ΑΝ ΕΝΑ κονσόρτσιουμ μεγάλων ασφαλώς τραπεζών του εξωτερικού το πρωί της Παρασκευής 13 Μαρτίου 1998 ήθελε να αγοράσει ολόκληρη την ελληνική βιομηχανία, δηλαδή τις περίπου 5.500 βιομηχανικές ΑΕ και ΕΠΕ της χώρας, θα έπρεπε να προσφέρει στους μετόχους όλων αυτών των εταιρειών, ώστε να «καλύψει» τη συνήθη απαίτηση των πωλητών για τίμημα δέκα φορές μεγαλύτερο από τα ετήσια κέρδη, 5 τρισ. δραχμές ή όχι πολύ λιγότερα από 18 δισ. δολάρια. Το βράδυ όμως της ίδιας μέρας θα ήταν αρκετό, ίσως, να προσφέρει περίπου 16,5 δισ. δολάρια, δηλαδή 1,5 δισ. δολάρια λιγότερο.


Από πολλές απόψεις μαζί με τη δραχμή υποτιμήθηκε ­ όλοι ελπίζουν προσωρινά ­ και η ελληνική βιομηχανία.


Ωστόσο, αν τα πράγματα εξελιχθούν διαφορετικά από ό,τι με τη θλιβερή ­ όπως εξελίχθηκε ­ υποτίμηση του 1985, δεν αποκλείεται το «άθροισμα» των ελληνικών βιομηχανιών, που θα υπάρχουν το 2001 και θα αποτελούν τμήμα της ζώνης των «βιομηχανιών του ευρώ», να αξίζει ­ με τη σημερινή ισοτιμία ­ αρκετά πάνω από 5 τρισ. δραχμές ή, αν προτιμάτε, τα 18 δισ. δολάρια που θεωρητικά άξιζε το πρωί της 13ης Μαρτίου!


ΣΕ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ της Θεσσαλονίκης, που συνήθως «αντιδρά» άμεσα στις αλλαγές του οικονομικού περιβάλλοντος, εκεί όπου έβλεπε κανείς βιοτεχνίες – φαντάσματα με ελάχιστο προσωπικό και οι απολύσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη, εργάτριες που κατέχουν την τέχνη της γαζώτριας ή της ράπτριας και είχαν μήνες να «κολλήσουν ένσημο» κλήθηκαν ξανά σε δουλειά και οι μηχανές δουλεύουν νύχτα μέρα. Η παραγωγή μακό ενδυμάτων και άλλων ειδών ενδυμασίας στην Ελλάδα, που μέσα σε λίγα χρόνια μειώθηκε κατά 50%, θα σπάσει ρεκόρ. «Ολα θυμίζουν Οκτώβριο 1985…» εξηγεί όχι μόνο με χαρά αλλά και με περίσκεψη ένας βιομήχανος κλωστοϋφαντουργικών ενδυμάτων. Πράγματι, πέρα από τη «γκρίνια» πολλών ­ επωνύμων και κυρίως… ανωνύμων ­ βιομηχάνων, όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι από τη Δευτέρα 16 Μαρτίου οι μηχανές της ελληνικής βιομηχανίας δουλεύουν με ρυθμούς που είχαν «ξεχαστεί».


Είναι πιθανόν, σύμφωνα με την έρευνα του «Βήματος», η βιομηχανική παραγωγή το πρώτο αυτό τρίμηνο μετά την υποτίμηση να παρουσιάσει ρυθμό αύξησης που θα ακούγεται μαγικός.


Το μέγα ερώτημα είναι όμως τι θα γίνει μετά! Το τέταρτο τρίμηνο του 1985, δηλαδή αμέσως μετά την υποτίμηση εκείνου του έτους, ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα είχε αυξηθεί με ρυθμό 6,5%, έναντι μόλις 1,7% κατά μέσο όρο τα τρία τρίμηνα πριν από την υποτίμηση. Για να «πέσει παγωνιά» αμέσως μετά: η παραγωγή της ελληνικής βιομηχανίας το 1986, πρώτο χρόνο μετά την υποτίμηση, παρ’ όλο που οι εξαγωγές σημείωσαν εκπληκτική αύξηση ύψους 32% σε δολάρια, μειώθηκε κατά 0,7% σε σχέση με το 1985. Οπως μειώθηκε ­ και μάλιστα κατά 2% ­ και το 1987, χρονιά που χαρακτηρίστηκε μάλιστα και από επιβράδυνση των εξαγωγών και από επιτάχυνση της ήδη αυξημένης από το 1986 εισαγωγικής διείσδυσης.


* Οι ρυθμοί ανάπτυξης


«Τίποτε δεν είναι δεδομένο… Το μεγάλο στοίχημα είναι αν η ελληνική βιομηχανία θα αποκτήσει μια διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική και ­ για να το πω αλλιώς ­ αν θα μπορέσουμε να κατανείμουμε τα γενικά έξοδα της παραγωγής μας σε μεγαλύτερο όγκο παραγωγής, σε περισσότερα, καλύτερα ίσως, και συνεπώς ανταγωνιστικότερα προϊόντα για την ελληνική αγορά και τις αγορές του εξωτερικού» ήταν τα λόγια με τα οποία συνόψισε σοφά μια δίωρη ­ και ολίγον περιπετειώδη ­ συνέντευξη της ηγεσίας του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) ο πρόεδρος της ΕΕ του ΣΕΒ κ. Ανδρ. Κανελλόπουλος την περασμένη Τετάρτη. Το θέμα είναι αν η ελληνική βιομηχανία το 1998 και το 1999 θα μπορέσει να κινηθεί όχι με τους ρυθμούς του 1986 αλλά με τους ρυθμούς με τους οποίους κινήθηκε ο βιομηχανικός τομέας άλλων χωρών της Ευρώπης, ύστερα από υποτιμήσεις του νομίσματός τους τα τελευταία χρόνια!


Αν και οι ιθύνοντες του ΣΕΒ δεν αναφέρθηκαν σε τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις που θα υπάρξουν για σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας, σε πρώτη φάση, αναμφιβόλως τα οφέλη θα εκφραστούν αργότερα. Προς το παρόν υπάρχουν «μετασεισμοί», που ήδη γίνονται αισθητοί και «περιμένουν» την ελληνική βιομηχανία.


* Το επιπρόσθετο κόστος που «επωμίστηκε» στις 13 Μαρτίου η ελληνική βιομηχανία, σε ό,τι αφορά ­ ειδικότερα και μόνο ­ την ανταπόκρισή της στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι τραπεζών, δανειζόμενη σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με στοιχεία αυτής της έρευνας ανέρχεται πιθανότατα σε 200 δισ. δραχμές, ποσό που ισοδυναμεί με το 40% των συνολικών ετήσιων κερδών των βιομηχανιών, τα οποία φυσικά αυτοχρηματοδοτούν, σε μεγάλο βαθμό, τη λειτουργία και την ανάπτυξή τους!


* Το επιπρόσθετο κόστος που η ελληνική βιομηχανία υποχρεωτικά θα καταβάλει για να συνεχίσει ­ απλώς και μόνον ­ να προμηθεύεται τις πρώτες και βοηθητικές ύλες που μετά το 1985 σε συνεχώς αυξανόμενη κλίμακα εισάγει από το εξωτερικό, σε ετήσια βάση λόγω της υποτίμησης της δραχμής από τις 13 Μαρτίου ξεπερνά, σύμφωνα με στοιχεία αυτής της έρευνας, τα 250 δισ. δραχμές, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από 3% των πωλήσεων ολόκληρης της ελληνικής βιομηχανίας!


Το «ευτύχημα» είναι ότι ένα αξιόλογο μέρος του δανεισμού σε συνάλλαγμα έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις ­ είναι αξιοσημείωτο ­ σε πολύ μικρό βαθμό «προνόησαν» στον συναλλαγματικό δανεισμό τους για την ασφάλισή τους έναντι του ούτως ή άλλου υπαρκτού και γνωστού «συναλλαγματικού κινδύνου». Οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν αντιστοιχούν σε μεγάλο μέρος των ωφελειών που οι βιομηχανίες είχαν τα προηγούμενα χρόνια από τη μείωση των χρηματοοικονομικών δαπανών τους, ωφελειών που αποτέλεσαν τον καθοριστικό ­ αν όχι μοναδικό ­ παράγοντα ανόδου της κερδοφορίας στην ελληνική βιομηχανία την τελευταία πενταετία. Το χειρότερο, ωστόσο, που μπορεί να κάνουν οι ελληνικές βιομηχανίες είναι αυτό που αρκετές ήδη κάνουν. Οι μεγάλες ανατιμήσεις, πολύ περισσότερο όταν γίνονται με βάση στενά εγωιστικά συμφέροντα και παραβλέπουν τις συνθήκες στην αγορά, κινδυνεύουν να γίνουν μπούμερανγκ για την ελληνική βιομηχανία. Ο ΣΕΒ φαίνεται να πιστεύει ότι οι ­ όποιες ­ ανατιμήσεις γίνονται οφείλονται σε πραγματική αδυναμία των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις νέες αυξημένες υποχρεώσεις τους και δεν εκφράζουν «επιχειρηματική πλεονεξία», αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι σε εγκύκλιο προς τα μέλη του, την περασμένη Πέμπτη, απέφυγε να συστήσει «αυτοσυγκράτηση».


* Η επιστροφή των συμβούλων


Αναμφίβολα οι σύμβουλοι επιχειρήσεων που βρίσκονται σε επαφή με το εξωτερικό θα έχουν πολλή δουλειά. Γερμανικές, αμερικανικές και άλλες διεθνείς επιχειρήσεις που έφευγαν «άπραγες» από την Αθήνα, με τα λόγια ότι «είναι ακριβές οι εταιρείες στην Ελλάδα», έχουν κάθε λόγο να επιστρέψουν. Το 1985 η ελληνική βιομηχανία δεν είχε «κληθεί» να εισφέρει «τίμημα» 200 δισ. δρχ. στους πιστωτές της, ο βαθμός εισαγωγικής διείσδυσης προϊόντων του εξωτερικού ήταν δέκα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα και ­ το σημαντικότερο ίσως ­ «η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες και βοηθητικές ύλες ήταν ακόμη περιορισμένη», όπως παρατηρεί με αγωνία για το μέλλον ο διευθύνων σύμβουλος της μεγάλης και εξαγωγικής χημικής βιομηχανίας Ιντερκέμ Ελλάς ΑΕ κ. Αθ. Κόσσυβας, επιφυλασσόμενος να διατυπώσει πρόβλεψη για την «τύχη» της ελληνικής βιομηχανίας. «Η εταιρεία μας θα καταγράψει ζημίες περίπου 1 δισ. δρχ. στο πρώτο τρίμηνο του 1998 από τα δάνεια σε συνάλλαγμα που χρηματοδοτούν την αναπτυξιακή της πορεία» αναφέρει ο κ. Ν. Κεφαλάς της εξαρτώμενης σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες εταιρείας καλλυντικών και άλλων καταναλωτικών προϊόντων Σαράντης Γ. ΑΕΒΕ, εταιρείας που το 1997 είχε κέρδη 1,7 δισ. δρχ. Δεν κρύβει όμως ότι η εταιρεία, κρατώντας χαμηλά τις τιμές και κερδίζοντας μερίδια, δεν θα έχει τελικά απώλειες.


Από την άλλη πλευρά, όπως εκμυστηρεύονταν ή άφηναν να εννοηθεί αξιωματούχοι του ΣΕΒ την περασμένη Τετάρτη, η ελληνική βιομηχανία έχει πολύ πιο εκσυγχρονισμένο εξοπλισμό, ποιοτικά αναβαθμισμένο ανθρώπινο δυναμικό και βέβαια… αξιόλογα κέρδη που άρχισαν να εμφανίζονται το 1986. «Αν βοηθήσουν τα επιτόκια να αντισταθμιστεί μέρος των απωλειών από τον συναλλαγματικό δανεισμό και ανακτήσουμε μερίδια στην Ελλάδα και στις αγορές του εξωτερικού, τότε μπορεί να γίνει λόγος για πιθανή και σταθερή ανάκαμψη».


* «Τώρα απώλειες, μετά όφελος…»


Σε μιαν από τις πιο ειλικρινείς και πλήρεις απαντήσεις ο κ. Γ. Κίκιζας της βιομηχανίας τροφίμων Μέλισσα ΑΕΒΕ παραδέχεται ότι «τα κέρδη της εταιρείας το 1998 εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν αρνητικά κατά περίπου 100 εκατ. δρχ. από τη συναλλαγματική διαφορά του μέρους εκείνου του δανεισμού μας που είναι σε συνάλλαγμα». Σπεύδει όμως να προσθέσει: «Γενικά, ως βιομηχανία ελληνικών προϊόντων και ως εταιρεία εξαγωγική περιμένουμε να ευνοηθούμε ως προς την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό». Και εξηγεί: «Βεβαίως η υποτίμηση μας δημιουργεί αυξήσεις κόστους, επειδή υπάρχουν στοιχεία του κόστους, όπως π.χ. υλικά συσκευασίας, τα οποία εισάγονται. Ετσι στα παραγόμενα προϊόντα μας θα έχουμε άμεση αύξηση 2,5% – 3%, ενώ σε κάποια προϊόντα που εισάγουμε θα έχουμε αυξήσεις της τάξης του 8% – 10%. Παράλληλα με την νέα εσοδεία σίτου και τομάτας οι τιμές των γεωργικών αυτών προϊόντων αναμένεται να επηρεαστούν από την υποτίμηση και να αυξηθούν ανάλογα. Αυτό θα επηρεάσει τα κοστολόγιά μας από τον ερχόμενο Ιούλιο. Επομένως το ανταγωνιστικό όφελος από την υποτίμηση για τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα υπολογίζεται τελικά σε 5% 6%».


* Το ρίσκο του δανεισμού


Με… τιτάνια ψυχραιμία θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν η υποτίμηση και τα νέα δεδομένα, σύμφωνα με τις πρώτες σε κέρδη βιομηχανίες της χώρας που έχουν την «άνεση» να περιμένουν.


* «Πρώτον, οπωσδήποτε, μεσομακροπρόθεσμα για μια εξωστρεφή επιχείρηση, όπως είναι η Τιτάν, μια πιο ανταγωνιστική ισοτιμία της δραχμής είναι προς όφελός της. Η πολιτική της σκληρής δραχμής ασφαλώς ήταν απαραίτητη για μια περίοδο αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε, οδήγησε σε στρεβλώσεις και και έκανε την ελληνική βιομηχανία λιγότερο ανταγωνιστική» σημειώνει, κατ’ αρχάς, ο διευθύνων συμβούλος της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν ΑΕ κ. Δημ. Παπαλεξόπουλος, εταιρείας που εξάγει γύρω στο 40% της παραγωγής της και έχει μεγάλες διεθνείς δραστηριότητες με θυγατρικές στο εξωτερικό. Σε ό,τι αφορά τη βραχυπρόθεσμη επίδραση στην εταιρεία σημειώνεται ότι αυτή «ακολούθησε μια ισορροπημένη τακτική ισοσκελισμού της πραγματικής συναλλαγματικής θέσης της», που σήμαινε: «Δεν δανειζόμασταν σε συνάλλαγμα παραπάνω από ό,τι επέτρεπαν η περιουσία μας και τα καθαρά μας έσοδα σε συνάλλαγμα. Δεν εκμεταλλευθήκαμε ακραία τον φθηνότερο σε σχέση με τη δραχμή δανεισμό σε συνάλλαγμα ούτε αναλάβαμε μεγάλα ρίσκα».


Περισσότερο σημαντικό από όλα αυτά ο κ. Δ. Παπαλεξόπουλος θεωρεί ότι είναι το θέμα τού πώς θα «περάσει» και τι θα σημάνει αυτή η αλλαγή γενικότερα για τη χώρα: «Προέχει το μακροοικονομικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί. Αυτό είναι το σημαντικότερο και αυτό είναι που μας απασχολεί όλους μας. Εχουμε όλοι μας υποχρέωση, κυβέρνηση και παραγωγικές τάξεις, να συμβάλουμε έτσι ώστε η χώρα να κερδίσει αυτό το στοίχημα».


* Σε ανάλογο μήκος κύματος, σε σχετικό ερώτημα προς τον εκ των γενικών της διευθυντών της κ. Λ. Κόμη, η Ελληνική Εταιρεία Εμφιαλώσεως ΑΕ, πρώτη σε κέρδη εταιρεία του Χρηματιστηρίου, σπεύδει να εξηγήσει: «Θα συνεννοηθούμε προηγουμένως με την κυβέρνηση». Το κόστος για την εταιρεία από την «επιβάρυνση» πρώτων και βοηθητικών υλών, που εισάγονται, προδιαγράφεται σημαντικό.


* Ο κ. Λ. Θωμαΐδης, επικεφαλής της βιομηχανίας ειδών υγιεινής Ιντεάλ Στάνταρντ ΑΒΕ, υπενθυμίζει με τον τρόπο του ότι πολλές βιομηχανίες έχουν οριακά κέρδη και κινδυνεύουν να «περάσουν» σε ζημίες. «Λόγω του τρομερού ανταγωνισμού και της συρρίκνωσης των κερδών της, η εταιρεία είναι αναγκασμένη να κάνει μια αύξηση της τάξεως του 4% 5% στις εγχώριες παραγόμενες πορσελάνες οι οποίες παράγονται εξ ολοκλήρου από εισαγόμενες πρώτες ύλες και 5% 12% στα εισαγόμενα» εξηγεί αναφερόμενος στον νέο τιμοκατάλογο που από τη Δευτέρα έθεσε σε κυκλοφορία.


* Οι συμφωνίες με τις ΔΕΚΟ


Στις Προγραμματικές Συμφωνίες, που αρκετές δεκάδες ελληνικές βιομηχανίες έχουν υπογράψει με ΔΕΚΟ, σε άλλες περιπτώσεις προβλέπεται για το 1998 αναπροσαρμογή τιμών σε περιπτώσεις «κρίσεων» στην αγορά και σε άλλες όχι αλλά υπάρχει ρητή πρόνοια για μετά το 1998.


Εταιρείες που «ήδη, ύστερα από διαγωνισμούς, υλοποιούν υπογεγραμμένες συμβάσεις με το Δημόσιο για τον εφοδιασμό με διάφορα προϊόντα ή έχουν υποβάλει προσφορές σε διαγωνισμούς που ολοκληρώνονται, όπως είναι φανερό πλήττονται σοβαρά» πληροφορεί η κυρία Φωτεινή Λεγάκι, επικεφαλής της βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας φυτοφαρμάκων και γεωργικών εφοδίων Χελλαφάρμ ΑΕ. Αναμένει από το υπουργείο Ανάπτυξης «καλή διάθεση και συνεργασία στην εξεύρεση των πιο σωστών λύσεων».


* Κάποιοι «πάγωσαν»


«Πάγωσαν» από την Παρασκευή 13 Μαρτίου ­ αναφέρουν οι πληροφορίες ­ οι ιθύνοντες της βιομηχανίας πετρελαίου Μότορ Οϊλ Ελλάς ΑΕ της κοινοπραξίας του ομίλου Βαρδινογιάννη και της αραβικής Aramco, εταιρείας με τη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική επιβάρυνση, ως απόλυτο μέγεθος, στον χώρο της ελληνικής βιομηχανίας.


Η αναπροσαρμογή τιμών ήταν άμεση, από τη Δευτέρα. «Οι απαιτήσεις μας από την εγχώρια αγορά υποτιμήθηκαν κατά 7 δισ. δρχ., αν λάβει κανείς υπόψη ότι τα προϊόντα προήλθαν από πρώτη ύλη που αγοράστηκε σε δολάρια» ανέφερε εκπρόσωπος της εταιρείας. Υπολογίζουν ωστόσο ότι το «άνοιγμα» αυτό θα αντισταθμιστεί από την ωφέλεια του δανεισμού σε δραχμές, που «κάλυπτε» την εγχώρια αγορά. Το 50% των πωλήσεων, που προκύπτει από εξαγωγές, καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από συναλλαγματικά δάνεια. «Η εταιρεία έχει “δολαριακή δραστηριότητα”, αφού οι τιμές λαμβάνουν ως βάση το δολάριο, αλλά δραχμικό κόστος λειτουργίας και μπορεί να ωφεληθεί». Ωστόσο, σε συνθήκες κατάρρευσης των τιμών του αργού και των προϊόντων, για κάθε διυλιστήριο οι απώλειες μπορεί να είναι μεγάλες, αφού τα αποθέματα ­ περιόδου τριών μηνών μάλιστα ­ παραμένουν «υποτιμημένα» λόγω προμήθειας της πρώτης ύλης σε πολύ ακριβότερη τιμή.


* Από τις πρώτες βιομηχανίες που ανακοίνωσαν αυξημένες ­ σε ποσοστό 8% ­ τιμές τη Δευτέρα, η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης ΑΕ αξιοποίησε άμεσα τον επαναπροσδιορισμό της «τιμής παρέμβασης» της ΕΕ στην ευρωπαϊκή αγορά ζάχαρης με βάση τις νέες ισοτιμίες, αποτρέποντας έτσι ­ όπως λέγεται ­ τη δυνατότητα κερδοσκοπίας με εξαγωγή και επανεισαγωγή της ζάχαρης.


«Διαθέτουμε τη φθηνότερη ευρωπαϊκή ζάχαρη» αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος κ. Α. Βαφειάδης. Η εταιρεία, έχοντας περάσει από κέρδη σε ζημίες, έκανε χρήση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που της έδωσε η υποτίμηση έναντι ιταλών ζαχαρουργών που είχαν αποκτήσει σημαντικό μερίδιο της ελληνικής αγοράς και τώρα μπορούν να πωλούν ιταλική ζάχαρη στην Ελλάδα μόνο με ζημία, ενώ η ελληνική βιομηχανία τείνει να επανέλθει σε θετικό οικονομικό αποτέλεσμα.


* Δεν θα αποδώσουν, ενδεχομένως, οι εξαγωγές ενδυμάτων που δεν συνδυάζονται με προβολή επώνυμων προϊόντων «προειδοποιεί» ο κ. Τ. Κιτσικόπουλος της εταιρείας ΕΛΒΕ ΑΕ. Και εξηγεί: «Με την υποτίμηση αποκτήσαμε νέες προοπτικές για μεγαλύτερες πωλήσεις στη Γαλλία και στη Γερμανία. Αυτό έγινε όμως γιατί συνειδητοποιήσαμε πριν από πέντε χρόνια ότι μόνο με επώνυμες εξαγωγές θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε με επιτυχία στις μεγάλες αγορές…». Προφανώς η τιμή από μόνη της δεν «ανοίγει όλες τις πόρτες».


* Στην αμιγώς εξαγωγική εταιρεία αθλητικών ειδών ένδυσης Fanco ΑΕ είναι ικανοποιημένοι κατ’ αρχήν για το γεγονός ότι η εταιρεία «αποκτά συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντι στην Τουρκία, τον υπ’ αριθμόν 1 ανταγωνιστή». Για το 1998, αν και οι πωλήσεις θα αυξηθούν, τα δάνεια σε συνάλλαγμα και το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών προβλέπεται ότι «θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους» που προκύπτει από την υποτίμηση. Η ζωή δεν σταματά όμως στο 1998. «Το όφελος θα εμφανιστεί στα αποτελέσματα της εταιρείας το 1999» εξηγεί ο επικεφαλής της εταιρείας κ. Κ. Μπιτζάνης.


* Στον όμιλο μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες και μάλιστα από αυτές που μετέτρεψαν δραχμικά δάνεια σε συναλλαγματικά και εξέδωσε στις ΗΠΑ ομολογιακό δάνειο της τάξης των 30 δισ. δρχ. σε δολάρια πριν από λίγους μήνες, «μετρούν» τις απώλειες και υπολογίζουν την έκταση της άμεσης ανατίμησης των προϊόντων που ετοιμάζουν. «Οι επιπτώσεις για μας αναμφιβόλως είναι δυσμενείς» παραδέχεται ο κ. Δ. Χατζηκόκκινος του ομίλου των ιδιοκτητών της εταιρείας τροφίμων Φάγε ΑΕ και άλλων εταιρειών τροφίμων.


Οπως εξηγεί, «περίπου το 50% των δανείων μας είναι σε συνάλλαγμα και αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε μια επιβάρυνση της τάξης των 4,5 δισ. δραχμών ετησίως». Η αντίδραση δεν μπορεί παρά να είναι, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, άμεση. «Ασφαλώς το πρόσθετο αυτό κόστος θα μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων», με ό,τι αυτό συνεπάγεται ­ για όλες φυσικά τις βιομηχανίες που βρίσκονται σε ανάλογη θέση ­ για τον πληθωρισμό. Ειδικότερα η Φάγε θα έχει βέβαια και κάποια οφέλη είτε από την «περιοχή» των ελληνικών δανείων είτε ως εξαγωγέας προϊόντων αξίας άνω των 6 δισ. δρχ. αλλά σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα προδιαγράφεται αρνητικό. Χωρίς μια «γενναία» αναπροσαρμογή των τιμών της η εταιρεία θα δει όλα τα ­ αυξημένα ­ κέρδη της του 1997 να «γίνονται καπνός». Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ­ πιστεύει ο συνομιλητής μας ­ «ότι μεσοπρόθεσμα θα έχουμε όφελος λόγω της θέσης που έχουμε στην αγορά και της μείωσης της αβεβαιότητας που ελπίζουμε ότι θα επέλθει».


* Δεν θα κερδίσουν όλοι οι εξαγωγείς


«Η σκληρή δραχμή οδηγούσε σε απουσία νέων παραγωγικών επενδύσεων και ­ ας μην το ξεχνούμε ­ τα τελευταία χρόνια υπήρχε εκπεφρασμένη αδιαφορία του ξένου κεφαλαίου για επενδύσεις» σημειώνει κατ’ αρχήν ο κ. Μαν. Καλδέλλης, επικεφαλής της ελεγχόμενης από την Heinz των ΗΠΑ εταιρείας Κωπαΐς ΑΒΕΕ, πλήρως σχεδόν εξαγωγικής βιομηχανίας προϊόντων τομάτας, καθώς και μεταποιημένων φρούτων.


Κάθε άλλο παρά θα κερδίσουν όλοι οι εξαγωγείς! Εξηγεί: «Με δεδομένο ότι σχεδόν το σύνολο του κλάδου έχει δανειστεί σε συνάλλαγμα και οφείλει μεγάλα ποσά αλλά παράλληλα υπολείπονται για φόρτωση μεγάλες ποσότητες από κλεισμένα συμβόλαια που θα ρευστοποιηθούν με αυξημένο δραχμικό τίμημα, στο τρέχον έτος θα είναι μικρή ή δεν θα υπάρξει οικονομική ωφέλεια του κλάδου από την υποτίμηση». Μετά αναμένεται όμως αυξημένη ζήτηση. Υπενθυμίζει «το υψηλό κόστος χρήματος σε σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες».


* Στον κλάδο των καταναλωτικών προϊόντων χάρτου, όπου η εισαγωγική διείσδυση είναι έντονη και αυξανόμενη τα τελευταία χρόνια, προβλέπεται κάποιο όφελος. «Ο κλάδος χάρτου καταναλίσκει 1 εκατ. τόνους ενώ παράγει μόνο 350.000 τόνους και εξ αυτών 100.000 τόνους με εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ως εκ τούτου οι επιπτώσεις αναμένονται ανάλογες. Ασφαλώς οι εξαγωγές μας και η ανταγωνιστικότητά μας έναντι των εισαγομένων θα βελτιωθούν και ελπίζουμε ότι θα καλύψουν τις απώλειες των υψηλών επιτοκίων και της απρόοπτης συναλλαγματικής διαφοράς» εκτιμά ο κ. Π. Ζερίτης της εταιρείας Χαρτοποιία Θράκης ΑΕ.


Θίγει και ένα γενικότερο θέμα: «Επιχειρήσεις οι οποίες έχουν λαμβάνειν πολλά χρήματα, κυρίως από το Δημόσιο, μετά την αύξηση των επιτοκίων που άρχισε τον Οκτώβριο 1997 είχαν δυσκολία να δανειστούν σε δραχμές με λογικά επιτόκια και πείστηκαν από την κυβέρνηση να δανειστούν σε συνάλλαγμα, φοβούμενες ίσως κάποιο σοκ τον Μάιο του 1998 και με την προοπτική ως τον Μάιο να μετατρέψουν το συνάλλαγμα σε δραχμές. Οι επιχειρηματίες αυτοί καταβάλλουν από 13.3.98 αυξημένα κατά 14% τόκους και χρεολύσια και τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό έχει η κυβέρνηση ­ να μην εκπλαγούμε λοιπόν αν κάποιο δικαστήριο επιβάλει στο κράτος να αποζημιωθούν λόγω των συνεχών και κατηγορηματικών και de facto καταστάσεων σταθερής δραχμής οι ζημιούμενοι» προσθέτει. «Το ερώτημα είναι κατά πόσον το κράτος θα πρέπει να εξετάσει το ύψος των δανείων των επιχειρήσεων σε συνάλλαγμα και να μετάσχει με κάποιους τρόπους είτε με συμμετοχή στο 14% είτε με επιδοτούμενα επιτόκια προτού φθάσουμε σε μη δυνάμενα να επιδοτηθούν “κανόνια”…» καταλήγει.


* Δεν λείπουν βέβαια ­ αν και αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου ­ οι περιπτώσεις μεγάλων βιομηχανιών που αντιμετωπίζουν «ουδέτερα» το θέμα, λόγω έλλειψης τραπεζικού δανεισμού. «Η εταιρεία μας δεν έχει καθόλου δανεισμό ­ είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό ­ και έτσι από την πλευρά αυτή η υποτίμηση δεν έχει επιπτώσεις» ανέφερε ο κ. Ν. Λύκος της βιομηχανίας εκτυπώσεων – εκδόσεων Inform Π. Λύκος ΑΕ, για να προσθέσει: «Ομοιες επιπτώσεις δεν υπάρχουν στα επενδυτικά σχέδιά μας, καθώς έχουν ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Ως προς τις εισαγωγές, η τιμή του χαρτιού παρουσίαζε διακυμάνσεις έτσι κι αλλιώς ­ οπότε και στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν επιπτώσεις».


* Χαρές στην κλωστοϋφαντουργία


Στον κλάδο που «πλήρωσε» ακριβότερα ίσως από κάθε άλλον την πολιτική της «σκληρής δραχμής» και απώλεσε θέσεις και μερίδια όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στη διεθνή αγορά, την κλωστοϋφαντουργία, που απασχολεί δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, δεν φαίνονται όλα… εύκολα.


«Η υποτίμηση της δραχμής» αναφέρει ο επικεφαλής τής μεσαίου μεγέθους αλλά εξαιρετικά κερδοφόρας εταιρείας Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου ΑΕ κ. Γ. Πολύχρονος «θα ωφελήσει την ελληνική κλωστοϋφαντουργία για δύο λόγους. Πρώτον, θα υπάρξει αύξηση των εξαγωγών και, δεύτερον, τα εισαγόμενα προϊόντα θα γίνουν ακριβότερα για τον καταναλωτή με συνέπεια αυτός να προτιμά τα ελληνικά προϊόντα. Θα έχουμε μεγαλύτερη κίνηση στο εσωτερικό λιανεμπόριο».


Στην Ελληνική Υφαντουργία ΑΕ, τη μεγαλύτερη υφαντουργική μονάδα της χώρας, ο κ. Γ. Ακκάς «προειδοποιεί» ότι η αναμενόμενη σημαντική ωφέλεια, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά αυτή την εταιρεία, «αντισταθμίζεται κατά ένα μέρος από την αναμενόμενη αύξηση της τιμής του βαμβακιού και των εισαγόμενων βοηθητικών υλών». Αυτό που θα σηματοδοτήσει την ευνοϊκή πορεία του κλάδου και της λοιπής βιομηχανίας ­ προσθέτει ­ είναι η δυνατότητα συγκράτησης του πληθωρισμού και οι διαρθρωτικές αλλαγές.


Στην εταιρεία Κλωστήρια Ναούσης ΑΕ, μεγαλύτερη νηματουργική βιομηχανία με εξαγωγές πάνω από 10 δισ. δρχ., οι ιθύνοντες προμηθεύθηκαν τις προάλλες βαμβάκι για ολόκληρη τη χρονιά ­ με δανεισμό βεβαίως. «Δεν επηρεαζόμαστε από τον δανεισμό σε συνάλλαγμα λόγω της υποτίμησης, επειδή το σύνολο των δανείων μας είναι επενδεδυμένο σε αποθέματα, κυρίως πρώτων υλών, των οποίων η τιμή καθορίζεται από τα διεθνή Χρηματιστήρια προϊόντων», επισημαίνει ο κ. Θ. Λαναράς εκ μέρους του ΔΣ της εταιρείας, προσθέτοντας: «Ετσι τα αποθέματα λειτούργησαν ως εσωτερικό hedging του δανεισμού σε συνάλλαγμα, που αποτελεί το 40% περίπου του συνολικού δανεισμού. Τα αποτελέσματα θα επηρεασθούν θετικά από την δραχμοποίηση των απαιτήσεων σε ξένο νόμισμα και από τις πωλήσεις κυρίως του εξωτερικού».


Στην Επίλεκτο Κλωστοϋφαντουργία ΑΕΒΕ, την πρώτη σε κέρδη εταιρεία του κλάδου η οποία πραγματοποίησε εξαγωγές αξίας 12 δισ. δρχ., υπολογίζεται ότι θα είχαν πρόσθετα κέρδη 1,2 δισ. δρχ. την προηγούμενη χρήση με βάση τη νέα ισοτιμία. «Ολες μας οι υποχρεώσεις μας είναι σε δραχμές και είναι ελάχιστες, ενώ οι εξαγωγές μας καλύπτουν περίπου το 70% του κύκλου των εργασιών» πληροφορεί ο επικεφαλής της εταιρείας κ. Μιχ. Δοντάς. Η υποτίμηση τη βρήκε με κέρδη δεύτερου εξαμήνου του 1997 αυξημένα κατά 40% αλλά και με αποθέματα σε ελληνικό βαμβάκι που «καλύπτουν τις ανάγκες των νηματουργείων μας ως τον Πκτώβριο 1998 και επιτρέπουν και την πραγματοποίηση εξαγωγών βάμβακος» προσθέτει.


* «Εμείς, με τη δραχμή…»


Στον μεγαλύτερο μεταλλουργικό ­ και εξαγωγικό ­ όμιλο της χώρας η συναλλαγματική «έκθεση» ήταν περιορισμένη συγκριτικά με άλλους και προπαντός μεγάλο μέρος του βραχυπρόθεσμου δανεισμού είχε μετατραπεί σε μακροπρόθεσμο.


* Ο λόγος γίνεται κυρίως για την εταιρεία αλουμινίου ΕΤΕΜ ΑΕ του γκρουπ «Βιοχάλκο». «Τα αποτελέσματα για μας θα είναι θετικά, διότι το 35% των πωλήσεών μας αφορά εξαγωγές και θα μπορέσουμε να αυξήσουμε πολύ περισσότερο τις εξαγωγές μας αλλά θα είναι θετικό, τονωτικό μέτρο γενικότερα για την ελληνική οικονομία», είναι το σχόλιο του κ. Μ. Καλλέργη, επικεφαλής της εταιρείας αλουμινίου. «Τα δάνειά μας ­ όλα σχεδόν ­ είναι σε δραχμές, γύρω στο 90%» εξηγεί.


* Ο κ. Θ. Τζώρτζης της ομοειδούς εταιρείας Αλκο Ελλάς ΑΒΕΕ σημειώνει ότι «η μεταβολή της τιμής κτήσης της πρώτης ύλης επιφέρει παραδοσιακά ανάλογη μεταβολή επί της τιμής πώλησης του προϊόντος» και έτσι η βιομηχανία συνεχίζει να ελπίζει ότι θα μπορέσει να βελτιώσει κατά 30% τα αποτελέσματά της το 1998. «Τα αποθέματα με τιμές προ της υποτίμησης» κρίνονται επαρκή για την κάλυψη απωλειών από τον συναλλαγματικό δανεισμό. Πέραν αυτού όμως η εταιρεία υπολογίζει σε «ικανοποιητικά κέρδη από πιστωτικούς τόκους και συναφή έσοδα από δραστηριότητες σε συνάλλαγμα».


* «Η υποτίμηση της δραχμής αποτελεί ένα γενναίο και απαραίτητο βήμα για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας» τονίζει ο κ. Δημ. Δασκαλόπουλος, επικεφαλής της εταιρείας τροφίμων Δέλτα ΑΕ που έχει πολύ χαμηλή δανειακή επιβάρυνση. «Θα πρέπει όμως απαραίτητα να συνοδευθεί από αυστηρή εισοδηματική και νομισματική πολιτική καθώς και από επιτάχυνση της δημοσιονομικής εξυγίανσης ­ αν θέλουμε να είναι η υποτίμηση αποτελεσματική και να μην οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού παρά μόνο παροδικά» προσθέτει. Σε ό,τι αφορά τη Δέλτα, εκτιμά ότι η υποτίμηση «θα έχει ευνοϊκά αποτελέσματα. Ο δανεισμός μας είναι εξαιρετικά χαμηλός και πάντως η εταιρεία είχε ήδη λάβει όλα τα απαραίτητα βήματα που τη διασφάλιζαν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η βασική τοποθέτησή της δηλαδή είναι τέτοια ώστε επιπτώσεις δεν υπάρχουν και στον βαθμό που θα εμφανιστούν αυτές θα είναι θετικές».


* Αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητάς της στην εγχώρια αγορά, όπου το 1997 αναγκάστηκε από «τον ιδιαίτερα αυξημένο ανταγωνισμό από εισαγόμενα ομοειδή προϊόντα» να κρατήσει σταθερές τις τιμές, διαβλέπει η βιομηχανία ασφαλτικών προϊόντων Εσχα ΑΕ. «Η υποτίμηση θα δυναμώσει την ηγετική θέση της εταιρείας μας στην εγχώρια αγορά και θα ενισχύσει τις εξαγωγές της» αναφέρει ο επικεφαλής της κ. Απ. Κάλλιος.


* «Τα αποτελέσματα των νέων μέτρων πιθανότατα θα είναι, γενικότερα, ωφέλιμα. Εχουμε εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία» δήλωσε προς «Το Βήμα» από τη Ρώμη, όπου βρίσκεται, ο διευθύνων σύμβουλος της τσιμεντοβιομηχανίας Ηρακλής ΑΓΕΤ κ. Μ. Τζιούντιτσι.


* «Θα αυξήσουμε 30% την παραγωγή»


Γρηγορότερα και σε μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι σχεδίαζαν θα επεκτείνουν οι άνθρωποι της εξαγωγικής σε ποσοστό 90% βιομηχανίας μοκετών Fintexport ΑΕ το παραγωγικό δυναμικό.


«Θα ανεβάσουμε την παραγωγική μας δυναμικότητα κατά 30% και θα ασκήσουμε επιθετικότερη εμπορική πολιτική διείσδυσης σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της ΝΑ Ασίας, όπου ακόμη έχουμε μικρή παρουσία…» πληροφορεί ο διευθυντής εξαγωγών της εταιρείας κ. Αγγ. Βρυώνης. «Μουδιασμένοι» μερικοί εξαγωγείς


ΑΝ ΚΑΙ δεν είναι λίγοι οι έλληνες βιομήχανοι που παρομοιάζουν με «σεισμό πολλών Ρίχτερ» την κατάσταση που δημιουργήθηκε στα περίπου 5.500 εργοστάσια της χώρας, αρκετοί σπεύδουν να παραδεχθούν ότι το γεγονός πως όλα είναι… ακόμη στη θέση τους ίσως να αποτελεί αρκετά ενθαρρυντικό «σημάδι».


Πάνω από τις περίπου 5.500 ΑΕ και ΕΠΕ της ελληνικής βιομηχανίας, στις οποίες ανήκουν όλα αυτά τα εργοστάσια, πλανάται όχι μόνο το φάσμα απωλειών της τάξης των 450 δισ. δραχμών αλλά και ένα πιθανό ­ ενδεχόμενο, πιο σωστά ­ όφελος, που δεν μπορεί ωστόσο παρά να καλύψει το πολύ ίσως το 1 / 2 των απωλειών το έτος 1998. Για να καλυφθούν αυτές και μόνο οι βεβαιωμένες επιβαρύνσεις, θα έπρεπε οι τιμές της βιομηχανίες να αυξάνονταν «αυτομάτως» γύρω στο 6% αλλά ­ ευτυχώς ­ δεν είναι πολλοί αυτοί που σκέπτονται να «αυτοκτονήσουν» διακινδυνεύοντας να τεθούν «εκτός αγοράς». Πραγματικά οφέλη μπορεί να προκύψουν από πρόσθετες εξαγωγές και εφόσον «αναπροσαρμοστούν» προθεσμιακοί διακανονισμοί με τους οποίους είναι «δεμένες» αρκετές βιομηχανίες.


Μόνο μεσομακροπρόθεσμα και μόνο για όσες βιομηχανίες κατορθώσουν να εξέλθουν με ελαφρά «τραύματα» αναμένονται, από το 1999, κέρδη.


Οι «μετασεισμοί», που είναι αναπόφευκτοι, φοβίζουν περισσότερο από τον κύριο «σεισμό». Σε λίγο καλύτερη θέση, ασφαλώς, βρίσκονται οι επιχειρήσεις που το 1997 μετέτρεψαν ένα μεγάλο τμήμα του δανεισμού τους, ιδίως του συναλλαγματικού, από βραχυπρόθεσμο σε μακροπρόθεσμο.


Τι μπορεί όμως να σημαίνουν όλα αυτά για μιαν αμιγώς, σχεδόν, εξαγωγική βιομηχανία, όπως είναι η εταιρεία μεταλλικής συσκευασίας Μαΐλλης Μ. Ι. ΑΕ, που διαθέτει το 95% των προϊόντων της στις πέντε ηπείρους και εξέδωσε τις προάλλες μακροπρόθεσμο ομολογιακό δάνειο 62 εκατ. γερμανικών μάρκων ή περίπου 9 δισ. δρχ., περιορίζοντας σε μόνο 1 δισ. δρχ. τον δραχμικό δανεισμό της; «Ασφαλώς από μια άποψη θα έχουμε κάποιες απώλειες αλλά συνολικά θα έχουμε όφελος, γιατί μόνο το 50% των πρώτων υλών μας το προμηθευόμαστε από το εξωτερικό και μεσοπρόθεσμα θα έχουμε όφελος» δηλώνει ο γενικός διευθυντής κ. Ι. Καραβίας, προσθέτοντας μιαν άλλη ­ πολύ σημαντική για εκατοντάδες βιομηχανίες ­ διάσταση: «Βρισκόμαστε με σημαντικά αποθέματα, τα οποία φυσικά θα πωληθούν με τις νέες τιμές». Ελπίζεται ότι τα αναμενόμενα οφέλη θα αντισταθμίσουν τις απώλειες από τον μακροπρόθεσμο συναλλαγματικό δανεισμό.


Ανησυχίες για την επίδραση της περικοπής κρατικών «επιδοτήσεων προς επιχειρήσεις», σε ό,τι αφορά τις βιομηχανικές επενδύσεις και την εξασφάλιση και διάθεση των κεφαλαίων που απαιτούνται για επιχορηγήσεις, άρχισαν να εκφράζονται εξάλλου μετά τις ανακοινώσεις του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου για την περίφημη «δέσμη σκληρών μέτρων». «Αν το ζητούμενο με την υποτίμηση του νομίσματος και τα μέτρα που τη συνοδεύουν είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας, τότε το πρώτο από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, στον βαθμό που εκφραστεί με περικοπή των επιχορηγήσεων για επενδύσεις, αντιστρατεύεται και θέτει αμέσως υπό αίρεση αυτή την προοπτική, αυτή τη δυνατότητα, την ύψιστη αυτή αναγκαιότητα θα έλεγα» πιστεύει μέλος του επιτελείου μελετών του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ).


Η τοποθέτηση αυτή, αν και «ξαφνιάζει», μοιάζει απολύτως εύλογη. Το 1986 οι επενδύσεις στη μεταποίηση, ελλείψει κινήτρων, κάθε άλλο παρά είχαν αυξηθεί. Το πρώτο από τα «προϊόντα» που αυτόματα από τις 13 Μαρτίου έγινε 14% ακριβότερο είναι αυτό που περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο έχει ανάγκη η Ελλάδα για να ισχυροποιήσει πραγματικά ­ σε βάθος χρόνου και όχι πρόσκαιρα και τεχνητά ­ την οικονομία της: ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός, που είναι κατά 90% εισαγόμενος. «Παραγγείλαμε νέα μηχανήματα την εβδομάδα της υποτίμησης…» επισημαίνει ­ χωρίς άλλα σχόλια ­ η κυρία Μαίρη Χατζάκου της γαλακτοβιομηχανίας Μεβγάλ ΑΕ, που εξάγει προϊόντα αξίας 4 δισ. δρχ.


Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό, τουλάχιστον για όσες εταιρείες μείνουν «εκτός» του αναπτυξιακού νόμου, πιθανότατα γίνονται ως και 20% ακριβότερες μετά την περικοπή των κρατικών επιχορηγήσεων τουλάχιστον κατά 100 δισ. δρχ. που ανακοίνωσε ­ ως πρώτο μέτρο μάλιστα ­ η κυβέρνηση.


Την πιο «φιλοσοφική» ίσως τοποθέτηση, επί του θέματος, έκανε προς «Το Βήμα» ένας πάμπλουτος βιομήχανος που δεν χρωστάει δραχμή σε τράπεζα και έχει ετήσια κέρδη της τάξης του 1 δισ. δρχ. αλλά κατοικεί… στον Βοτανικό για να είναι μέρα νύχτα κοντά και «μέσα» στις δουλειές του. «Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία που θα έχει η ελληνική βιομηχανία να εκσυγχρονιστεί και αλίμονο αν ­ όλοι, από τον πιο πλούσιο ως τον πιο φτωχό πολίτη της χώρας ­ αυτή την ευκαιρία που θεωρητικά έχουμε με την υποτίμηση τη μετατρέψουμε σε ληξιαρχική πράξη αργού θανάτου της ελληνικής βιομηχανίας και οικονομίας» αναφέρει ο επί σειρά ετών πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Χάρτου κ. Αναστ. Κολιόπουλος, επικεφαλής της βιομηχανίας χαρτοκιβωτίων Πάκο ΑΕ. «Πρέπει να υποκαταστήσουμε εισαγόμενες πρώτες ύλες, να περιορίσουμε την εξάρτησή μας, να αυξήσουμε ­ με την ανακύκλωση χάρτου σε ό,τι αφορά τον κλάδο μας ­ την απασχόληση» καταλήγει. «Σήμα κινδύνου» από την ICAP


ΣΤΗ μεγαλύτερη εταιρεία οικονομικών ερευνών και μελετών, την ICAP ΑΕ, ο διευθύνων σύμβουλος κ. Δημ. Μανιατάκης δεν «μασάει τα λόγια του»: «Τα διαθέσιμα στοιχεία πιστοποιούν ότι η άνοδος της κερδοφορίας στη βιομηχανία τα τελευταία χρόνια προήλθε, κατά κύριο λόγο, από τη μείωση του κόστους χρηματοοικονομικής λειτουργίας ως ποσοστού των πωλήσεων και των μεικτών κερδών, τα οποία όμως ­ πρέπει να υπογραμμίσουμε ­ παρέμειναν σταθερά ως ποσοστό των πωλήσεων υποδηλώνοντας σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής και απώλεια ανταγωνιστικότητας».


Και εξηγεί: «Η μείωση των χρηματοοικονομικών δαπανών οφείλεται στη μείωση των επιτοκίων του δανεισμού σε δραχμές, τα οποία μετά την κρίση από τον Οκτώβριο του 1997 επανήλθαν και παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, καθώς επίσης από την υποκατάσταση δραχμικών δανείων σε συναλλαγματικά, χωρίς ­ όπως φαίνεται ­ πρόνοια για ασφάλιση έναντι συναλλαγματικού κινδύνου που θα κόστιζε κάτι παραπάνω. Η ελάφρυνση του χρηματοοικονομικού βάρους των επιχειρήσεων οδήγησε σε βελτίωση του δείκτη της ρευστότητάς τους, που μεταφράζεται σε πραγματική δυνατότητα κάλυψης των υποχρεώσεών τους. Τα στοιχεία ωστόσο που έχουμε στη διάθεσή μας για πάνω από 500 βιομηχανικές επιχειρήσεις που έχουν κλείσει ισολογισμό με ημερομηνία είτε 30.6.1997 είτε 31.12.1997, στον βαθμό που εκφράζουν τη γενικότερη τάση, δημιουργούν ανησυχία. Ο δείκτης ρευστότητας υποχώρησε ­ σε επίπεδα κάτω της μονάδας ­ και η δανειακή επιβάρυνση, κυρίως λόγω επενδύσεων, έχει μεγαλώσει. Ασφαλώς μετά την αύξηση του κόστους χρηματοοικονομικής λειτουργίας τα πράγματα δεν είναι καλύτερα» καταλήγει. «Πληρώνουμε την εμπιστοσύνη…»


ΜΙΑ μεγάλη ­ και μάλιστα πολυεθνικών διαστάσεων ­ ελληνική βιομηχανία «πάγωσε» αλλά αποδύεται σε «αγώνα δρόμου» για να «αντισταθμίσει» όσο γίνεται γρηγορότερα τις ­ όποιες… ­ απώλειες έχει.


Στην εταιρεία πλαστικών σωλήνων Πετζετάκις Α. Γ. ΑΕ, η οποία έχει ηγετικό μερίδιο στην ελληνική αγορά και παράλληλα διεθνείς δραστηριότητες και θυγατρικές στο εξωτερικό, εκτιμάται ότι «σε πρώτη φάση, τη Δευτέρα το πρωί ας πούμε, η εταιρεία είχε μια σημαντική απώλεια» της τάξης του 0,5 δισ. δρχ., όπως αναφέρει ο κ. Γ. Πετζετάκις, μόνο και μόνο λόγω της «σημαντικής έκθεσης σε συναλλαγματικό δανεισμό». Και προσθέτει: «Είναι αλήθεια ότι είχαμε εμπιστοσύνη στην πολιτική έναντι της δραχμής… Δεν είχαμε κάνει headging στα συμβόλαιά μας».


Αυτή όμως είναι η μία, μόνο, όψη του… νέου νομίσματος της δραχμής. «Από καιρό υιοθετήσαμε στρατηγική με διεθνή χαρακτηριστικά και τα οφέλη από τις διεθνείς μας δραστηριότητες θα είναι τέτοια, που θα ενισχύσουν τη διεθνή επέκταση και θα ενισχύσουν παράλληλα την ανταγωνιστική μας θέση στην ελληνική αγορά έναντι των ανταγωνιστών, που πουλώντας προϊόντα τους μόνο στην Ελλάδα θα βρεθούν σε μειονεκτικότερη θέση έναντι ημών» προσθέτει. Ενας υποκλάδος με -30 δισ.!


ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε τομείς που είναι πλήρως εξαρτώμενοι από εισαγόμενες πρώτες ύλες και πλήττονται από αποφάσεις πολυεθνικών να εισάγουν έτοιμα τα προϊόντα που οι ίδιες ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις παρήγαγαν στην Ελλάδα; Στη φαρμακοβιομηχανία, στην οποία η εξάρτηση αυτή φθάνει το 90% και με δεδομένο ότι ένα μεγάλο μέρος των φαρμάκων που διατίθενται στην ελληνική αγορά είναι εισαγόμενο, η υποτίμηση… «άναψε φωτιές» καθώς δεν έχει στεγνώσει ακόμη το μελάνι του διοικητικού καθορισμού των τιμών των φαρμάκων με βάση την ισοτιμία που είχε η δραχμή πριν από πέντε μήνες.


«Τίθεται θέμα άμεσης αναπροσαρμογής της τιμής των φαρμάκων με πλήρη συνυπολογισμό του ποσοστού μεταβολής της τιμής της δραχμής, αφού οι τιμές που έχουν καθοριστεί με βάση τη φθηνότερη τιμή των φαρμάκων σε ολόκληρη την Ευρώπη υπολογίστηκαν με βάση τις ισοτιμίες του περασμένου καλοκαιριού» αναφέρει ο επικεφαλής της Βιανέξ ΑΕ κ. Π. Γιαννακόπουλος. Οι επιχειρήσεις φαρμάκων του ευρύτερου κλάδου της χημικής βιομηχανίας σε διαφορετική περίπτωση θα έχουν απώλειες άνω των 30 δισ. δραχμών. Από την περασμένη Δευτέρα το υπουργείο Ανάπτυξης, που φαίνεται να μελετά εφάπαξ ανατίμηση για όλα τα εγχωρίως παραγόμενα και τα εισαγόμενα φάρμακα κατά 8%, «βομβαρδίζεται» από τις φαρμακευτικές εταιρείες. «Ιντρακόμ»: επίθεση στη διεθνή αγορά


ΣΤΗ βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και εντάσεως κεφαλαίου Ιντρακόμ ΑΕ δεν «αρκούνται» στους υπολογισμούς για τις απώλειες που θα επιφέρει κατά πρώτο λόγο η επιβάρυνση των τιμών πρώτων υλών και κατά δεύτερο λόγο το συναλλαγματικό ­ κάτω του 50% των συνολικών ­ μέρος των δανείων.


Η εταιρεία «σήμανε» εξαγωγική «επίθεση». «Ενώ το 1997 φθάσαμε τις εξαγωγές μας στο επίπεδο των 15 δισ. δρχ., για το 1998, μετά τις νέες εξελίξεις, θέσαμε ως στόχο οι εξαγωγές μας το 1998 να ανέλθουν σε 25 δισ. δρχ.» πληροφορεί ο γενικός διευθυντής κ. Κ. Τσουκαλίδης. Με την εξαγωγική αυτή «επίθεση» η εταιρεία υπολογίζει ότι θα μπορέσει να καλύψει το σύνολο, ίσως, των απωλειών που θα έχει.