Ο στόχος επιτεύχθηκε. Το δημοσιονομικό κριτήριο για ένταξη στην ΟΝΕ, το οποίο λίγα χρόνια πριν φάνταζε υπερφιλόδοξο, είναι γεγονός. Μάλιστα βρισκόμαστε στην πλεονεκτική θέση διοχέτευσης κάποιων πόρων του προϋπολογισμού στη μάχη κατά του πληθωρισμού (είναι βέβαια θέμα άλλου άρθρου το κατά πόσο αυτός είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος καταπολέμησής του). Ο στόχος φαίνεται να επιτεύχθηκε με διαδοχικές αυξήσεις των φορολογικών εσόδων αλλά και συγκράτηση κάποιων δαπανών, δεδομένου ότι σημαντικοί πόροι διατέθηκαν στις δημόσιες επενδύσεις κυρίως για κάλυψη της εθνικής συμμετοχής στα έργα που χρηματοδοτούνται από το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Παρά τις επιτυχίες αυτές, ο κατατεθείς προϋπολογισμός (ΚΠ) του 1999 περιέχει προδιαγραφές για επιπλέον αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος το οποίο θα προκύψει κυρίως από τη συγκράτηση των δαπανών. Παρά τη συγκράτηση και παρά τη σημαντική αύξηση του ΑΕΠ όμως, το μέγεθος του δημόσιου τομέα ως ποσοστό των δαπανών στο ΑΕΠ θα παραμείνει και το 1999 στα επίπεδα περίπου του 1998 (35%). Θα υπάρξει δηλαδή μια αύξηση των δαπανών, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιθυμητή αν οι επιπλέον πόροι αυξάνουν την παραγωγικότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται από το κράτος.
Σε σχέση με αυτό μπορούν να γίνουν δύο επισημάνσεις οι οποίες αφορούν τον φετινό προϋπολογισμό αλλά και γενικότερα τις κρατικές δαπάνες. Η πρώτη επισήμανση αποτελεί ένα θετικό σχόλιο για την προσπάθεια η οποία γίνεται τελευταία για την καθιέρωση ενός αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης των επιχορηγήσεων του ΚΠ σε μεγάλο αριθμό φορέων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (νοσοκομεία, πανεπιστήμια, ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ κλπ.), και αντιστοιχούν στο 20%, περίπου, των πρωτογενών δαπανών. Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων από την καθιέρωση ενός τέτοιου συστήματος αποδεικνύει τη χρησιμότητα αυτής της ενέργειας και, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, μπορούν να συμβάλουν στην υιοθέτηση πρακτικών οι οποίες θα οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματική χρήση πόρων.
Η δεύτερη επισήμανση είναι πιο σημαντική και έχει να κάνει με την ουσία η οποία κρύβεται πίσω από τα νούμερα του προϋπολογισμού. Αυτή πιστεύω ότι αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος και οι οποίες χρηματοδοτούνται από τις δημόσιες δαπάνες. Τώρα που ο δημοσιονομικός στόχος για ένταξη στην ΟΝΕ επιτεύχθηκε πιστεύω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να συγκεντρωθεί η προσπάθεια στην ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών του Δημοσίου, η οποία θα αυξήσει ουσιαστικά το προϊόν που προσφέρει το κράτος ενώ παράλληλα η καλύτερη οργάνωση αυτών των υπηρεσιών θα συμβάλει και στη μείωση του κόστους λειτουργίας τους.
Μπορεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού να προσεγγίζει αυτό των εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η ποιότητα όμως των υπηρεσιών που προσφέρονται είναι κατώτερες του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα προσφέρουν μικρότερο, σε ισοδύναμους ποιοτικούς όρους, προϊόν από ό,τι ο μέσος όρος στην Κοινότητα (αυτό βέβαια ίσως να ισχύει και με ποσοτικά μόνο κριτήρια). Η χαμηλή ποιότητα των κρατικών υπηρεσιών οδηγεί πολλούς Ελληνες στην αναζήτηση τέτοιων υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό σημαίνει ότι ενώ ένα προϊόν (π.χ. παιδεία, υγεία) προσφέρεται δωρεάν από το κράτος, μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος διατίθεται για αναζήτηση τέτοιων υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα ενώ θα μπορούσε να διατίθεται αλλού. Τέτοιες ενέργειες περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα λειτουργώντας ως επιπρόσθετη φορολογία. Επιπλέον, η χαμηλή ποιότητα κάποιων κρατικών υπηρεσιών ενισχύει την τάση για φοροδιαφυγή, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο έναν φαύλο κύκλο. Επομένως, η ποιοτική αναβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών όχι μόνο θα αυξήσει, σε όρους ισοδύναμης ποιότητας, το προϊόν των δημόσιων δαπανών αλλά θα καταστήσει ευκολότερη και τη χρηματοδότησή τους μέσω περιορισμού της φοροδιαφυγής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος απόκτησης φορολογικής συνείδησης στην Ελλάδα.
Ο κ. Γιώργος Π. Ζανιάς είναι αναπληρωτής καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.



