Οι πρόσφατες ανακοινώσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (εφεξής Τ.Ε.) για τη νομισματική πολιτική του 1997 εκπέμπουν σημαντικά μηνύματα προς τις αγορές, και όχι μόνο:


* Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού παραμένει πρωταρχική επιδίωξη της Τ.Ε., που πρέπει να τη λάβουν σοβαρά υπόψη οι επιχειρήσεις, οι εργατικές ενώσεις και οι λοιποί οικονομικοί φορείς, όταν διαμορφώνουν τις προσδοκίες, τις επιλογές και τις αξιώσεις τους.


* Η πολιτική που ανακοινώθηκε για την ισοτιμία σημαίνει ότι ενδέχεται να υπάρξουν περιθώρια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας έναντι των λοιπών χωρών του ευρωπαϊκού Νότου (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), αν τα νομίσματά τους ανατιμηθούν λόγω ενισχυόμενης προσδοκίας των αγορών, ότι οι χώρες αυτές θα μετέχουν στον αρχικό πυρήνα του «ευρό».


* Οι κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων, που εμπνέονται ακριβώς από την ισχυρή στάση και αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής, σε σύγκριση με τις λοιπές συνιστώσες της μακροοικονομικής πολιτικής, εφεξής θα συνεπάγονται μεγαλύτερη πιθανότητα μη επαλήθευσης των προσδοκιών των κερδοσκόπων, διότι θα είναι περισσότερο αβέβαιος τόσο ο χρόνος όσο και η έκταση αντίδρασης της Τ.Ε.


Ανακοινώνει η Τ.Ε.: «Η προσαρμογή των μέσων άσκησης νομισματικής πολιτικής θα λαμβάνει συγκριτικά περισσότερο υπόψη την προβλεπόμενη εξέλιξη του πληθωρισμού στο τρέχον και στο επόμενο έτος».


Αν δηλαδή ο ρυθμός που σημειώνουν τα νομισματικά μεγέθη δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τους ετήσιους νομισματικούς στόχους, η Τ.Ε. δεν θα σπεύδει κατ’ ανάγκη αμέσως να τα διορθώσει. Θα το πράττει μόνο εφόσον κρίνει ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες των οικονομικών φορέων και των αγορών διαφέρουν από τον πληθωρισμό που η κυβερνητική πολιτική έχει θέσει ως επίσημο στόχο (4,5% στο τέλος του 1997 και κάτω από 3% στο τέλος 1998)


Επισημαίνει η Τ.Ε: «Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι αυξομειώσεις του πληθωρισμού που προκαλούνται από καθαρά συγκυριακούς, εποχικούς ή έκτακτους παράγοντες, αλλ’ η εξέλιξη και η τάση του πυρήνα του πληθωρισμού και γενικότερα των πληθωριστικών προσδοκιών».


Για να κρίνει, δηλαδή, αν απαιτείται ή όχι νομισματική διόρθωση, η Τ.Ε. δεν θα παρακολουθεί μόνο τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ), αλλά σειρά ολόκληρη ενδείξεων, όπως ο πυρήνας του πληθωρισμού, οι δημοσιονομικές εξελίξεις, η πορεία του κόστους ανά μονάδα προϊόντος, η δραστηριότητα σε διάφορους τομείς της οικονομίας, ο βαθμός απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού και άλλα.


Προαναγγέλλει η Τ.Ε.: «Η Τράπεζα της Ελλάδος θα προχωρήσει σύντομα στη σταδιακή προσαρμογή των μηχανισμών παρέμβασης στην αγορά χρήματος με σκοπό την αποτελεσματικότερη άσκηση της νομισματικής πολιτικής».


Προς την κατεύθυνση αυτή θα χρειασθούν πολλά: (α) αποτελεσματική πολιτική επικοινωνίας της κεντρικής τράπεζας για τη μετάδοση των νομισματικών μηνυμάτων της στην κοινή γνώμη, (β) κατάρτιση ευρέος φάσματος δεικτών για την έγκαιρη και πλήρη αξιολόγηση των πληθωριστικών τάσεων και προσδοκιών, (γ) σύγχρονα εργαλεία και μέθοδοι πρόγνωσης των μακροοικονομικών εξελίξεων και του τρόπου σύνδεσης των νομισματικών με τα μακροοικονομικά μεγέθη, (δ) ανάπτυξη αγορών για τις επιμέρους (βραχυπρόθεσμες, μακροπρόθεσμες, διορθωτικές, διαρθρωτικές) πράξεις νομισματικής παρέμβασης, (ε) αναμόρφωση του καθεστώτος των υποχρεωτικών δεσμεύσεων, ώστε να συμβάλει περισσότερο στη διαδικασία σταθεροποίησης των επιτοκίων, (στ) επαρκής ποικιλία χρεογράφων (συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών) που θα χρησιμοποιεί η Τ.Ε. στις νομισματικές παρεμβάσεις της, (ζ) εκσυγχρονισμός του συστήματος διατραπεζικών πληρωμών, ώστε να συνδεθεί ομαλά με το διασυνοριακό σύστημα (TARGET).


Προειδοποίει η Τ.Ε.: «Η κατεύθυνση της πολιτικής της τιμής συναλλάγματος θα παραμείνει σαφώς αντιπληθωριστική, η άσκησή της όμως θα χαρακτηρίζεται από σχετικά μεγαλύτερη ευελιξία από ό,τι στο παρελθόν, λαμβανομένων υπόψη τόσο των πληθωριστικών πιέσεων όσο και των συνθηκών που θα επικρατούν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίων».


Η αυξημένη αυτή ευελιξία, ενώ επιτρέπει πιο άνετες κινήσεις στους χειρισμούς νομισματικής διαχείρισης, προϋποθέτει αυξημένη εγρήγορση, διότι ακόμη και με απόλυτα ορθή νομισματική πολιτική, ο τελικός κριτής της ισοτιμίας είναι οι αγορές. Δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν με απόλυτη βεβαιότητα οι αντιδράσεις των διεθνών αγορών συναλλάγματος, όσο θα πλησιάζει η ημερομηνία εκκίνησης του αρχικού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ενωσης.


Πρωταρχική σημασία έχει να διασφαλίζεται ότι οι τυχόν κραδασμοί των διεθνών αγορών δεν θα συνεπάγονται υπερβολικές ή απρόβλεπτες συνέπειες για τη δραχμή.


Οι πιθανότητες τέτοιων φαινομένων θα ελαχιστοποιηθούν, μόνο αν η νομισματική πολιτική στην Ελλάδα πλαισιωθεί από (α) μια πιο ουσιαστική πρόοδο στα δημόσια οικονομικά, (β) μεγαλύτερη συγκράτηση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος, και (γ) αποφασιστική προώθηση των από καιρού αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να ενισχυθούν ο δυναμισμός, η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα της οικονομίας.


Διότι αυτά είναι και τα θεμελιώδη κριτήρια που χρησιμοποιούν οι αγορές για να αξιολογήσουν τον ρεαλισμό, να πιθανολογήσουν την αποτελεσματικότητα και να προβλέψουν τη διατηρησιμότητα της νομισματικής στρατηγικής και της συγκεκριμένης πολιτικής επί της ισοτιμίας.


Ο κ. Ιωάννης Παπαδάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός συνεργάτης του ΙΟΒΕ.