Τα νέα αυτής της εβδομάδας για τα δημόσια οικονομικά δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστα. Η ως σήμερα εξέλιξη των δημοσίων εσόδων και δαπανών καθώς επίσης και οι προβλέψεις για την τελική διαμόρφωση των μεγεθών αυτών είναι απογοητευτικές. Κατά μία εκτίμηση, τα δημόσια έσοδα στη διάρκεια του τρέχοντος έτους θα είναι χαμηλότερα των προϋπολογισθέντων κατά 420 δισ. δρχ. και ταυτόχρονα οι δημόσιες δαπάνες θα υπερβούν τις προϋπολογισθείσες κατά 260 δισ. δρχ. Ετσι το έλλειμμα θα ανέλθει σε 680 δισ. δρχ. Κατά μία άλλη, πιο συντηρητική, εκτίμηση, το έλλειμμα θα είναι μεταξύ 250 και 300 δισ. δρχ. Ανεξαρτήτως της αξιοπιστίας της μιας ή της άλλης πρόβλεψης, φαίνεται ότι το έλλειμμα του 1997 θα είναι σημαντικό.
Η εξέλιξη αυτή είναι ενδεχομένως και η αιτία της ανησυχίας που δείχνουν οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες καθώς και των τροπολογιών που έχουν κατατεθεί στη Βουλή με σκοπό την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Εξάλλου, ίσως δεν είναι άσχετη η πρόσφατη παραίτηση ή απομάκρυνση του ειδικού γραμματέα του υπουργείου Οικονομικών για θέματα προϋπολογισμού και δημοσίου χρέους.
Η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού είναι φυσικά δυσάρεστη και, αν συνεχισθεί, θα έχει δυσμενείς συνέπειες και στον δημόσιο δανεισμό και στα επιτόκια και στον πληθωρισμό στον βαθμό που ένα μέρος του ελλείμματος καλυφθεί από δανεισμό από την Τράπεζα της Ελλάδος, δηλαδή με αύξηση της ποσότητας του χρήματος. Ταυτόχρονα όμως φέρνει στην επιφάνεια δύο (μεταξύ άλλων) πλευρές της ελληνικής οικονομίας οι οποίες πολλοί αναλυτές και σχολιαστές θεωρούν ότι έχουν πρωταρχική σημασία για τη βελτίωση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και για την οικονομική της ανάπτυξη. Αναφέρομαι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στη δημόσια διοίκηση.
Είναι πολύ συχνά τα αρνητικά σχόλια, κυρίως από τον χώρο της Δεξιάς, για το μεγάλο μέγεθος και τη μη αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και για τα ελλείμματα πολλών ΔΕΚΟ. Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος per se, αλλά η μη αποτελεσματικότητα (στον βαθμό που δεν συνδέεται με το μέγεθος). Αν η κυβέρνηση δεν αποφασίσει να παρέμβει αποφασιστικά στη λειτουργία των ΔΕΚΟ, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει κατά μέτωπο σύγκρουση με τις διάφορες συντεχνίες, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας θα είναι μόνιμη πηγή προβλημάτων για τα δημόσια οικονομικά.
Η δημόσια διοίκηση ως μέρος του ευρύτερου δημόσιου τομέα παρουσιάζει τα ανάλογα προβλήματα, δηλαδή διόγκωση εκεί που δεν πρέπει, μικρό μέγεθος εκεί που δεν πρέπει και μη αποτελεσματικότητα σχεδόν παντού. Η συνέπεια για τα δημόσια οικονομικά είναι η ίδια, δηλαδή οδηγεί σε ελλείμματα διαρκώς. Διότι ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η καθυστέρηση των δημοσίων εσόδων είναι άσχετη με τον διοικητικό – εισπρακτικό μηχανισμό του υπουργείου Οικονομικών;
Φυσικά, δεν υπαινίσσομαι ότι τα τρέχοντα προβλήματα στην πραγματοποίηση του προϋπολογισμού πρέπει να αναμένουν τη λύση τους από τις μακροπρόθεσμες αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη δομή της δημόσιας διοίκησης και στις ΔΕΚΟ. Αντίθετα, τα τρέχοντα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπισθούν τώρα. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι η πιεστικότητα των τρεχόντων προβλημάτων δεν πρέπει να περιορίζει την ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε τα βαθύτερα προβλήματα και να διαμορφώνουμε πολιτική για την αντιμετώπισή τους.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



