Αύξηση της απασχόλησης μπορεί να προέλθει κυρίως από δύο πηγές: α) από αύξηση της ζήτησης για εργασία δηλαδή, ως συνέπεια των επενδύσεων και της ανάπτυξης, και β) από εξάλειψη τυχόν δυσλειτουργιών της αγοράς εργασίας. Μια οικονομία που δεν αναπτύσσεται δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγηθεί σε υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης και, ως γνωστόν, η ανάπτυξη προϋποθέτει επενδύσεις. Ομοίως, αγορές εργασίας που λόγω εγκατεστημένων «αγκυλώσεων» εκδηλώνουν χαμηλή προσαρμοστικότητα στις σύγχρονες ανάγκες της παραγωγής ουδόλως συμβάλλουν στην αύξηση της απασχόλησης. Για παράδειγμα, οι πραγματικά εντυπωσιακές επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας αποδίδονται α) στην έγκαιρη (από την αρχή της δεκαετίας του 1980) προσαρμογή της παραγωγικής δομής στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και β) σε μια ιδιαίτερα ευέλικτη αγορά εργασίας, που κύρια χαρακτηριστικά της είναι τα ελαστικά ωράρια, η εκτεταμένη μερική απασχόληση και η μεγάλη κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ περιοχών, επιχειρήσεων και επαγγελμάτων.


Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι χώρες που επέλεξαν να ενταχθούν στην ΟΝΕ αποβλέπουν σε μεγαλύτερη και βιωσιμότερη ανάπτυξη, δηλαδή σε αύξηση των επενδύσεων, σε βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης τους, σε μείωση της ανεργίας και σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Το ενιαίο νόμισμα εξασφαλίζει μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα, εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, μειώνει τις αβεβαιότητες και οδηγεί σε χαμηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερα επιτόκια. Με άλλα λόγια, η προσδοκία είναι ότι το ενιαίο νόμισμα θα επιδράσει θετικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια και θα ενδυναμώσει την αποτελεσματικότητά της.


Είναι γενικά αποδεκτό ότι το ενιαίο νόμισμα και η νομισματική σταθερότητα από μόνα τους πολύ μικρή επίπτωση θα έχουν στην απασχόληση. Για παράδειγμα, ούτε τα χαμηλά επιτόκια ούτε η νομισματική σταθερότητα και ο χαμηλός πληθωρισμός είχαν κάποια αξιόλογη επίδραση στο επίπεδο της ανεργίας της Γαλλίας και της Γερμανίας. Η παράλληλη πορεία της ανεργίας και της νομισματικής σταθερότητας στις χώρες αυτές φανερώνει τις περιορισμένες δυνατότητες της δεύτερης ως μέσου αντιμετώπισης της πρώτης. Με άλλα λόγια, το ενιαίο νόμισμα αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη ανάπτυξης και αν δεν συνοδευθεί από αυξημένες επενδύσεις σε σύγχρονες τεχνολογίες, από αναδιάρθρωση της παραγωγικής δομής και από άρση των δυσλειτουργιών της αγοράς εργασίας μάλλον θα απογοητεύσει.


Επιπλέον, ο διαυγέστερος και εντονότερος ανταγωνισμός που θα συνοδεύσει το ενιαίο νόμισμα θα φέρει στην επιφάνεια τις διαρθρωτικές αδυναμίες της παραγωγικής δομής αρκετών χωρών της ΕΕ και θα καταστήσει επιτακτική την ανάγκη αντιμετώπισής των. Λιγότερο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις θα υποχρεωθούν να κλείσουν μη αντέχοντας τον εντονότερο ανταγωνισμό που θα ενσκήψει και σημαντικές αναδιαρθρώσεις της παραγωγικής δομής θα λάβουν χώρα με αρνητικές πάντοτε επιπτώσεις στην απασχόληση. Είναι φανερό ότι χώρες που είτε έχουν εξασφαλίσει ανταγωνιστική διάρθρωση της παραγωγής είτε έχουν προβεί ήδη σε ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές θα ωφεληθούν από τον αυξημένο ανταγωνισμό. Αντίθετα, χώρες με προβληματική παραγωγική δομή και συνεπώς με επιτακτικότερη την ανάγκη για αναδιαρθρώσεις θα υποφέρουν.


Η χώρα μας, επί του παρόντος, φαίνεται να αναζητεί εναγωνίως μόνον τη νομισματική σταθερότητα και προσπαθεί να στριμωχτεί μαζί με τους άλλους 11 εταίρους κάτω από την ομπρέλα του ευρώ. Η υπάρχουσα όμως παραγωγική δομή της εξασφαλίζει πολύ χαμηλή ανταγωνιστική θέση και είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, αν δεν υπήρχαν α) η ΚΑΠ και β) τα «πακέτα» της ΕΕ με τα τεράστια επενδυτικά κονδύλια και το ΠΔΕ η ανεργία θα ήταν πολύ υψηλότερη από το 10% που καταγράφεται σήμερα. Ως εκ τούτου, μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι στη χώρα μας και σε ό,τι αφορά την απασχόληση και την ανεργία τα πράγματα θα γίνουν μάλλον χειρότερα προτού καλυτερέψουν.


Ο κ. Μιχάλης Ντεμούσης είναι καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.