Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα οι πολεμικές συγκρούσεις θα αφήσουν μια ουδέτερη γεύση στις αγορές ενώ θα ξαναβγούν στην επιφάνεια οι υποθάλπουσες και βεβαίως βαθύτερες αιτίες της οικονομικής κρίσης, εκτιμούν οι ειδικοί. Οι καταναλωτές γενικά και οι αμερικανοί καταναλωτές ειδικότερα, οι οποίοι εν πολλοίς απέτρεψαν την υποτροπή της διεθνούς οικονομίας σε ύφεση (double dip), παραμένουν υπερδανεισμένοι και ο βαθμός στον οποίο μπορούν να εξακολουθήσουν να τροφοδοτούν την ισχυρή ζήτηση είναι αμφισβητήσιμος. Σαφείς ενδείξεις για την πιθανή χρονική διάρκεια της κρίσης δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμη, ενώ η κερδοφορία των εταιρειών και το 2003 δεν φαίνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια διατηρήσιμη ανοδική κίνηση. Στο εσωτερικό είναι γεγονός ότι ύστερα από μια μακρόσυρτη πτώση επί σειρά τριών ετών, με απώλειες μοιρασμένες σε όλους τους κλάδους, διανύουμε μια περίοδο επιλογής καλών και ποιοτικών μετοχών (stock picking).
Σύνθετες επενδύσεις
«Το τέλος του πολέμου στο Ιράκ θέτει εκ νέου την επενδυτική κοινότητα αντιμέτωπη με τα διαρθρωτικά προβλήματα της διεθνούς οικονομίας τόσο σε μακροοικονομικό όσο και σε μικροοικονομικό επίπεδο. Η αξιολόγηση των προβλημάτων αυτών θα καθορίσει εν πολλοίς και την πορεία των κεφαλαιαγορών. Από την πλευρά μας, έχουμε επισημάνει ότι η αβεβαιότητα θα συνεχισθεί και μετά το τέλος του πολέμου.
Οι καταναλωτές γενικά και οι αμερικανοί καταναλωτές ειδικά, παραμένουν υπερδανεισμένοι. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων στις περισσότερες οικονομίες οδηγεί και τον δημόσιο τομέα σε συνθήκες υπερδανεισμού. Ταυτόχρονα η χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων συνεπάγεται άντληση ρευστότητας από τις κεφαλαιαγορές. Αν τις ανησυχίες αυτές συμμερίζονται και οι κεντρικές τράπεζες, θα προχωρήσουν σε μειώσεις επιτοκίων το διάστημα Μαΐου – Ιουνίου.
Καθώς δεν διαβλέπουμε ακόμη τάσεις ανάκαμψης της επενδυτικής δραστηριότητας παραμένουμε επιφυλακτικοί απέναντι στις αγορές μετοχών. Οι σημερινές συνθήκες αβεβαιότητας και οι κίνδυνοι που υπάρχουν στη διεθνή οικονομία οδηγούν στις σύνθετες επενδυτικές τοποθετήσεις. Βασικά στοιχεία των τοποθετήσεων αυτών είναι η φυσική αντιστάθμιση επενδυτικών κινδύνων με την επικουρική χρήση παραγώγων προϊόντων αλλά και η συνεχής ανακατανομή κεφαλαίων στις διάφορες κατηγορίες αξιών του χαρτοφυλακίου».
Αποφεύχθηκε το χειρότερο Γ. Σμυρλής Γενικός διευθυντής της MegaTrust ΑΧΕΠΕΥ
«Το γρήγορο τέλος του πολέμου δεν άλλαξε το σκηνικό στις κεφαλαιαγορές. Οι πρώτες δηλώσεις των αναλυτών επαναφέρουν την προσοχή των επενδυτών στα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας και των κερδών των εταιρειών. Το αναμενόμενο χρηματιστηριακό ράλι που είχε διαφημιστεί κατά τους βασανιστικούς μήνες πριν από την επέμβαση στο Ιράκ οι πιο πολλοί θεωρούν ότι ολοκληρώθηκε με τις πρόσφατες ανόδους σε όλες τις αγορές. Η αποκατάσταση της τάξεως και η βοήθεια που χρειάζεται το Ιράκ απαιτούν πολύ μεγάλη προσπάθεια και αρκετό χρόνο. Αντιθέσεις και γεωπολιτικά προβλήματα χρειάζονται χρόνο να λυθούν. Ολα αυτά επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία μεσομακροπρόθεσμα. Σήμερα αποτυπώνονται στις τιμές του πετρελαίου, στις ισοτιμίες ευρώ/δολαρίου, στις εισροές κεφαλαίων στις χρηματαγορές των ΗΠΑ, στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Για το 2003 όμως το ΔΝΤ κατέβασε αρκετά τον πήχη για την ανάπτυξη. Το δικό μας χρηματιστήριο θα συνεχίσει να παίρνει τον τόνο από τα ξένα χρηματιστήρια. Ασφαλώς έχουν βελτιωθεί η αυτοπεποίθηση και η ψυχολογία γιατί η αγορά είχε φοβηθεί ότι θα επέρχετο το χειρότερο. Ενισχύει το κλίμα εμπιστοσύνης ο τραπεζικός κλάδος και “επιτρέπει” το αυξημένο ενδιαφέρον σε μετοχές της περιφέρειας που είχαν πιεστεί πολύ. Ισως η καταλληλότερη κίνηση είναι η αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου».
Τα ανταγωνιστικά σχήματα Ηρ. Κουνάδης Διευθύνων σύμβουλος της Marfin-Hellenic ΑΧΕΠΕΥ
«Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα οι πολεμικές συγκρούσεις θα αφήσουν μια ουδέτερη γεύση στις αγορές, ενώ θα ξαναβγούν στην επιφάνεια οι υποθάλπουσες και βεβαίως βαθύτερες αιτίες της οικονομικής κρίσης.
Σαφείς ενδείξεις για την πιθανή χρονική διάρκεια της κρίσης δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμη, ενώ η κερδοφορία των εταιρειών και το 2003 δεν φαίνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια διατηρήσιμη ανοδική κίνηση. Ελλείψει σαφούς κατεύθυνσης στις αγορές μετατοπίζεται ο ορίζοντας των επενδύσεων προς το συντομότερο.
Στο εσωτερικό είναι γεγονός ότι ύστερα από μια μακρόσυρτη πτώση επί σειρά τριών ετών, με απώλειες μοιρασμένες σε όλους τους κλάδους, διανύουμε μια περίοδο επιλογής καλών και ποιοτικών μετοχών (stock picking). Επιπλέον οι χρηματιστηριακές αρχές έχουν αρχίσει να συνεπικουρούν λαμβάνοντας μέτρα και αυτές προς την ίδια κατεύθυνση.
Η σύγκριση τουλάχιστον με τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές είναι επιβεβλημένη μετά την αναβάθμιση της χώρας μας και την είσοδό μας στην ΟΝΕ. Σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια, δύο είναι οι σαφώς σχηματισμένοι κλάδοι στην ελληνική αγορά: οι τηλεπικοινωνίες και οι τράπεζες. Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών, από τη μία μεριά, και ιδιαίτερα ο υποκλάδος της κινητής τηλεφωνίας, ξεχωρίζει ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο λόγω περιθωρίων κερδοφορίας πάνω από 40% (EBITDA), με διψήφια αναμενόμενη αύξηση εσόδων το 2003, με υγιή κεφαλαιακή διάρθρωση και, τέλος, με ελκυστικούς δείκτες αποτίμησης. Από την άλλη μεριά, για τον κλάδο των τραπεζών πιστεύουμε ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια συγκέντρωσης, ενώ οι αποτιμήσεις είναι κοντά σε αυτές των ευρωπαϊκών. Επιπλέον προτείνουμε επιλεκτικές τοποθετήσεις σε εταιρείες με σαφή πολυετή στρατηγικό σχεδιασμό, σαφή δομή, οδηγούμενες από επαγγελματίες μάνατζερ. Δίνουμε ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα στοιχεία καθώς η έλλειψή τους ίσως αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας και εξηγεί εν μέρει την έλλειψη, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σχετικά μεγάλων και ανταγωνιστικών ελληνικών επιχειρηματικών σχημάτων».



