ΞΟΔΕΥΟΝΤΑΙ γι’ αυτά περιουσίες. Μισθοί εξανεμίζονται και δισεκατομμύρια κάθε χρόνο δαπανώνται στον βωμό της βελτίωσης της εμφάνισης όλων μας, κυρίως όμως των γυναικών. Το ασθενές μέχρι πρότινος φύλο άλλωστε είναι ο βασικός καταναλωτής των καλλυντικών, δίχως ωστόσο να υποτιμάται η ανερχόμενη ζήτηση αυτών των προϊόντων τελευταία και από τους άνδρες. Τα καλλυντικά, λοιπόν, και η διαφήμισή τους έφθασαν ως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και απασχόλησαν τους ευρωδικαστές σε μια δίκη της οποίας το ενδιαφέρον για καταναλωτές, παρασκευαστές και διακινητές είναι δεδομένο.
Η διαφήμισή τους και τα όριά της, κυρίως όμως η σχέση των ιδιοτήτων του καλλυντικού που διαφημίζεται με την πραγματικότητα, ήταν τα ζητούμενα της δίκης.
Με άλλα λόγια, οι ευρωδικαστές εκλήθησαν να αποφασίσουν πότε μπορεί και για ποιους λόγους να απαγορευθεί η διαφήμιση ενός καλλυντικού.
Η υπόθεση που στάθηκε η αφορμή για να οριοθετήσει το ΔΕΚ τα όρια της διαφήμισης των καλλυντικών ξεκίνησε από τα δικαστήρια της Αυστρίας. Τα δικαστήρια αυτά υπέβαλαν προδικαστικά ερωτήματα προς το Ευρωδικαστήριο και ζήτησαν να αποφανθεί περί του τι ακριβώς προβλέπεται για τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών από το κοινοτικό δίκαιο.
Το κρίσιμο ερώτημα προς το ΔΕΚ ήταν τι γίνεται όταν διαφημίζονται ιδιότητες (πάντα για καλλυντικά γίνεται λόγος) που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή προβάλλονται αποτελέσματα που δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν από τη χρήση του συγκεκριμένου προϊόντος. Σε αυτές τις περιπτώσεις πώς θα προστατευθεί ο καταναλωτής; Είναι επιτρεπτό να απαγορευθεί η διαφήμιση ή μήπως οι απαγορεύσεις αυτού του τύπου δεν είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο και δεν αποτελούν την ενδεδειγμένη λύση;
Ολα ξεκίνησαν από τη διαφημιστική εκστρατεία που έγινε στην Αυστρία από μια εταιρεία η οποία διακινούσε γερμανικές οδοντόκρεμες. Τα «συν» της συγκεκριμένης οδοντόκρεμας, έτσι όπως αυτά εμφανίζονταν από τους διαφημιστές, ήταν πολλά: δράση κατά της τερηδόνας, της πέτρας και της ουλίτιδας. Σύμφωνα όμως με τη νομοθεσία της Αυστρίας, για να διαφημίσεις κάτι, πρέπει να αποδείξεις ότι το διαθέτεις. Αλλιώς η διαφήμιση απαγορεύεται.
Αυτά προβλέπει ο αυστριακός νόμος. Στο πλαίσιό του, λοιπόν, δεν χωρούσε η διαφήμιση της συγκεκριμένης οδοντόκρεμας γιατί, όπως απεδείχθη, μόνο κατά της τερηδόνας μπορούσε να συμβάλει και όχι κατά της πέτρας και της ουλίτιδας.
Η εταιρεία που διακινούσε την οδοντόκρεμα αντέδρασε, όπως ήταν φυσικό, στην απαγόρευση της διαφήμισης. Προσέφυγε στα δικαστήρια και ζήτησε προστασία και άρση των απαγορεύσεων για τη διαφήμιση του προϊόντος της.
Επικαλέστηκε μάλιστα τα κοινοτικώς ισχύοντα και έδωσε την αφορμή στην αυστριακή δικαιοσύνη να διακόψει προσωρινά τη δίκη και να αποταθεί στο Ευρωδικαστήριο.
Και έτσι έγινε. Στις 2 Ιουλίου της χρονιάς που μας πέρασε στο ΔΕΚ (στο Ε’ Τμήμα του) εκδικάστηκε η υπόθεση. Γενικός εισαγγελέας, ο κ. Γ. Κοσμάς (που μετέχει εκ μέρους της χώρας μας στο ΔΕΚ ενώ παλιότερα ήταν σύμβουλος στο ΣτΕ).
Οι δικαστές έλαβαν υπόψη τους τα πάντα. Εβαλαν στη ζυγαριά τους την προστασία του καταναλωτή και την ελευθερία στη διακίνηση των προϊόντων, που αποτελεί μία από τις βασικές αρχές της Συνθήκης και της κοινοτικής νομοθεσίας.
Και απάντησαν στα ερωτήματα που τους είχαν τεθεί με γνώμονα το κοινοτικό δίκαιο, το άρθρο 30 της Συνθήκης αλλά και τις διατάξεις της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αναφέρεται στους επιτρεπόμενους περιορισμούς στη διαφήμιση. Η απόφασή τους, που υιοθετεί και την εισαγγελική εισήγηση, ενδιαφέρουσα. Δεν επιτρέπεται, έκριναν οι ευρωδικαστές, με διατάξεις εθνικής νομοθεσίας να απαγορεύεται η διαφήμιση ενός καλλυντικού επειδή προβάλλονται ιδιότητες που δεν έχει ή αποτελέσματα που δεν επιτυγχάνονται. Η προστασία του καταναλωτή και η δημόσια υγεία μπορούν να προστατευθούν με άλλα μέτρα, εκτός από την απαγόρευση της διαφήμισης.
Οι απαγορευτικές διατάξεις δεν είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο και υπερβαίνουν, έκρινε το ΔΕΚ, κατά πολύ τους περιορισμούς που μπορεί να θέτει στη διαφήμιση η οδηγία 76/768/ΕΟΚ. «Εθνική νομοθεσία», αναφέρεται στο «διά ταύτα» της απόφασης, «η οποία χάριν της προστασίας του καταναλωτή από την παραπλανητική διαφήμιση απαγορεύει τη διαφήμιση καλλυντικών βαίνει πέραν των επιτρεπομένων από το άρθρο 6 της παραπάνω οδηγίας περιορισμών και ως εκ τούτου δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο». Οπερ η διαφήμιση για τα καλλυντικά είναι ελεύθερη. Για την προστασία όλων μας άλλοι μηχανισμοί πρέπει να ενεργοποιηθούν. Ποιοι όμως;



