«Ποινές» επιβάλλουν πολλές τράπεζες στους καταθέτες όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους είναι χαμηλότερο από ένα συγκεκριμένο ποσό που, ανάλογα με την πολιτική της τράπεζας, δεν θεωρείται ικανό για την τήρηση λογαριασμού. Οι τράπεζες, αν και δέχονται σε πολλές περιπτώσεις να ανοίξουν ένα λογαριασμό με χαμηλό ποσό, αρνούνται να πληρώσουν τόκο ή χρεώνουν τον λογαριασμό με κάποια έξοδα όταν το υπόλοιπο της κατάθεσης είναι χαμηλό, με αποτέλεσμα ακόμη και τη μείωση του κεφαλαίου του καταθέτη.


Η αιτιολογία που προβάλλουν οι τράπεζες για την πολιτική τους αυτή είναι ότι η τήρηση ενός λογαριασμού κοστίζει και ως εκ τούτου, όταν το υπόλοιπο της κατάθεσης είναι μικρότερο από ένα ποσό ο λογαριασμός γίνεται «αντιοικονομικός» για την τράπεζα. Το ποσό κάτω από το οποίο οι τράπεζες δεν πληρώνουν τόκο ή εγγράφουν έξοδα στον λογαριασμό ποικίλλει ανάλογα με την τράπεζα και κυμαίνεται από 50.000 δρχ. ως 5 εκατ. δραχμές. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένες τράπεζες οι οποίες παρέχουν τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου χωρίς καμία επιβάρυνση για το υπόλοιπο της κατάθεσης.


* Η Εθνική Τράπεζα, για παράδειγμα, στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου δεν πληρώνει τόκο αν το μέσο υπόλοιπο δεν ξεπερνά τις 50.000 δραχμές. Επιπλέον, στους λογαριασμούς αυτούς κάθε συναλλαγή επιβαρύνεται με 100 δραχμές. Εξάλλου, αν το μέσο υπόλοιπο του λογαριασμού ταμιευτηρίου της τράπεζας είναι από 50.000 δρχ. ως 500.000 δρχ., κάθε συναλλαγή πέρα των 36 πρώτων το εξάμηνο χρεώνεται με 100 δραχμές.


* Διαφορετικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εμπορική Τράπεζα υπολογίζει την «ποινή» στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου με μικρά υπόλοιπα: αν το μέσο μηνιαίο υπόλοιπο του λογαριασμού δεν ξεπερνά τις 300.000 δρχ. οι πρώτες 100.000 δρχ. είναι άτοκες. Ετσι, για έναν λογαριασμό π.χ. 200.000 δρχ., πληρώνεται ο μισός τόκος.


* Αντίθετα, η Alpha Τράπεζα Πίστεως πληρώνει όλο τον τόκο στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου με χαμηλό υπόλοιπο, χρεώνει όμως τους λογαριασμούς αυτούς με 3.000 δρχ. το εξάμηνο αν το μέσο υπόλοιπο είναι κάτω από 50.000 δραχμές. Επιπλέον κάθε κίνηση του λογαριασμού πέραν των 8 πρώτων κάθε μήνα επιβαρύνεται με 200 δραχμές. Εξάλλου, αν το μέσο εξαμηνιαίο υπόλοιπο του λογαριασμού είναι κάτω των 500.000 δρχ., ο λογαριασμός χρεώνεται με 200 δρχ. για κάθε κίνηση πέραν των 8 τον μήνα.


* Η Αγροτική Τράπεζα στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου της δεν πληρώνει τόκο για όσο διάστημα το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι κάτω από 100.000 δραχμές.


* Η Ιονική Τράπεζα στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου με μέσο 6μηνιαίο υπόλοιπο κάτω των 500.000 δραχμών χρεώνει κάθε συναλλαγή τον μήνα πέρα των 8 πρώτων με 150 δραχμές.


* Η Τράπεζα Πειραιώς στον λογαριασμό ταμιευτηρίου της δεν πληρώνει τόκο στις πρώτες 100.000 δρχ. αν το μέσο εξαμηνιαίο υπόλοιπο είναι κάτω από 300.000 δραχμές.


* Η Citibank, που πλέον προσφέρει ως προϊόν τις σχέσεις της με τους πελάτες της, χρεώνει με 5.000 δρχ. τον μήνα τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου αν η «τραπεζική σχέση» του πελάτη με την τράπεζα δεν ξεπερνά τα 5 εκατ. δραχμές.


Αν το σύνολο αυτό είναι κάτω των 5 εκατ. δρχ., ο πελάτης της τράπεζας ναι μεν απολαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η τράπεζα χωρίς χρεώσεις και προμήθειες, επιβαρύνεται όμως με μια μηνιαία χρέωση 5.000 δρχ. που καλύπτει όλες τις παροχές της τράπεζας. Αυτό ισχύει και για κάποιον που διατηρεί έναν απλό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Ετσι, αν το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι, π.χ., 500.000 δρχ. και ο πελάτης δεν έχει κάποιον άλλο λογαριασμό στην τράπεζα, τότε ο τόκος που θα εισπράττει κάθε χρόνο θα είναι μικρότερος της χρέωσης με αποτέλεσμα να μειώνεται το κεφάλαιο της κατάθεσής του.


* Η Aspis Bank χρεώνει κάθε εξάμηνο με 3.000 δρχ. τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου αν το μέσο μηνιαίο υπόλοιπο της κατάθεσης πέσει κάτω από 200.000 δραχμές. Επίσης, για κάθε συναλλαγή στο ταμείο τον μήνα, πέρα από τις 10 πρώτες, χρεώνεται προς 250 δραχμές.


* Χωρίς επιβαρύνσεις είναι οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου της Τράπεζας Εργασίας, της Τράπεζας Αττικής, της Εγνατίας Τράπεζας, της Xiosbank, της Eurobank και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.