ΟΣΟΙ προσδοκούσαν ή και «επενέδυαν» σε μια συνολική «έκρηξη» των κερδών της βιομηχανίας, αγνοώντας τις επιπτώσεις που έχει η ασκούμενη συναλλαγματική και γενικότερη οικονομική πολιτική στα βιομηχανικά πράγματα της χώρας, μάλλον θα απογοητευθούν. Τα συνολικά κέρδη της ελληνικής βιομηχανίας το 1996, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που συνέλεξε «Το Βήμα» για τις μεγάλου και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, αυξήθηκαν με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τον πληθωρισμό, παρά την περί του αντιθέτου φημολογία. Με λίγα λόγια, η ελληνική βιομηχανία έγινε «φτωχότερη», αν και οι μέτοχοι των μεγάλων κερδοφόρων επιχειρήσεων δεν θα βγουν «χαμένοι». Τα μερίσματα που μοιράζουν οι επιτυχημένες επιχειρήσεις όσες δίνουν προτεραιότητα στους μετόχους τους «αναπροσαρμόζονται» στα επίπεδα του πληθωρισμού.
Λιγότερες από μία στις δύο ελληνικές βιομηχανίες, από τις μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, κατόρθωσαν να βελτιώσουν τα αποτελέσματά τους με ρυθμό που να καλύπτει τον πληθωρισμό του έτους. Το περιθώριο μεικτού κέρδους, που είναι ο ασφαλέστερος δείκτης διάγνωσης της ανταγωνιστικότητας, για μία ακόμη χρονιά υποχώρησε.
Τα νέα από τη βιομηχανία δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστα, αν και το 25% περίπου των βιομηχανικών επιχειρήσεων φαίνεται ότι έκαναν σοβαρά βήματα προόδου και βελτίωσαν εντυπωσιακά τις επιδόσεις και την αποτελεσματικότητά τους. «Πράγματι το μεικτό περιθώριο δεν βελτιώθηκε» ανέφερε ο επικεφαλής της εταιρείας οικονομικών μελετών ICAP κ. Δ. Μανιατάκης, εκφράζοντας μια γενικότερη ανησυχία. «Η αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων που είναι σταθερά κερδοφόρες κυμαίνεται στα επίπεδα του πληθωρισμού και φαίνεται να προκύπτει κυρίως από τη μείωση των χρηματοοικονομικών εξόδων» πιστεύουν στην ICAP, και δεν έχουν άδικο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του «Βήματος» που καλύπτουν 886 βιομηχανικές επιχειρήσεις με πωλήσεις μεγαλύτερες του 1 δισ. δρχ. η καθεμία και συνολικές πωλήσεις 6,34 τρισ. δρχ., οι χρηματοοικονομικές δαπάνες της βιομηχανίας το 1996 μειώθηκαν κατά 7%.
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την εισροή σημαντικού ύψους εσόδων από την πώληση χρεογράφων και συμμετοχών, οδήγησε σε αύξηση των κερδών που έφθασε στο 10,5% ειδικότερα για τις βιομηχανίες οι οποίες ήταν κερδοφόρες και το 1995 και το 1996, όπως φαίνεται στον σχετικό πίνακα. Για έναν σεβαστό αριθμό επιχειρήσεων η αύξηση των κερδών μάλιστα ήταν «εκρηκτική» και σε αρκετές περιπτώσεις αποτέλεσμα μεγάλων και εύστοχων επενδύσεων.
Από την άλλη πλευρά όμως εξίσου θεαματική ήταν η «επιστροφή» σε ζημιογόνα αποτελέσματα σειράς επιχειρήσεων που τα προηγούμενα χρόνια είχαν παρουσιάσει κέρδη και μάλιστα υψηλά. Ετσι, τα συνολικά κέρδη της ελληνικής βιομηχανίας, στον βαθμό που το δείγμα των 886 επιχειρήσεων εκφράζει και όντως εκφράζει το σύνολο του τομέα, αυξήθηκαν γύρω στο 4%, δηλαδή σε επίπεδο χαμηλότερο από τον πληθωρισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το δείγμα των 886 εταιρειών έχουν εξαιρεθεί ορισμένες επιχειρήσεις που παρουσίασαν είτε πολύ μεγάλες ζημιές είτε πολύ μεγάλα κέρδη στο πλαίσιο λογιστικών τακτοποιήσεων. Οσα προκύπτουν από τη μελέτη και την επεξεργασία των στοιχείων των ισολογισμών αυτών των 886 επιχειρήσεων είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας.
Η «έκρηξη» κερδών που παρουσιάζουν μια σειρά μεγάλες αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις δεν χαρακτηρίζει πάντως την πορεία του μεταποιητικού τομέα στο σύνολό του. Τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων δεν κατάφερε να βελτιώσει ούτε τις πωλήσεις ούτε τα κέρδη σε πραγματικές τιμές. Πάνω από το 80% των επιχειρήσεων ήταν και το 1996 κερδοφόρες, αλλά μόνο το 44,5% βελτίωσαν πραγματικά την αποτελεσματικότητά τους. Ποσοστό 7,5% αυτών είχαν μόνο ονομαστική βελτίωση, δηλαδή σε τρέχουσες τιμές, ενώ το 48%, διόλου ασήμαντο ποσοστό, είδαν είτε τα κέρδη τους να μειώνονται ακόμη και σε τρέχουσες τιμές ή τις ζημιές τους να αυξάνονται. Ακόμη χειρότερα ίσως, ποσοστό 7% των επιχειρήσεων πέρασαν από κέρδη σε ζημιές. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι δύο στις τρεις, περίπου, από τις 100 εταιρείες με τα μεγαλύτερα κέρδη, όπως αυτά προκύπτουν από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς και από πληροφορίες και εκτιμήσεις σε μεμονωμένες περιπτώσεις μη δημοσίευσης ισολογισμών, αύξησαν τα κέρδη τους ταχύτερα από τον πληθωρισμό κυρίως μάλιστα αυτό συνέβη από βιομηχανικές επιχειρήσεις που ασκούν και εμπορικές δραστηριότητες σε μεγάλη κλίμακα. Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των πωλήσεων, μόνο το 47,3% των επιχειρήσεων κατάφεραν να αυξήσουν τις πωλήσεις με ρυθμό ταχύτερο από τον πληθωρισμό, παρ’ όλο που πάρα πολλές βιομηχανίες ενίσχυσαν το εμπορικό σκέλος των δραστηριοτήτων τους αναπτύσσοντας ακόμη και εισαγωγική δραστηριότητα.
Σημαντική, αν και οφείλεται βασικά σε λογιστική αναπροσαρμογή, είναι η νέα «αναλογία» που παρουσιάζει η σχέση ιδίων και ξένων κεφαλαίων, μετά την αύξηση των πρώτων, ως αποτέλεσμα της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας παγίων στοιχείων. Η δανειακή επιβάρυνση έχει περιορισθεί πλέον στο 56% του συνόλου των απασχολούμενων κεφαλαίων και πλησιάζει τα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα. Συμπιέζεται το περιθώριο κέρδους
Η περαιτέρω μείωση του περιθωρίου μεικτού κέρδους αντανακλά μάλλον περαιτέρω απώλεια ανταγωνιστικότητας και οπωσδήποτε σημαίνει ότι οι πραγματοποιούμενες επενδύσεις είναι τουλάχιστον ανεπαρκείς. Τον χρόνο που πέρασε όμως φαίνεται ότι διευρύνθηκε η επενδυτική δραστηριότητα. Το πάγιο ενεργητικό των επιχειρήσεων σε τιμές κτήσεως αλλά και τα καθαρά πάγια σημείωσαν αύξηση γύρω στο 20%, κυρίως χάρη στη λογιστική αναπροσαρμογή της αξίας των κτιρίων. Εντονη όμως φαίνεται ότι ήταν η επενδυτική δραστηριότητα στην «περιοχή» του μηχανολογικού εξοπλισμού, η μεικτή αξία του οποίου αυξήθηκε το 1996 περίπου κατά 200 δισ. δρχ. «Οι επενδύσεις συνεχίζονται και είναι σημαντικές, αλλά πολύ περισσότερο ίσως είναι απαραίτητες οι διεθνείς συνεργασίες των ελληνικών επιχειρήσεων» σχολιάζει ο επικεφαλής της ICAP. Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό θεωρείται το γεγονός ότι το 40% περίπου των κερδών «παρακρατείται» από τις επιχειρήσεις, υπό μορφή αποθεματικών και υπολοίπου σε νέον, για την αυτοχρηματοδότηση της λειτουργίας και της ανάπτυξής τους. Ποσοστό 28,7% των κερδών πηγαίνει στην Εφορία για την πληρωμή φόρου εισοδήματος και άλλων, μη ενσωματωμένων στο λειτουργικό κόστος φόρων, ενώ οι μέτοχοι «βάζουν στην τσέπη» το 32,6% των κερδών. Το ποσοστό αυτό πάντως, που «μεταφράζεται» σε περίπου 145 δισ. δρχ. για τους μετόχους των μεγάλου και μεσαίου μεγέθους κερδοφόρων επιχειρήσεων, δεν είναι το χαμηλότερο της τελευταίας δεκαετίας.



