Πληθαίνουν οι επιλογές των επενδυτών που θέλουν να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε τίτλους του Δημοσίου. Το υπουργείο Οικονομικών, στην προσπάθειά του να αναδιαρθρώσει το εσωτερικό δημόσιο χρέος, να ελέγξει το κόστος χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κονδύλια του προϋπολογισμού και να αναπτύξει περαιτέρω την αγορά κρατικών τίτλων, προχωρεί στην έκδοση νέων προϊόντων. Κοινό χαρακτηριστικό τους το σταθερό επιτόκιο. Στα ομόλογα σταθερού επιτοκίου, στα διετή ομόλογα χωρίς τοκομερίδια και στα τιμαριθμοποιημένα ομόλογα η απόδοση θα είναι γνωστή εκ των προτέρων σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Ειδικότερα όμως στα τελευταία, πέρα από την εγγυημένη απόδοσή τους, θα προστίθεται και η ποσοστιαία μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή.
Το υπουργείο Οικονομικών ήδη προχωρεί την ερχόμενη εβδομάδα σε δημοπρασία ομολόγων με σταθερό επιτόκιο 11% για τρία χρόνια. Πρόκειται για ένα νέο προϊόν που απευθύνεται σε όσους επιθυμούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων την απόδοση της επένδυσής τους. Ετσι, κάποιος που θα αγοράσει τίτλους αξίας 1 εκατ. δρχ. θα γνωρίζει ότι κάθε χρόνο που θα κόβει το κουπόνι θα εισπράττει 110.000 δρχ. Οι τόκοι των ομολόγων αυτών θα παραμείνουν αφορολόγητοι για όλη τη διάρκεια των τίτλων, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Οιοκνομικών.
Οι μικροεπενδυτές που θέλουν να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του έτους, έτσι ώστε να μη χρειάζεται κάθε χρόνο να στήνονται στην ουρά για να ανανεώσουν τους τίτλους τους, θα έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν έντοκα διετούς διάρκειας. Οι τίτλοι αυτοί θα αγοράζονται με έκπτωση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής και θα εξοφλούνται στη λήξη τους στην ονομαστική τους αξία, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τα έντοκα.
Οσοι ζητούν προστασία των χρημάτων τους από τον πληθωρισμό θα έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν σε τιμαριθμοποιημένα ομόλογα, η απόδοση των οποίων συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη του πληθωρισμού. Ο βασικός παράγοντας που καθορίζει την απόδοσή τους είναι η ποσοστιαία μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή μεταξύ της περιόδου αγοράς και ωρίμανσης του τίτλου. Ετσι, τα ομόλογα αυτά εγγυώνται ότι τα χρήματα των επενδυτών θα αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό που τρέχει ο πληθωρισμός και του δίνουν επιπλέον συν ένα «μπόνους», π.χ., 2% ή 3% που είναι η πραγματικά ζητούμενη από τον επενδυτή απόδοση. Τα ομόλογα αυτά δεν έχουν κουπόνι, δηλαδή ο επενδυτής δεν εισπράττει τόκο κάθε χρόνο. Αγοράζονται με έκπτωση σε τιμή μικρότερη από την ονομαστική τους αξία, όπως συμβαίνει και με τα έντοκα. Στη λήξη τους εξοφλούνται όχι στην ονομαστική αξία αλλά στην αξία που προκύπτει από αυτή αν ληφθεί υπόψη και η εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή. Ετσι, ο κάτοχος του ομολόγου θα πρέπει να περιμένει ως τη λήξη του για να εισπράξει το κεφάλαιό του συν την όποια απόδοση. Η διάρκεια των ομολόγων αυτών δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Το υπουργείο Οικονομικών όμως προσανατολίζεται σε τριετούς, πενταετούς ή μεγαλύτερης διάρκειας τίτλους.
Τα τιμαριθμοποιημένα ομόλογα απευθύνονται σε αυτούς που ζητούν ασφάλεια για τα χρήματά τους και δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν ρίσκα. Για να πετύχουν όμως τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση θα πρέπει να περιμένουν πέντε ή και περισσότερα χρόνια, όσο δηλαδή και η διάρκεια του τίτλου. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από αγορές άλλων χωρών όπου ανάλογοι τίτλοι πωλούνται και αγοράζονται στη δευτερογενή αγορά, οι τιμές στις οποίες διαπραγματεύονται δεν περιλαμβάνουν τη συνολική μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή. Εξάλλου, ο υπολογισμός της μεταβολής του δείκτη, π.χ., στη Βρετανία γίνεται με βάση αυτόν που ισχύει οκτώ μήνες πριν από την έκδοση των τίτλων και οκτώ μήνες πριν από τη λήξη του. Σε κάτι τέτοιο προσανατολίζεται και το υπουργείο Οικονομικών, αν και το χρονικό διάστημα ίσως θα είναι μικρότερο, δηλαδή δύο ή τριών μηνών. Ετσι, οι τίτλοι αυτοί δεν θα προστατεύουν τον επενδυτή από μια απότομη άνοδο του πληθωρισμού κοντά στη λήξη του τίτλου.



