ΤΟ ΜΕΡΙΣΜΑ, όπως ονομάζεται το ποσόν των κερδών ενός αμοιβαίου που διανέμεται στους μεριδιούχους του, δεν είναι μια πρόσθετη απόδοση. Αντίθετα περιλαμβάνεται στη συνολική απόδοση που έχει κάθε αμοιβαίο μέσα σε έναν χρόνο, δηλαδή από 1ης Ιανουαρίου κάθε έτους ώς την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Είναι το μέρος εκείνο της απόδοσης που μοιράζεται στους μεριδιούχους χωρίς αυτοί να ρευστοποιήσουν μερίδιά τους.


Και αυτό γίνεται επειδή έτσι ορίζει ο νόμος που διέπει τη λειτουργία των αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο νόμος λοιπόν λέει ότι στο τέλος κάθε χρόνου ένα μέρος των κερδών που πραγματοποιεί κάθε αμοιβαίο διανέμεται στους δικαιούχους. Ειδικότερα κάθε αμοιβαίο υποχρεούται να διανείμει στους μεριδιούχους του τα έσοδα από τόκους καταθέσεων, ομολόγων, εντόκων γραμματίων, καθώς επίσης και τα μερίσματα που εισέπραξε στη διάρκεια του χρόνου από τις μετοχές που συμπεριλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιό του.


Εξάλλου ένα αμοιβαίο μπορεί, κατά την κρίση του, να διανείμει στους μεριδιούχους του μέρος ή και το σύνολο των κεφαλαιακών κερδών του, δηλαδή των κερδών που προέρχονται από τις αγοραπωλησίες χρεογράφων, όπως μετοχές κλπ. Αν, π.χ., ένα αμοιβαίο είχε αγοράσει μία μετοχή έναντι 1.000 δρχ. και κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο την πούλησε 1.200 δρχ., η διαφορά, δηλαδή οι 200 δρχ., αποτελεί κεφαλαιακό κέρδος.


Εφόσον το μέρισμα που διανέμεται είναι στην ουσία μέρος της απόδοσης, αυτό που συμβαίνει στο τέλος κάθε χρόνου, όταν κόβεται το μέρισμα, είναι ότι η καθαρή τιμή του μεριδίου μειώνεται κατά το ποσόν του μερίσματος. Δηλαδή, αν η καθαρή τιμή μεριδίου ενός αμοιβαίου στις 31 Δεκεμβρίου είναι π.χ. 1.150 δρχ. και το μέρισμα ανέρχεται σε 50 δρχ., τότε την 1η Ιανουαρίου με την αποκοπή του μερίσματος η τιμή του μεριδίου διαμορφώνεται στις 1.100 δρχ.


Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μεριδιούχος χάνει χρήματα. «Είναι συχνό το φαινόμενο», αναφέρει ο κ. Μ. Φραγκουλόπουλος, διευθυντής μάρκετινγκ της εταιρείας Intertrust που διαχειρίζεται τα αμοιβαία κεφάλαια Interamerican, «πολλοί μεριδιούχοι να ξαφνιάζονται από την απότομη πτώση σε μία ημέρα της τιμής του μεριδίου και να θεωρούν ότι η αξία της τοποθέτησής τους μειώθηκε».


Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος αγόρασε την 1.1.1996 μερίδια ενός αμοιβαίου στην τιμή των 1.000 δρχ. το ένα και στις 31/12 του ίδιου έτους η τιμή του μεριδίου έφθασε στις 1.150 δρχ. Δηλαδή η απόδοση των χρημάτων του ήταν 150 δρχ. ανά μερίδιο ή 15%. Με την αποκοπή του μερίσματος των 50 δρχ. η τιμή του μεριδίου διαμορφώνεται στις 1.100 δρχ. Η απόδοση όμως του μεριδιούχου παραμένει 150 δρχ., δηλαδή 100 δρχ. που έχει κερδίσει από την αύξηση της τιμής του μεριδίου συν 50 δρχ. που εισέπραξε ως μέρισμα.


Το μέρισμα είναι το ίδιο για όλους τους μεριδιούχους ασχέτως πότε αυτοί επενέδυσαν στο αμοιβαίο. Ετσι, όσοι έχουν στην κατοχή τους μερίδια την τελευταία ημέρα του χρόνου, στις 31 Δεκεμβρίου, δικαιούνται μέρισμα. Αν δηλαδή κάποιος αγόρασε την 1η Δεκεμβρίου 1996 μερίδια ενός αμοιβαίου έναντι 1.140 δρχ. και ώς το τέλος του έτους η τιμή του μεριδίου ανέβηκε στις 1.150 δρχ., θα εισπράξει και αυτός το μέρισμα των 50 δρχ. Η τιμή όμως του μεριδίου του θα μειωθεί μετά τη διανομή του μερίσματος στις 1.100 δρχ., χαμηλότερα από την τιμή αγοράς. Δεν θα έχει χάσει χρήματα αφού έχει εισπράξει ήδη 50 δρχ. μέρισμα.


Εξάλλου μέρισμα εισπράττουν και οι μεριδιούχοι αμοιβαίου ανεξαρτήτως αν στο τέλος της χρήσης πραγματοποιούν κάποια απόδοση ή όχι. Π.χ., η τιμή μεριδίου ενός αμοιβαίου στην αρχή του έτους είναι 1.000 δρχ. και στο τέλος διαμορφώνεται στις 950 δρχ. επειδή υποτιμήθηκε το χαρτοφυλάκιό του λόγω, π.χ., μείωσης των τιμών των μετοχών που περιλαμβάνονται σε αυτό. Ωστόσο μέσα στον χρόνο το αμοιβαίο είχε έσοδα από τα μερίσματα των μετοχών αυτών ή από τόκους ομολόγων. Τα έσοδα αυτά συν μέρος των κερδών που προήλθαν από πώληση μετοχών σε τιμή μεγαλύτερη της τιμής αγοράς διανέμονται στους μεριδιούχους. Αν υποθέσουμε ότι το μέρισμα ανέρχεται σε 20 δρχ., η τιμή του μεριδίου μετά τη διανομή του μερίσματος θα πέσει από τις 950 δρχ. στις 930 δρχ.