Τίποτε από όσα συνέβησαν το περασμένο Σαββατοκύριακο στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί έκπληξη. Ολα ήταν προδιαγεγραμμένα και αναμενόμενα και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Οι 11 χώρες που ικανοποιούσαν τα κριτήρια του πληθωρισμού, του ελλείμματος και των μακροχρόνιων επιτοκίων εντάχθηκαν στην πρώτη φάση της ΟΝΕ και καθόρισαν τις μεταξύ τους ισοτιμίες, που θα ισχύσουν με αμετάκλητο τρόπο από 1.1.1999. Η χώρα μας, όπως ήταν ήδη ευρέως γνωστό, δεν ικανοποιούσε κανένα από τα κριτήρια αυτά και ως εκ τούτου έμεινε εκτός της πρώτης φάσης. Το γεγονός ότι οι σχετικοί μακροοικονομικοί μας δείκτες έχουν παρουσιάσει σημαντική βελτίωση το γνωρίζαμε ήδη και ουδείς περίμενε ότι το Eco/Fin θα είχε διαφορετική γνώμη. Το μόνο πράγμα που δεν γνωρίζαμε ήταν το όνομα του διοικητή της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Το μάθαμε και αυτό: το όνομά του είναι Βιμ Ντούιζενμπεργκ, είναι σχετικά νέος (62 ετών), Ολλανδός, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ινστιτούτου και πολύ φίλος του Χανς Τιτμάγερ. Είναι πράγματι κρίμα που το 2003 οι φυσικές του δυνάμεις θα τον εγκαταλείψουν και θα αναγκασθεί να παραιτηθεί από αυτό το πανίσχυρο πόστο.


Επιπλέον έγινε φανερό ότι προωθείται με ταχείς ρυθμούς μόνο το νομισματικό σκέλος της ΟΝΕ. Με άλλα λόγια, θα έχουμε κοινή νομισματική αλλά δεν θα έχουμε ακόμη ενιαία δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική, γεγονός που καθιστά τη μελλοντική πορεία του ευρώ τουλάχιστον αβέβαιη. Αρκετοί οικονομολόγοι, και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, φαίνεται να συμπίπτουν στην άποψη ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας στο οποίο κατέληξε η ΕΕ αποτελεί ένα μάλλον ατελές υποκατάστατο της απαραίτητης πολιτικής και οικονομικής ένωσης και εκτιμούν ότι η παραβίαση του Συμφώνου θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η γαλλογερμανική διαμάχη για τον πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας και ο μάλλον αστείος συμβιβασμός στον οποίο κατέληξαν παρέχουν ενδείξεις για χαμηλό βαθμό ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής από πολιτικές πιέσεις και επιρροές. Είναι διάχυτη η εντύπωση ότι τα παραπάνω θα καταδείξουν τα αμέσως επόμενα χρόνια την αναγκαιότητα της πολιτικής ενοποίησης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την επίτευξη βιώσιμης και ολοκληρωμένης Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης.


Οι εξελίξεις αυτές δεν συνιστούν ούτε «νίκη» της χώρας μας, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες, ούτε βεβαίως «ήττα», όπως ισχυρίζεται το σύνολο της αντιπολίτευσης. Θα συνιστούσε «ήττα» μόνον αν η κυβέρνηση είχε ως στόχο την ένταξη στην πρώτη ομάδα της ΟΝΕ. Είναι όμως γεγονός ότι προ 18μήνου περίπου η κυβέρνηση αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αναθεωρήσει, με σιωπηρό τρόπο είναι αλήθεια, τον στόχο αυτόν και να τον μεταθέσει στο 2001. Από την άλλη, είναι δύσκολο να διαγνώσει κανείς τις συνιστώσες της «νίκης». Δεν είναι καθόλου τιμητικό να θεωρούμε «νίκη» την αναγνώριση εκ μέρους των εταίρων της πασιφανούς και αδιαμφισβήτητης βελτίωσης των οικονομικών μας δεικτών. Εξυπακούεται ότι, όταν η Ελλάδα ικανοποιήσει τα σχετικά κριτήρια, θα ενταχθεί και αυτή στην ΟΝΕ. Με άλλα λόγια, η ένταξή μας στην ΟΝΕ θα πρέπει να θεωρείται βεβαία αν τα πράγματα εξελιχθούν σχετικώς ομαλά τόσο στη χώρα μας όσο και στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.


Τέλος, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι από καιρού σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, στις ΔΕΚΟ, στο Ασφαλιστικό, στις τράπεζες κλπ. δεν έχουν άμεση σχέση με αυτή καθαυτή την ενταξιακή προσπάθεια και την ικανοποίηση των σχετικών κριτηρίων. Για παράδειγμα, η μείωση του πληθωρισμού από το 20% στο 5% έχει επιτευχθεί χωρίς να μεσολαβήσουν άξιες λόγου διαρθρωτικές αλλαγές. Οι παρεμβάσεις αυτές όμως είναι κάτι περισσότερο από αναγκαίες για τη βιώσιμη πορεία της οικονομίας μας μέσα στην ΟΝΕ και τελικά για την ίδια την ευημερία μας. Προς αυτή την κατεύθυνση, η εξασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας που εγγυάται το ευρώ λύνει μόνον ένα από τα δεκάδες προβλήματα που χαρακτηρίζουν τη λειτουργία της οικονομίας μας και τα οποία θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε.


Ο κ. Μιχάλης Ντεμούσης είναι καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.