Τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου για την εκτέλεση του προϋπολογισμού το εφετινό πρώτο τρίμηνο δεν απέδειξαν απλώς την προβληματική του πορεία, αφού κινείται πλέον πέραν των στόχων· επιβεβαίωσαν επίσης ότι η οικονομία μας έχει σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα, που αποτελεί εν δυνάμει και τη θρυαλλίδα πληθωριστικής έκρηξης. Στη στήλη αυτή έχουμε επισημάνει, πρώτον, ότι από το 2000 που άρχισε να στερεύει η πηγή της Σοφοκλέους επανεμφανίστηκε η μόνιμη καχεξία στα έσοδα του προϋπολογισμού και, δεύτερον, ότι η κυβέρνηση αυτή των πολλαπλών κομματικών και συντεχνιακών εξαρτήσεων παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις της περί σταθεροποιητικής πολιτικής απεδείχθη αδύναμη να ελέγξει τις δαπάνες, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να παραμένει θηλιά για την οικονομία.


Η καχεξία των εσόδων πάντως (τα τελευταία τρία χρόνια ο στόχος του προϋπολογισμού προσεγγίζεται με τη λήψη έκτακτων μέτρων που δεν είχαν προβλεφθεί κατά τη σύνταξη και κατάθεσή του στη Βουλή – όπως, π.χ., η περίφημη «συνάφεια», η ρύθμιση για παρελθούσες χρήσεις, κτλ.) θέτει ένα γενικότερο πρόβλημα αδυναμίας της οικονομικής πολιτικής. Είναι δυνατόν η κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (διπλάσιους της Ευρώπης) και από την άλλη πλευρά να συνομολογεί ότι δεν μπορεί να μαζέψει τα αναγκαία έσοδα για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού και τη χρηματοδότηση των δημοσίων επενδύσεων; Η απάντηση στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως αυτό φαινόμενο είναι ή ότι κατά ένα μέρος η ανάπτυξη του 4% είναι πλασματική ή ότι η φοροδιαφυγή όχι μόνο δεν έχει περιορισθεί, αλλά αντίθετα αυξάνεται και συνεπώς το φορολογικό μας σύστημα γίνεται όλο και πιο άδικο αφού τους φόρους τούς πληρώνουν οι ειλικρινείς φορολογούμενοι, που όλο και λιγοστεύουν.


Το μέγεθος όμως που αυτή τη φορά έφερε στο προσκήνιο με εκρηκτικό τρόπο την εκτός τροχιάς πορεία του προϋπολογισμού είναι οι δημόσιες δαπάνες με τις πρωτοφανείς υπερβάσεις που παρουσιάζουν το πρώτο τρίμηνο και οι οποίες δυστυχώς ελάχιστα περιθώρια διόρθωσής τους έχουν. Στο τρίμηνο οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 18,2% έναντι στόχου 8,4% για όλο το έτος. Από την ανάλυση των επί μέρους στοιχείων προκύπτει ότι οι λεγόμενες πρωτογενείς δαπάνες αυξήθηκαν κατά 25,2% έναντι στόχου 6%. Γιατί αυτή η έκρηξη; Τρεις ήταν οι λόγοι: Πρώτον, λόγω της γνωστής ανικανότητας των αρμοδίων υπηρεσιών οι εισροές κοινοτικού χρήματος ήταν μηδενικές και συνεπώς η χρηματοδότηση των δημοσίων έργων έγινε αποκλειστικά με χρήματα του προϋπολογισμού. Δεύτερον, οι υπερβάσεις στα έργα της Ολυμπιάδας συνεχίζονται αφού η σχετική δαπάνη είναι αυξημένη έναντι πέρυσι κατά 171%! Τρίτον, οι δαπάνες για αποδοχές αυξήθηκαν κατά 22% γιατί δόθηκαν αυξήσεις και επιδόματα που δεν είχαν προβλεφθεί, ενώ αυξήθηκαν επίσης κατά 31% οι επιχορηγήσεις του προϋπολογισμού προς ασφαλιστικά ταμεία κτλ. και έγιναν και πρόσθετες, μη προγραμματισμένες προσλήψεις. Το ανησυχητικό σε όλη αυτή την υπόθεση είναι ότι οι παρεκκλίσεις αυτές δεν είναι κάτι το αιφνίδιο, αφού συμβαίνουν κατ’ έτος, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια. Πράγματι, όπως αναφέρεται στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, και πέρυσι είχε παρουσιασθεί μεγάλη αύξηση στις δαπάνες προσωπικού η οποία οφειλόταν «σε νέες προσλήψεις εκπαιδευτικών, νοσηλευτικού προσωπικού, λιμενικών, αστυνομικών και υπαλλήλων της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, όπως και στην καταβολή πρόσθετου μηνιαίου επιδόματος σε μεγάλο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και του επιδόματος εξομάλυνσης σε συνταξιούχους (το οποίο καταβλήθηκε εντός του 2002 αλλά αναδρομικά από 1.1.2001). Πρόσθετες δαπάνες επίσης πραγματοποιήθηκαν λόγω της καταβολής αναδρομικών σε βουλευτές και δικαστικούς καθώς και αποζημιώσεων σε αστυνομικούς, λιμενικούς και άλλους υπαλλήλους για τη διεξαγωγή των δημοτικών εκλογών του Οκτωβρίου του 2002. Τέλος, υπέρβαση ύψους 148 εκατ. ευρώ σημείωσαν οι δαπάνες περίθαλψης των ασφαλισμένων του Δημοσίου».


Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πρώτον, ότι η χάραξη της εισοδηματικής πολιτικής αλλά και ο προγραμματισμός των προσλήψεων έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο της κυβέρνησης και ειδικά του αρμόδιου υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, και απόδειξη είναι ότι στην πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού προστίθενται αφειδώς δαπάνες που δεν είχαν προβλεφθεί. Δεύτερον, ότι την αδυναμία αυτήν της κυβέρνησης την εκμεταλλεύονται άγρια οι συντεχνίες, που ανάλογα με τη δύναμή τους βάζουν τη σφραγίδα τους στην εκτέλεση του προϋπολογισμού. Τρίτον, ότι η επαγγελία της κυβέρνησης για τη δημιουργία μιας μικρότερης μεν σε μέγεθος, αλλά πολύ πιο αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης έχει ναυαγήσει οριστικά.


Φυσικά το πολιτικό υπόβαθρο που εξηγεί όλες αυτές τις στρεβλώσεις είναι η πλησίστια πορεία της κυβέρνησης προς εκλογές και συνεπώς η αδυναμία της να πει «όχι» στα αιτήματα, δίκαια ή άδικα.