον «βηματισμό» στον εξαιρετικά ανταγωνιστικό κλάδο των σουπερμάρκετ, προσβλέποντας σε μία ακόμη πιο ισχυρή θέση στο νέο τοπίο που δημιουργείται. Και η έξοδος του ελληνικού ομίλου στα Βαλκάνια είναι το επόμενο βήμα…



